ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ζει ο βασιλιάς νατουραλισμός;… Ζει και βασιλεύει… Κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως το πολιτικό θέατρο, πριν ακόμα αποκτήσει την εξπρεσιονιστική, γερμανικής κοπής εμφάνισή του και τα μπρεχτικά του εργαλεία, εδραζόταν κάποτε σε εκείνο το σκοτεινό, βρόμικο, σοκαριστικό βλέμμα της τέχνης σε βυθούς και υπονόμους, σε σκουπίδια και πορνεία της αστικής νομιμότητας. Που λόγω γειτνίασης θεωρήθηκε η ακραία απόληξη του ρεαλισμού, όταν στην πραγματικότητα πρόκειται για ακτιβιστική ενέργεια διαμέσου του θεάτρου, καθοριζόμενη όχι μόνο από τους αισθητικούς τρόπους, αλλά από το ίδιο το πρόταγμα, από την απόφαση να κοιτάξεις εκεί που άλλοι στρέφουν το βλέμμα και από την τόλμη να ανεβάσεις στη σκηνή όσα οι άλλοι κρύβουν επιμελώς κάτω από το χαλί (ή το χάλι) της πραγματικότητάς τους.

Για κάτι τέτοια έργα ξεσηκώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα η απανταχού λογοκρισία της αυτοκρατορικής Ευρώπης – εξαιτίας αυτών και διά αυτών άλλαξαν η καρδιά και η όψη του παγκόσμιου θεάτρου.

Πώς τα θυμήθηκα τώρα αυτά… Επειδή ένας Ουγγρορουμάνος κινηματογραφιστής και σκηνοθέτης, ο Kornél Mundruczó, γνωστός μας ήδη από παλιότερη πρωτοβουλία της Στέγης και τις σινεφίλ προβολές, ο αντιρρησίας αυτός της ουγγρικής εθνικής συνείδησης (που όσο μιλάει για καθαρότητα τόσο βρομίζει), αποφάσισε στο Φεστιβάλ να θυμίσει τι εστί και πώς βασιλεύει το κίνημα των νατουραλιστών.

Και επειδή τα χρόνια έχουν από τότε περάσει, ο Mundruczó μας δίδαξε ακόμα πως τα αντίθετα συχνά έλκονται και κάποτε από τη σύγκρουσή τους γεννιέται σπίθα. Να λοιπόν που κοντά σε εκείνον τον «νατουραλισμό» εγεννήθη μπροστά μας και ο «μαγικός νατουραλισμός».

Νατουραλισμός, είπαμε, σημαίνει βλέμμα, πριν το περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο που για περίπου μισή ώρα η παράσταση παραδίδεται σε ό,τι εξυπηρετεί πρωτίστως αυτό το πολιτικό βλέμμα του σκηνοθέτη: μια ωμή, ανεπεξέργαστη, ενοχλητική ακριβώς επειδή υπάρχει, «καταγραφή» ενός αόρατου κι ανέγγιχτου πολίτη.

Κάποιος πράκτορας μεσιτικής εταιρείας -ο μοχλός της ανάπτυξης που λέγαμε- παρουσιάζεται ξαφνικά στο σπίτι της Lőrinc -«Τσιγγάνας»- για να ανακοινώσει την αναγκαστική έξωσή της. Και την κινηματογραφεί. Για «εκπαιδευτικούς λόγους», λέει ο ίδιος, ίσως για να μαθαίνουν οι νεότεροι συνάδελφοί του πώς «γίνεται η δουλειά».

Κι όμως, αυτό που καταγράφει η κάμερα δεν είναι αυτό που περιμένει. Ο φακός στο πρόσωπο της κυρίας Lőrinc (η ερμηνεία της Lili Monori κυριολεκτικά σπάει τα όρια θεάτρου και πραγματικότητας) καταγράφει την απόλυτη απόγνωση, όχι όμως ως συναίσθημα αλλά σαν πάγια κατάσταση.

Η γυναίκα αυτή αρχίζει την αποκάλυψη της ζωής της με τον τρόπο με τον οποίο μιλούν οι όπου γης κολασμένοι.

Ξεκινάει από τον χαμό του άνδρα της πριν από μερικές μέρες και καταλήγει στην ιστορία του γιου της, ο οποίος αρνείται να είναι «Τσιγγάνος» και αποφασίζει να μπει στην κόλαση που ο ίδιος επέλεξε, με άλλο όνομα, βαμμένα μαλλιά και τη μοίρα του πεζοδρομίου.

