«Τι σας λείπει από την Αθήνα και το ψάχνετε τόσο μακριά;». Ο έξοχος Εποπας του Χρήστου Λούλη αναρωτιέται. Μπροστά του έχει δύο περίεργους τύπους, τον Πεισθέταιρο και τον αγαθό Ευελπίδη (Νίκο Καραθάνο και Αρη Σερβετάλη), που ονειρεύονται να «γίνουν πουλιά, να τα ξαναγαπήσουν όλα» και να χτίσουν την «πόλη τους, μια παχουλή μητρόπολη μέσα στα σύννεφα».
Και κοίτα να δεις, είμαστε όντως μακριά από την Αθήνα και η πόλη που μας φιλοξενεί είναι πράγματι μια μητρόπολη που συχνά σε παραμυθιάζει ότι ίπτασαι πάνω από τα σύννεφα.
Αλλά πόσο εύκολο είναι να παρασύρεις τους Αμερικανούς έχοντας για όπλα ένα κείμενο χιλιάδων ετών σαν τους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη και μια παράσταση αισθήσεων, αγνών συναισθημάτων και καθαρής ποίησης;
Κι όμως, ο Νίκος Καραθάνος τα κατάφερε. Επί δύο εβδομάδες ένα σμήνος ελληνικά πουλιά πετούν εκστασιασμένα πάνω από τη Γέφυρα του Μπρούκλιν, μιλούν ελληνικά, χτίζουν τα βράδια στη σκηνή του θεάτρου St. Ann’s Warehouse τη μεταμοντέρνα Νεφελοκοκκυγία τους και «κουβεντιάζουν» με τους Αμερικανούς για όνειρα, δικαιοσύνη, ουτοπίες, ανοιχτές κοινωνίες, πολιτική, ανθρώπους και πουλιά.
H προθέρμανση βέβαια ήταν γερή: το νεοϋορκέζικο «Time Out» της εβδομάδας είχε κυκλοφορήσει με εξώφυλλο τα «Πουλιά», το ξενοδοχείο που φιλοξενούσε την ελληνική αποστολή στο Μανχάταν είχε υψώσει την ελληνική σημαία στην είσοδο, οι ηθοποιοί-κομάντος κατάφεραν με δύο μόνο μέρες προβών να βρουν τα πατήματά τους σε ένα απολύτως άγνωστο έδαφος, ενώ ήδη από την τρίτη παράσταση ο Τζέρεμι Αϊρονς έσπευσε να δει τους «Ορνιθες» και να υποβάλει τα σέβη του στον Ν. Καραθάνο.
«Το Ιδρυμα Ωνάση προσκαλεί το κοινό της Νέας Υόρκης να διερευνήσει θέματα που κυμαίνονται από την πολιτική σάτιρα έως τη δημοκρατία, την κοινωνική και πολιτική ευαισθητοποίηση, καθώς και να απολαύσει αυτό που θεωρούμε ότι αντιπροσωπεύει τη μακρά διάρκεια στον χρόνο της ελληνικής θεατρικής παράδοσης», σημείωσε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, δρ Αντώνης Παπαδημητρίου.
Σχεδόν 20 άτομα η ομάδα των ηθοποιών και καθένας βίωνε αυτό το μοναδικό ταξίδι στη Νέα Υόρκη με τον δικό του τρόπο. Συναισθήματα διαφορετικά, σκέψεις αντικρουόμενες.
Ο Νίκος Καραθάνος ήταν φανερά πανευτυχής. Ο Χρήστος Λούλης σκεφτόταν ότι οι Αμερικανοί είχαν έρθει ανοιχτοί και σχεδόν έτοιμοι να αγαπήσουν τους «Ορνιθες».
«Είναι σαν να ανοίξαμε ένα παράθυρο ή να βγήκαμε από ένα κλουβί για να δούμε πόσο φως έχει εκεί έξω. Νιώθω εδώ πολύ πιο φορτισμένος από την πρεμιέρα της Επιδαύρου. Είναι σημαντική η γέννηση ενός “παιδιού” αλλά και πολύτιμη η στιγμή που το βλέπεις να κάνει ένα βήμα».
