Το εξαιρετικά επιτυχημένο διαστημικό τηλεσκόπιο ή αλλιώς αστρονομικό παρατηρητήριο Κέπλερ έχει διαγράψει μέχρι σήμερα μια εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία. Σχεδιάστηκε για να παρατηρεί αστέρια που αχνοφέγγουν και να τα εντοπίζει χάρη στις λιγοστές ακτίνες φωτός τους, οι οποίες επιπροσθέτως καταδεικνύουν το πέρασμα ενός αντικείμενου -συνήθως πλανήτη- κοντά από τα άστρα αυτά. Ωστόσο το πρόβλημα του Κέπλερ έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να εντοπίσει άστρα και πλανήτες σε μια πολύ συγκεκριμένη περιοχή του Διαστήματος, για την ακρίβεια στο 0,28% του συνόλου του, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να έχει «ανακαλύψει» λιγοστούς κοντινούς μας εξωπλανήτες.
Οπως γράφει το αμερικανικό περιοδικό υψηλής τεχνολογίας Ars Technica, τα αστέρια που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους αστρονόμους οι οποίοι αναζητούν εξωπλανήτες είναι τα λαμπρότερα, επειδή συνήθως βρίσκονται πολύ κοντά στον Ηλιο και είναι ευκολότερο να παρατηρηθούν με άλλα μέσα, όπως λόγου χάρη με επίγεια τηλεσκόπια.
Γι’ αυτό και τα συμπληρωματικά υπερσύγχρονα συστήματα TESS (τα οποία έφτασαν πριν από λίγες ημέρες με πύραυλο Falcon 9 στο αστρονομικό παρατηρητήριο Κέπλερ), συστήματα τα οποία μετέφερε στο Διάστημα η ιδιωτική εταιρεία Space X, θα αλλάξουν άρδην τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, καθώς έχουν σχεδιαστεί για να παρατηρούν το σύνολο του Διαστήματος και να εντοπίζουν 30 έως 100 φορές περισσότερα αστέρια σε σύγκριση με τη σχετικά παρωχημένη πλέον τεχνολογία του Κέπλερ.
Καθώς πάντως το αστρονομικό παρατηρητήριο έχει ήδη καταφέρει, με την παλαιότερη τεχνολογία που διέθετε, να εντοπίσει εκατοντάδες εξωπλανήτες, οι αστρονόμοι εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι χάρη στον δορυφόρο TESS, ο οποίος είναι εξοπλισμένος, μεταξύ άλλων, και με τέσσερις κάμερες υψηλής ακριβείας, οι αστρονόμοι θα μπορέσουν να παρατηρήσουν στη διάρκεια της διετούς παραμονής του στο Διάστημα τη λαμπρότητα περισσότερων από 200.000 αστέρων!
Επιπροσθέτως, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το νέο, ενισχυμένο με τα υπερσύγχρονα συστήματα TESS τηλεσκόπιο πρέπει να εντοπίσει τουλάχιστον 500 πλανήτες στο μέγεθος της Γης.
Οπως δηλώνουν κορυφαίοι αστρονόμοι στο αμερικανικό τεχνολογικό έντυπο, καθώς τα αστέρια αυτά βρίσκονται σχετικά κοντά στο Ηλιακό μας Σύστημα (πάντα τηρουμένων των αναλογιών του αχανούς Διαστήματος), είναι ιδεωδώς τοποθετημένα για περαιτέρω παρατηρήσεις από το αστρονομικό παρατηρητήριο James Webb Space Telescope, το οποίο αναμένεται να εκτοξευτεί στο Διάστημα με τη σειρά του, εάν όλα πάνε κατ’ ευχήν, το 2020 και συνδυάζοντας άλλα επίγεια, αλλά και διαστημικά πανίσχυρα τηλεσκόπια, οι επιστήμονες θα είναι σε θέση να διαπιστώσουν εάν ορισμένοι πλανήτες διαθέτουν ατμόσφαιρα με νερό, άνθρακα, διοξείδιο του άνθρακα και οξυγόνο, κάτι που θα αποτελεί μια πολύ ισχυρή ένδειξη ότι στους συγκεκριμένους πλανήτες υπάρχουν σημάδια ζωής.
Πριν ωστόσο ο δορυφόρος TESS αρχίσει να αναζητά εξωπλανήτες, πρέπει να φτάσει στο Διάστημα ακολουθώντας μια υψηλή ελλειπτική τροχιά μεταξύ Γης και Σελήνης και στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού είναι «επιφορτισμένος» με το καθήκον να συλλέξει πληροφορίες, τις οποίες στη συνέχεια θα μεταδώσει από απόσταση 107.000 χιλιομέτρων στους επίγειους σταθμούς αστρονομικής παρακολούθησης.
Η εκτόξευση του πυραύλου Falcon 9 από το Διαστημικό Κέντρο Κένεντι στη Φλόριντα έγινε πάντως με επιτυχία, σηματοδοτώντας την όγδοη κατά σειρά διαστημική αποστολή της εταιρείας Space X του γνωστού επιχειρηματία-μεγιστάνα, με νοτιοαφρικανική καταγωγή, Ελον Μασκ, ο οποίος είναι, για να μην ξεχνιόμαστε, μηχανικός, εφευρέτης, αλλά και ιδιοκτήτης της Tesla, εταιρείας η οποία κατασκευάζει τα ταχύτερα, αμιγώς ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα στον πλανήτη.
Αξίζει, τέλος, να σημειώσουμε ότι ο πύραυλος Falcon 9 της Space X αποτελεί τον μοναδικό ο οποίος έχει εξελιχθεί και κατασκευαστεί στον 21ο αιώνα και διαθέτει έναν προηγμένο μηχανισμό ασφαλείας, που του επιτρέπει να φτάνει στον προορισμό του ακόμη και κατά την περίπτωση όπου ένας από τους κινητήρες του παρουσιάσει βλάβη. Ο πύραυλος πάντως, μετά την «εκπλήρωση» της αποστολής του, προσθαλασσώθηκε απροβλημάτιστα στον Ατλαντικό ωκεανό.
Εάν η αποστολή στεφθεί με επιτυχία, ο εν λόγω πύραυλος θα μεταφέρει προμήθειες και νέα επιστημονικά όργανα στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS) τον ερχόμενο Ιούλιο.
