«Οταν εξετάζουμε ένα πρόσωπο, το βλέπουμε ως σύνολο, μέσω μιας διαδικασίας συνένωσης των μερών που λαμβάνει χώρα, όπως εξηγούν κάποιοι επιστήμονες και γιατροί, στο οπτικό νεύρο, πολύ πριν μεταβιβαστεί η πληροφορία στον εγκέφαλο…», γράφει ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν στο βιβλίο του «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις.
H μετάφραση είναι του Ανδρέα Μιχαηλίδη και η επιμέλεια της Αννας Μαραγκάκη. Εχω την εντύπωση πως κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα βιβλία.
Οταν πρωταντικρίζεις ένα βιβλίο -στην προκειμένη περίπτωση το βιβλίο που προανέφερα- διαβάζεις τον τίτλο, εξετάζεις το εξώφυλλό του, το μέγεθός του, το σημείωμα στο οπισθόφυλλο και το βιογραφικό του συγγραφέα.
Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να ξεκινήσουμε από αυτά τα χαρακτηριστικά.
Ο τίτλος: Σε βάζει να σκεφτείς ότι θα υποψιαστείς για το παρασκήνιο διεθνών υποθέσεων που πιθανότατα δεν θα μάθεις ποτέ. Θα μείνουν για πάντα στο σκοτάδι. Αλλά… το «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε» θα βοηθήσει λίγο περισσότερο την κριτική σκέψη.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι μεγάλο. 625 σελίδες. Σε κάθε μεγάλο βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου αναρωτιέσαι πάντα: «Θα καταφέρει να μου κρατήσει την προσοχή μέχρι το τέλος;».
Οι κριτικοί λογοτεχνίας ίσως πουν πως αυτό εξαρτάται και από την αναγνωστική ικανότητα. Προσωπικά πιστεύω πως ένα καλό βιβλίο δεν θέλεις να τελειώσει, όσο μεγάλο και αν είναι.
Το «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε» είναι πράγματι ένα φιλικό προς τον αναγνώστη βιβλίο, όπως το χαρακτήρισε ο James Wood στην κριτική του στο «The New Yorker». Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον σας μέχρι τις τελευταίες σελίδες, γιατί εκτός από την ενδιαφέρουσα πλοκή περιέχει ένα μεγάλο εύρος γνώσεων -φιλοσοφικών, οικονομικών, γεωπολιτικών, λογοτεχνικών.
Από το εξώφυλλο του βιβλίου καταλαβαίνεις πως θα ταξιδέψεις. Ενας άντρας περπατά σκυφτός ανάμεσα στις αντίθετες γραμμές των τρένων ενός ομιχλώδους σιδηροδρομικού σταθμού.
Παγιδευμένος (;) στις δύο αντίθετες κατευθύνσεις, όπως θα αποδειχτεί από την ιστορία του βιβλίου, ανάμεσα στη φυγή και τον γυρισμό.
Ποιος είναι ο συγγραφέας;
Ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν γεννήθηκε σε μια αγροτική περιοχή του Μπανγκλαντές. Σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας μεγάλωσε στη Μεγάλη Βρετανία και κατάφερε να σπουδάσει στην Οξφόρδη, στο Κέμπριτζ, στο Μόναχο και στο Γέιλ.
Είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και μέχρι τώρα έχει λάβει πολλά βραβεία λογοτεχνίας.
Αφού διάβασα το βιβλίο του συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για έναν από τους πιο αιχμηρούς αρθρογράφους που διαβάζω κατά καιρούς στην ηλεκτρονική σελίδα της «Guardian» και των «New York Times».
Η ιστορία: Ενα πρωί, σε μια ακριβή περιοχή του Λονδίνου, ο αφηγητής του βιβλίου -σαραντάρης, μεγάλο στέλεχος στον τραπεζικό τομέα- ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του και αντικρίζει τον Ζαφάρ, έναν πρώην συμφοιτητή του από την Οξφόρδη, χαρισματικό άνθρωπο και μαθηματική ιδιοφυΐα, που είχε εξαφανιστεί για πολλά χρόνια.
Ο αφηγητής τον φιλοξενεί και έτσι αρχίζει μια μεγάλη περιπέτεια αφήγησης. Ενα πληθωρικό, περίτεχνο και πολλά υποσχόμενο βιβλίο αποκαλύπτεται σελίδα τη σελίδα. Από τη Μεγάλη Βρετανία ώς τα βάθη της Ευρώπης και από την Αμερική ώς την Ασία.
Στο τέλος του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου ο Ράχμαν περιγράφει παραστατικά έναν κόσμο μέσα στο χάος και την ανασφάλεια, με τις διεθνείς εξελίξεις να τρέχουν ραγδαία πίσω από οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις, πολεμικές και θρησκευτικές συγκρούσεις.