Ο Αγγελος Τριανταφύλλου, που έγραψε τη σπουδαία μουσική της παράστασης (ειδική μνεία τού έκαναν και οι «Τάιμς»), χαιρόταν που στην Αμερική -σε αντίθεση με την Ελλάδα- κανείς από τους δημοσιογράφους δεν τον ανακρίνει για τον τρόπο που κινήθηκε.
Η Εμιλυ Κολιανδρή και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη εντυπωσιάζονταν από τη συγκίνηση που χαρίζει στους Αμερικανούς ένα άγνωστο κείμενο.
Ο Μιχάλης Σαράντης διχαζόταν γιατί βρισκόταν «στην ωραιότερη πόλη του κόσμου αλλά καθώς η παράσταση είναι η δυσκολότερη που έκανε ποτέ δεν μπορεί να στρωθεί στη δουλειά».
Ο Κώστας Μπερικόπουλος ευλογούσε την τύχη του που ο Αγγελος Παπαδημητρίου δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στην Αμερική και τον αντικατέστησε.
«Πάμε να δημιουργήσουμε μια άλλη επικράτεια για να μπορεί να κυκλοφορεί αυτό που ονομάζουμε σύγχρονη ελληνική παραγωγή με νέους όρους. Αν ο Νίκος ήθελε να έρθει στην Αμερική με τον “Βυσσινόκηπο” θα ήταν σχεδόν ανέφικτο, διότι τι νόημα έχει να ξεκινήσεις έναν δίαυλο επικοινωνίας με έναν ελληνικό θίασο που θα παίζει Τσέχοφ;» τόνισε η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση.
Ως περισσότερο «δικοί» μας οι «Ορνιθες» λοιπόν, είναι μια μάχη κερδισμένη, ένα credit σημαντικό, μια αρχή που εξελίχθηκε σε θρίαμβο.
«Είναι τρομερά γοητευτικό να βλέπεις ότι επικοινωνείς. Η Αριάν Μνουσκίν -δικαιολογώντας τις μεγάλες της παραστάσεις- έλεγε ότι χρειάζεται ώρα για να βάλει ο ηθοποιός τη μάσκα του και να βγάλει ο θεατής τη δική του. Νιώθω ότι καταλαβαινόμαστε γιατί εκείνοι την έχουν βγάλει. Δεν μας γνωρίζουν κι έτσι δεν έχουμε λίγο βρομίσει μέσα στη συνάφεια των πραγμάτων», είπε ο Νίκος Καραθάνος, προετοιμάζοντάς μας για την εξωστρέφεια των Αμερικανών θεατών.
Οι άνθρωποι του θεάτρου (ένα υπέροχο ιστορικό οικοδόμημα 2.300 τετραγωνικών μέτρων, χτισμένο πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο), θέλοντας να εξασφαλίσουν συνθήκες που να μοιάζουν στοιχειωδώς με την Επίδαυρο, διαμόρφωσαν σε κυκλικό σχήμα τις θέσεις των θεατών.
Και όντως, το βράδυ που παρακολουθήσαμε την παράσταση, παρ’ όλο που το κοινό ήταν κυρίως ελληνικό, τον είδαμε με τα μάτια μας αυτόν τον δίαυλο επικοινωνίας που άνοιξε ο Ελληνας σκηνοθέτης με τους Αμερικανούς.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποια στιγμή που οι θεατές καλούνται στη σκηνή, άνθρωποι ανεξαρτήτως ηλικίας ανέβαιναν, γίνονταν ένα με τους ηθοποιούς, ανέχονταν ακόμα και τη βροχή που έπεφτε και τους έκανε μούσκεμα!
Ολη αυτή η δίωρη ανταλλαγή ηλεκτρισμού και συναισθημάτων κατέληξε σε έναν παραληρηματικό χορό των ηθοποιών -κάτω από την περίφημη αναμμένη πελώρια μπάλα της παράστασης- κι έδειξε στους Αμερικανούς τι σημαίνει διονυσιασμός.
