ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια φανταστική ιστορία που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα και μια πραγματικότητα που σχεδόν δεν τη φαντάζεσαι. Γάμος παραδοσιακός. Οπερ σημαίνει: γλέντι μέχρι πρωίας σε πλατεία χωριού, βαράτε βιολιτζήδες, κι αν μπορείς κοιμήσου, μίζερε, που τρώγεσαι με τη χαρά του άλλου. Τέσσερις και πενήντα ένα μεταμεσονυκτίως. Κυριακή ξημερώματα. Ο,τι ανάβει το γλέντι πάνω που πήγαινε να σε πάρει ο ύπνος. Στη φράση παθητικός καπνιστής προσθέτεις, την περίπου ομοειδή παθητικός διασκεδαστής. Γάμος στο χωριό και της… ιεροδούλου.

Τρεισήμισι-τέσσερις παρά, κάπως οι γαμηλιούντες χαμήλωσαν την ένταση στα μεγάφωνα. Σηκώνεσαι για τουαλέτα, μετά από ύπνο άκρως διατεταραγμένο έως εφιαλτικό· γερμανικό νούμερο στη σκοπιά με συνεχείς εφόδους. Πίνεις ένα ποτήρι κρύο νερό με μισόκλειστα μάτια και ξαναπέφτεις.

Κι εκεί απάνω που έλεγες μήπως και κοιμηθείς μια στάλα, αρχίζει η βαριά βιομηχανία την πολεμική παραγωγή. Μετά από ένα δοκιμαστικό συρτό, ορχηστρικό, στη διαπασών (μεγαφωνική εξέταση), πλακώνουν φονικές ριπές τα θεριακλίδικα πρωινοκαψούρικα, με παραγγελιές σε υπερπαραγωγή: Κάτι «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Ιστορία μου αμαρτία μου», «Δεν ζω χωρίς εσένα ούτε λεπτό» (σε διφωνία αυτό) κ.α.η.π. (και άλλα ηχηρά παρόμοια) να σου φεύγει το τσερβέλο.

Από κάποια στιγμή, μόνη ελπίδα ήταν να ανακαλύπτεις μουσικές φράσεις που δεν φαλτσάρανε τραγουδιστές (δύο) και τραγουδίστριες (επίσης δύο) και βιολί (ένα) και να φτιάχνεις με το μυαλό εικόνες: Τώρα δίνει παραγγελιά ο μεγάλος αδελφός της νύφης. Τώρα κάνει σεκόντο στην τραγουδίστρια η μικρή αδελφή του γαμπρού.

Τώρα ρίχνει στροφές ο πεθερός (άσχετο ποιος) και βαράει παλαμάκια γονατιστός ο (άσχετος και αυτός) συμπέθερος. Εκεί που το ποτήρι ξεχείλισε κι ο ύπνος τινάχτηκε και πέταξε σαν πουλί κυνηγημένο, ήταν σε μύδρο που συντάραξε το χωριό, όπως γίνεται με το νταμάρι της Τετάρτης (υπάρχουν ορυχεία μαρμάρου στην περιοχή), με το «Νύχτα στάσου… Νύχτα ρίξε κεραυνό». Η αθεόφοβη αοιδός επέμενε να βγάζει συνεχώς αποτυχημένα… φωνοαντίγραφα της Μαρινέλλας.

Στην τελευταία κορόνα πετάχτηκε σαν ελατήριο, είπε στη σκυλίτσα του: «Μάντη, την πατήσαμε! Ετσι γεννιέται ο κόσμος: μ’ έναν κρότο· παραλλαγή αυτό, του Ελιοτ». Του απάντησε: «Δεν σας καταλαβαίνω τους ανθρώπους, γιατί κάποια τραγούδια τα λέτε “σκυλάδικα”!». Σηκώθηκε, οριστικά, τεσσερισήμισι ευπρεπώς άυπνος. Τα μεγάφωνα σίγησαν απάνω στο πρώτο της ημέρας ροδί δάκρυ· παραλλαγή του Ομήρου αυτό. Θυμήθηκε την «Αμοίρου Οδύσσεια» του αξέχαστου λογοπλόκου, φίλου Γιάννη Αργύρη των «Εσπερίδων».

Θυμήθηκε τον άλλο φίλο (απόντα και αυτόν· ποιος θυμάται ζωντανούς μετά από αγρυπνία εφιαλτική!) Θανάση Αραπίδη, μουσικό, άφταστο στα πνευστά. Ελεγε πως, όταν ακόμα έπαιζε στα μαγαζιά και τους έπαιρνε το πρωί, επειδή κάποια παρέα είχε κατσικωθεί και δεν έλεγε να φύγει, οι μουσικοί έλεγαν μεταξύ τους: «Ρε, δεν παίζουμε κανένα καταδιωκτικό;», όπου «καταδιωκτικά» είχαν «κρυπτογραφήσει» τα «κοιμήσικα» άσματα που… καταδίωκαν τους κατσικωμένους ξενύχτηδες. Σήμερα ο χαρακτηρισμός αντιστράφηκε: οι μουσικοί (και του γάμου οι γλεντοκόποι, και είθε να περάσουν οι νεόνυμφοι ζωή χαρισάμενη) καταδιώκουν τον ύπνο των αθώων, με παραφωνίες και φάλτσα στο ακονιστήρι!

Το πρωί που βγήκε με τη σκύλα, απέμεναν ακόμα στην πλατεία κάποια υπόλοιπα (ρετάλια) γλεντζέδων. Δεν τραγουδούσαν. Φώναζαν πολιτικά…