Και ας πάμε στην ουσία, στην ισορροπία της λογοτεχνικής γραφής του Ράχμαν με την ιστορία που θέλει να μας διηγηθεί. Ο Ράχμαν είναι εξαιρετικός όταν αναλύει τις σκέψεις του ήρωα, του Ζαφάρ.
Για την Αμερική σήμερα: «Ωστόσο, η αισιοδοξία είναι από τη φύση της απεριόριστη, δεν ανέχεται όρια, δεν γνωρίζει αποθάρρυνση, βαδίζει προς τα εμπρός, δεν ξέρει πότε να σταματήσει. Το πέρασμα από την ιδρυτική πεποίθηση της Αμερικής, ότι είναι σε θέση να δημιουργεί μια ολοένα και τελειότερη ένωση, στην πίστη ότι μπορεί να ανοικοδομήσει μια άλλη, ξένη χώρα, με το όραμα των δικών της προσδοκιών -η κάλυψη αυτής της απόστασης- δεν διαρκεί ούτε δευτερόλεπτο: ο πολιτικός το έχει ήδη κάνει, προτού καν σου πει ότι εγκρίνει αυτό το μήνυμα. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί είδηση. Από την περηφάνια στον ναρκισσισμό ο δρόμος ήταν ανέκαθεν μακρύς και στρωμένος με πτώματα». Είναι διαφωτιστικός επίσης για πολλές από τις διεθνείς εξελίξεις την τελευταία εικοσαετία, όπως για παράδειγμα τον ρόλο του ΟΗΕ στο Αφγανιστάν: «Τώρα όλοι παίζουν το παιχνίδι. Εδώ είναι η σκακιέρα, κι αυτό το δωμάτιο είναι ένα τετραγωνάκι της (…) επειδή όλοι εδώ πέρα αποτελούν ένα κομμάτι της ιστορίας (…), δημιουργούν την ιστορική εξέλιξη (…), να οικοδομήσουν ένα κράτος, να βοηθήσουν τους Αφγανούς να οικοδομήσουν το κράτος τους. Παίζουν το παιχνίδι όπως παίζεται πάντα: το παιχνίδι της Αυτοκρατορίας και του Εγώ. Το βλέπετε; Η αίθουσα έχει κιόλας αρχίσει να μοιάζει με σκακιέρα… Δηλαδή οι Αφγανοί ήταν απλώς ένας καταπιεσμένος πληθυσμός και εκείνοι το ιππικό; Τους γαμημένους. Με ποιο δικαίωμα;».
Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά αποσπάσματα του βιβλίου που η γραφή του Ράχμαν με εξέπληξε με την ορμητικότητά της όταν έπρεπε, την ησυχία της όταν τη χρειαζόμουν διαβάζοντας, το συναίσθημά της όταν τα πρόσωπα του βιβλίου έμοιαζαν να χάνονται σ’ έναν άνισο κόσμο.
Ή θα μπορούσα να σας μιλήσω για πρόσωπα που περνούν από το βιβλίο, όπως ο πρόσφατα χαμένος συγγραφέας Φίλιπ Ροθ ή αγαπημένος ποιητής Ρόμπερτ Φροστ.
Ή να τονίσω το ενδιαφέρον κομμάτι για τη γνωσιακή επιστήμη που βοηθά με εντυπωσιακό τρόπο τον σύγχρονο άνθρωπο να καταλάβει τον εαυτό του.
Θα ήταν άδικο όμως να μην τελειώσω αυτό το κείμενο με τις σκέψεις του Ζαφάρ για τη γυναίκα που αγάπησε, την Εμιλι. Οταν διαβάσετε το βιβλίο θα καταλάβετε γιατί.
«Δεν είχα κανέναν έλεγχο πάνω στην Εμιλι του μυαλού μου, δεν είχα καμία δύναμη· δεν έχουμε περισσότερο έλεγχο στους άλλους -όπως τους έχουμε πλάσει μες στο μυαλό μας- απ’ ό,τι στον ίδιο μας τον εαυτό. Τι σου λέει μια οπτική απάτη, μια ψευδαίσθηση; Σου λέει ότι δεν έχεις άμεση πρόσβαση στην πραγματικότητα. Πώς μπορείς να αποκτήσεις οποιονδήποτε έλεγχο σ’ έναν κόσμο που δεν τον βλέπεις, έναν κόσμο που σε περιλαμβάνει;… Το ν’ ακούς τους ανθρώπους είναι δύσκολο, επειδή διατρέχεις τον κίνδυνο να χρειαστεί να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο. Θα προτιμούσαμε να τους καταστρέψουμε».