Ετσι, καθόλου τυχαία οι δύο πρώτες κριτικές που γράφτηκαν για την ελληνική άφιξη ήρθαν από δύο μέσα που δεν θυμόμαστε πότε έγραψαν για ελληνική παράσταση τελευταία φορά, ούτε και φανταζόμαστε ποια θα είναι η επόμενη.
Ο απαιτητικός Μπεν Μπράντλεϊ, κριτικός στον γίγαντα της δημοσιογραφίας Νew York Times, ανέφερε πως «τέτοιο διονυσιασμό που να δυναμιτίζει ολόκληρο το θέατρο έχουν να δουν οι Νεοϋορκέζοι από την εποχή της ακμής του ρηξικέλευθου Living Theater, τη δεκαετία του ’60».
Ενώ, η Σάρα Χόλντρεν, κριτικός του επιδραστικού Vulture (πολιτιστικό του New York Magazine), έγραψε πως παρακολούθησε «έναν ατρόμητο θίασο 19 ηθοποιών, που αποτελούν ένα ολόκληρο φεστιβάλ από μόνοι τους» και κατέληξε ότι «στο τέλος νιώθεις κάπως περίεργα και πολύ μεθυστικά».
Παρακαταθήκη
Αν υπάρχει κάτι που κρατά κανείς ως παρακαταθήκη για το μέλλον δεν είναι τα θερμά λόγια ενός παράξενου κριτικού ούτε και οι πρωτόγνωρες αντιδράσεις ενός απαιτητικού κοινού. Είναι η διαπίστωση πως οι «Ορνιθες» δεν προσγειώθηκαν ως κομήτες στο Μπρούκλιν για τρεις παραστάσεις, αλλά δημιούργησαν την ανάγκη για έναν ολόκληρο κύκλο εκδηλώσεων (σαν μίνι φεστιβάλ) γύρω από τις αριστοφανικές ανησυχίες.
Μεταξύ αυτών, περίπατοι παρατήρησης πουλιών και μια έκθεση σύγχρονης τέχνης με τίτλο «Nature of Justice: On The Birds» μέσα στο θέατρο όπου δίνονταν οι παραστάσεις.
Ο Ντέιβιντ Λεβάιν επίσης ετοίμασε ένα έργο/μελέτη (θα εκτεθεί στο Μουσείο του Μπρούκλιν) και συνέδεσε το αρχαίο θέατρο με το κοινό που στην εποχή του fake προσλαμβάνεται για να υποδύεται το κοινό σε πολιτικές συγκεντρώσεις ή εκδηλώσεις (fake crowd).
Η Ρέιτσελ Κούσνερ συνομίλησε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης με τον Πολ Σρέιντερ σχετικά με το νέο της μυθιστόρημα «The Mars Room» (εξετάζει το αμερικανικό σωφρονιστικό σύστημα και την ηθική της τιμωρίας), αλλά και για τον σωφρονισμό στο έργο του Αριστοφάνη.
Ο Μπάμπης Μακρίδης κατέγραφε με την κάμερά του τα πάντα καθώς ετοιμάζει την ταινία των «Ορνίθων», μια κινηματογραφική παραγωγή που ισορροπεί μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας (θα προβληθεί τον ερχόμενο χειμώνα στη Στέγη). Ενώ η πιο συγκινητική στιγμή αυτού του οδοιπορικού ήταν η επίσκεψη (7/5) του θιάσου στις εγκαταστάσεις των Σωφρονιστικών Φυλακών του Rikers Island στη Νέα Υόρκη, όπου ερμήνευσαν στους κρατούμενους τραγούδια της παράστασης.
Αύριο Κυριακή 13 Μαΐου, στις 23.59 ώρα Ελλάδος, δίνεται η τελευταία παράσταση στην Αμερική και μπορείτε να την παρακολουθήσετε σε live streaming. Οπως και να ’χει, η μπάλα των Πουλιών άναψε. Οπως κι η φλόγα στις καρδιές αυτής της φοβερής παρέας. Κι είναι πια αδύνατον να σβήσει, μόνο να μείνει δυνατή μπορεί για να τη δούμε σύντομα να φωτίζει κι άλλες πόλεις στον κόσμο…
