Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μας ήλθε κι αυτό το έργο κατάφορτο με σημαντικά βραβεία κριτικών και κοινού εκατέρωθεν του Ατλαντικού για να εδραιώσει ένα ακόμη νέο όνομα Ιρλανδού ανάμεσά μας, του Μακφέρσον, ενός ακόμη τρομερού παιδιού από την περίφημη γενιά της Ιρλανδίας που, για να είμαστε ειλικρινείς, από τις αρχές του 1990 έχει αναλάβει το βάρος του αγγλόφωνου δραματολογίου παγκοσμίως.

Προβλήθηκε σαν έργο ρεαλισμού και «αυτού του κάτι ακόμη» που αιωρείται και λαθεμένα αποδίδεται στον Τσέχοφ, ενώ ανήκει καθαρά στην ιρλανδική ιθαγένεια. Προσθέστε στο όλο μείγμα και μια δόση μαύρου χιούμορ, αδρούς χαρακτήρες, ένα κλειστό περιβάλλον και μπόλικη μοναξιά. Με αυτή τη συνταγή ή καλύτερα με αυτά τα υλικά δημιουργείς –εφόσον έχεις ταλέντο εννοείται και καλές σχέσεις– μια επιτυχία και στις δύο πλευρές της ιρλανδικής διασποράς. Ξεκινάς από τη βρετανική αγορά και αμέσως μετά, κάποιους μήνες μετά, πετάς για τους Νεοϋορκέζους φίλους σου, που πάντα διψούν για καλά, οικεία και ασφαλή βουλεβάρτα του παλιού κόσμου.

Διόλου τυχαία τον Μακφέρσον τον γνωρίσαμε με τον «Φάρο» του, στην επιτυχία του «Αθηνών» και τη σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη – τώρα στον Κολωνό βλέπουμε την αναλαμπή του. Η ομοιότητα των έργων είναι τέτοια ώστε να μοιάζουν με δραματουργικά δίδυμα. Είναι κάτι άλλο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια τυπολογία επιτυχίας η οποία επαναλαμβάνεται και αναπτύσσεται από έργο σε έργο.

Το σχήμα θα μπορούσε να λέγεται «η μοναξιά των απόκληρων», αντρών εννοείται, που μαζεύονται σε έναν κλειστό χώρο και εντός μιας ασφυκτικής κατάστασης ζητούν να μεταδώσουν αυτό το τίποτα με κάτι ψιλά και σε σκηνικά θραύσματα, με συγκίνηση και οικειότητα. Εύκολη συγκίνηση, πάντα. Και οικειότητα, ζεστή σαν κουβέρτα.

Πρόκειται για εμπορική επιτυχία, ας μη γελιόμαστε. Ανήκει στο ρεπερτόριο στο οποίο ανέκαθεν στηρίχτηκε το θέατρό μας για να καλύψει το μαύρο χαντάκι ανάμεσα στις προθέσεις και τις ανάγκες του. Ο Κουν πρώτος από όλους αναγκάστηκε συχνά να το καλύψει, όχι πάντοτε επιτυχημένα, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα των φίλων του. Οι τελευταίοι κατανοούσαν τις επιλογές του, δεν σταματούσαν ωστόσο να του θυμίζουν τον αληθινό του στόχο.

Αυτό θα κάνω τώρα κι εγώ για έναν από τους «θεσμούς» της γενιάς μου (είκοσι χρόνια προσφοράς του δίνουν τον τίτλο). Σε αυτό το θέατρο του Κολωνού η Ελένη Σκότη και ο Νίκος Χατζηνικολάου δίδαξαν ρεαλισμό που σπάει κόκαλα –ρεαλισμό αιρετικό, απρόσμενο, σκληρό και αναπάντεχο, διόλου μιμητικό, διόλου ασφαλή, διόλου «εύκολο». Αντιλαμβάνομαι την επιλογή του θεάτρου τους με ένα έργο που εξασφαλίζει εκ των προτέρων πλατεία και χειροκρότημα.

Αλλά οφείλω να τονίσω ότι έργα σαν του Μακφέρσον είναι για τέτοιους θεσμούς «τρικυμίες σε ποτήρι». Η επιτυχία τους δεν στηρίζεται σε τίποτα περισσότερο από μια τρυφερή ματιά σε έναν κόσμο εξαρχής αφοπλισμένο και ακίνδυνο – ρεαλισμός από τον οποίο έχουν αφαιρεθεί το αγκάθια του νατουραλισμού κι έχει απομείνει το μαλακό κι ευκολοφάγωτο μέρος της ηθογραφίας. Για την πρωταθλήτρια του ρεαλισμού στη χώρα μας, την Ελένη Σκότη, τέτοια έργα είναι το παραγέμισμα στο χαντάκι.