Θα μου πείτε, αυτά παθαίνει κανείς όταν αντί να στείλει ειδοποιητήρια κάνει το λάθος να συναντήσει ανθρώπους…

Μην αμφιβάλλετε πως ο πράκτοράς μας, ο άνθρωπός μας, νιώθει πως έμπλεξε άσχημα… Ειδικά όταν η Τσιγγάνα παθαίνει μπροστά του κρίση (επιληψίας;) και τώρα αυτός πρέπει να πείσει ένα ασθενοφόρο να ’ρθει στην κακόφημη γειτονιά κι ακόμα χειρότερα να περιμένει δίπλα της, καθυστερώντας το ραντεβού με τους φίλους του – μην πούμε ότι έχει αρχίσει κιόλας να πεινάει…

Τι στο καλό! Το καθήκον του τέλεψε εδώ κι αποφασίζει να την αφήσει μόνη στο σπίτι… Παίρνει τα σύνεργά του και φεύγει.

Και τότε γίνεται το μαγικό… Η ζωή, όπως ένα πλυντήριο, ξεπλένει τέτοιες υπάρξεις και την ακάθαρτη ζωή τους.

Και το σπίτι -θαύμα νατουραλισμού από τον Márton Ágh, που επιθυμεί να βάλει ακόμα και… πιάτα στις κλειστές ντουλάπες της κουζίνας- αρχίζει να περιστρέφεται μπροστά μας.

Αληθινά περιστρέφεται, σωριάζοντας, σπάζοντας, σαρώνοντας τα υπάρχοντα μιας ζωής που δοκίμασε να αποκτήσει κάποτε και κάπου ρίζες…

Κι έτσι στον ίδιο χώρο, στην ουγγρική πίσω αυλή των θαυμάτων, καταφτάνει κάποια άλλη ύπαρξη, η επόμενη κάτοικος, για να νοικιάσει το ίδιο σπίτι, αχούρι πλέον.

Λέει ψέματα στον μεσίτη πως είναι μόνη, χήρα και άκληρη. Μόλις αυτός φεύγει, καταφτάνει ο γιος της, παιδί αμίλητο και φοβισμένο.

Το ταΐζει όπως όπως, το βάζει να κοιμηθεί στον βρόμικο καναπέ, κι αυτή ντύνεται για να συναντήσει έναν άνδρα, προφανώς τον εραστή, εμφανώς τον βιαστή της.

Είναι επιπόλαια; Ασφαλώς και είναι. Μα αυτό ακριβώς κάνει ο νατουραλισμός. Σου τρίβει τη βρομιά και την ατέλεια των ανθρώπων στα μούτρα, την κακία και τη δυστυχία τους. Για να σου δείξει πρώτον ότι, ναι, αυτή υπάρχει, κι είναι δίπλα σου. Για να σου αποκαλύψει ότι αυτή συνδέεται με το περιβάλλον, προϊόν μια κοινωνικής διάβρωσης που ξεκινάει από την πολιτική και σε αυτήν επιστρέφει. Τ

έλος, πως αυτά τα δυστυχή πλάσματα (τόσο ώστε η δυστυχία έχει γίνει το ήθος και ιδίωμά τους) είναι θύματα με εσένα θύτη, ώσπου να γίνεις κι εσύ θύμα του μίσους που τρέφει μέσα τους.

Και να που αυτό το μίσος συναντιέται όταν το ένα παιδί συναντά το άλλο και μαζί ανταλλάσσουν σήματα μιας αγέλης που γεννιέται μπροστά μας με έμβλημα ένα κρυμμένο στο σπίτι σπαθί. Σήμερα το σπαθί κόβει ένα μήλο – δεν έχουν κάτι άλλο να φάνε… Αύριο θα το στρέψουν ο ένας εναντίον του άλλου. Το σπίτι αρχίζει νοητά να στροβιλίζεται ολοένα και γρηγορότερα.

Τα σχολιάζω αυτά γιατί μου έκανε εντύπωση που η παράσταση επικρίθηκε για χαλαρή, δήθεν, δραματουργία. Κάθε άλλο! Η δραματουργία υπάρχει, είναι υπόγεια και πανίσχυρη.

Οταν όμως μιλάμε για νατουραλισμό, πρέπει να αποδεχθούμε μια πραγματικότητα που σαν φέτα ζωής κόβει πολλά που θα καθησύχαζαν ως ακέραια και «με νόημα».

Αξίζει να θυμηθούμε τα sms που ανταλλάσσονται μεταξύ των προσώπων – μήπως βγάζουν κι αυτά νόημα; Μέσες-άκρες μόνο… Αλίμονο αν γινόταν αλλιώς, τότε θα μιλούσαμε για αισθητισμό της κοινωνικής παρακμής. Εδώ μιλούμε για καταγγελία χωρίς διαμεσολάβηση και χωρίς αναισθητικό.

Οχι μια απομίμηση λοιπόν, αλλά ζωή αληθινή και τραυματική, που έρχεται σπασμωδικά και ενοχλητικά να σου χτυπήσει την πόρτα. Αν δεν είσαι έτοιμος, καλύτερα μην απαντήσεις. Υπάρχει περίπτωση να συναντήσεις ανθρώπους που απλώνουν το χέρι.