Ο Τόμι στη «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» (κάπως βαρύγδουπη μεταφορά του πρωτότυπου «Night alive») είναι ένα καλόπαιδο που ποιος ξέρει γιατί –και κανείς ουσιαστικά δεν ενδιαφέρεται– στη ζωή του ατύχησε. Εχει τώρα στα 50 του μια κακή σχέση με τα παιδιά του, δουλειές του ποδαριού (καθαρίζει αποθήκες) για να επιβιώνει μαζί με τον συνέταιρο και κατά κάποιον τρόπο «ψυχοπαίδι» του, τον «κάπως» καθυστερημένο Ντοκ, και ένα διαμέρισμα για να ζει, που του νοικιάζει ο «θείος» του Μόρις. Είναι με δυο λόγια ένας ακόμη «αποτυχημένος», «μοναχικός», «ξεφορτισμένος»… Ωσπου ξαφνικά σώζει μια πόρνη (ναι, ναι), την Εϊμι, από τον νταβατζή της και τη φιλοξενεί σπίτι του…

Δεν χρειάζεται να γίνουμε ειρωνικοί, αρκεί ωστόσο να πούμε ότι η κοπέλα θα φέρει φως στη θολή μοναξιά της αντροπαρέας και θα δώσει κι άλλες αφορμές στον Τόμι να μας αποδείξει πως είναι κατά βάθος ένα λαϊκό αδικημένο παιδί με χρυσή καρδιά. Κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει πάντα, εισέρχεται στο δωμάτιο-φωλίτσα τους ο «κακός» νταβατζής για ν’ αρπάξει την κοπέλα, που έχει αρχίσει να κολλάει και αυτή την αθωότητα των υπολοίπων (μαζί με το γούστο τους για τον Μάρβιν Γκέι).

Περιττό να πω ότι και σε αυτή την περίπτωση ο Τόμι θα σταθεί στο μελοδραματικό ύψος του. Το σχέδιο ωστόσο για φυγή των δύο προς μια ονειρική Φινλανδία (υπάρχει φαίνεται κι αυτή) θα ναυαγήσει και η πλοκή θα εξελιχθεί σε μια νύχτα που δεν μοιάζει διόλου «ασήμαντη». Η κοπέλα τελικά θα εξαφανιστεί και μάλλον θα γυρίσει στην πρότερη ζωή της. Μα… βλέπουμε καλά; Στο τέλος σαν όραμα ή σαν αλήθεια η Εϊμι στέκεται μετανιωμένη στο δωμάτιο του Τόμι! Να που το τέλος μένει ανοιχτό, εξασφαλίζοντας τη συγκίνηση που προεξοφλήσαμε.

Λυπάμαι, αλλά τέτοια έργα βρίσκονται πολύ πίσω από τον σκληρό κι ανελέητο ρεαλισμό ενός Κεχαΐδη, ενός Διαλεγμένου, ενός Τσίρου (έργο του οποίου εξάλλου παίζεται στο «Επί Κολωνώ»). Πρόσωπα σαν του Μακφέρσον δεν είναι αληθινά –είναι προϊόντα μιας τυπολογίας, μιας τεχνικής, μιας παγίδας που λέγεται φωτογραφικός ρεαλισμός. Προσφέρουν στους ηθοποιούς ευκολίες και αβάντες (κυρίως να παίζουν έναν κάπως χαμένο, έναν κάπως καθυστερημένο), μαζί με σωματικά προσχήματα.

Ας μη γελιόμαστε, λοιπόν, ο Δημήτρης Αλεξανδρής παραδίδει με τον Τόμι μια σπουδαία διδασκαλία πορτρέτου, το πρόσωπό του όμως δεν έχει αποκτήσει από τον συγγραφέα αξιόλογο βάθος. Λίγο να ξύσεις την επιφάνεια φτάνεις στη μελοδραματική ηθογραφία. Ο Ντοκ του Γιώργου Τριανταφυλλίδη λειτουργεί σαν πυροτέχνημα: μπράβο για τον «σκηνικό λόξιγκα» με τον οποίο ο ηθοποιός απέδωσε τον ήρωα – κάτι τέτοια οδηγούν άλλους σε Οσκαρ και εμάς σε βραβεία κοινού. Στο βάθος του ρόλου όμως υπάρχει θολός βυθός – και τέλος πάντων η ερμηνεία του ίδιου του Τριανταφυλλίδη είναι όντως σαγηνευτική.

Για αυτή την καλή κοπέλα που εξόκειλε, την Εϊμι της Κατερίνας Μαούτσου, δεν έχω να δηλώσω παρά την αμηχανία της. Ο Ερρίκος Λίτσης είναι σκέτη απογοήτευση. Δεν παίζει τίποτα άλλο παρά την είσοδο και την έξοδο του θείου Μόρις. Ο Αργύρης Σαζακλής ατύχησε να είναι ο «κακός προαγωγός» του μελοδράματος. Κι όταν προσπαθεί να τρομάξει τους θεατές του με τρόπους και ύφος Ταραντίνο…

Το σκηνικό του Νίκου Χατζηνικολάου έχει, μου φαίνεται, αστοχήσει. Σε αυτό το μέρος δεν μένουν ήρωες του Μακφέρσον – θα ήταν ωραίο να κατοικούν ήρωες του Γκόγκολ.

Αλλά πού τέτοιοι στην Ιρλανδία του 2013; Αυτό είναι το κακό με τους Ιρλανδούς συγγραφείς όταν γράφουν για πράγματα που κατά βάθος δεν γνωρίζουν. Καταλήγουν σε ανακατωσούρες σερβιρισμένες σε ποτήρια του ουίσκι. Περιμένουμε από τον Κολωνό τις αληθινές τρικυμίες που μας δίδαξε.