ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρης Δρουκόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Α. Τα κείμενα και οι κρίσεις

1. Το Δεκέμβριο του 1976 ο εκδοτικός οίκος ΕΡΜΗΣ εκδίδει σε ένα τόμο τις τρείς συλλογές πεζογραφημάτων του Γ. Ιωάννου: «Για ένα φιλότιμο», «Η Σαρκοφάγος» και «Η μόνη κληρονομιά».

2. Τέλος Μαρτίου του 1977 ο Α. Κοτζιάς στην ομιλία του για τον Γ. Ιωάννου «Εξομολόγηση και η τέχνη του φενακισμού» λέει

«Είναι γνωστό πως στα νεοελληνικά Γράμματα δύσκολα ταξιθετούνται σχολές εγχώριας προέλευσης, γιατί οι λογοτέχνες μας συχνότερα επηρεάζονται από αλλοεθνείς παρά από ομόγλωσσους ομοτέχνους. Ωστόσο το γεγονός είναι αναμφισβήτητο ότι ο Γ. Ι. έστω και αν δεν μπορεί να αποκληθεί αρχηγός σχολής, έχει κιόλας επηρεάσει μια σειρά από αξιολογότατους νεότερους διηγηματογράφους-τον Σάκη Παπαδημητρίου, τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, τον Δημήτρη Νόλλα, τον Τόλη Καζαντζή, τον Άγγελο Καλογερόπουλο. Τούτο δεν ενέχει τίποτα το μειωτικό για τους άξιους αυτούς τεχνίτες. Απλώς υποδηλώνει μια γραμματολογική παρατήρηση. Στο κάτω-κάτω ο τρόπος του Γιώργου Ιωάννου, και προπαντός η γλώσσα του, μας έχει επηρεάσει όλους μας.»

3. Τέλος Απριλίου του 1977 ο Δ. Μαρωνίτης δίνει διάλεξη και τον Ιούνιο δημοσιεύει στο ΒΗΜΑ τις απόψεις του για το πεζογραφικό έργο του Γ. Ι. όπου διαπιστώνει τα εξής ο Καζαντζής, ο Καλογερόπουλος, ο Λαχάς, ο Παπαδημητρίου παρουσιάζουν θετικές ή αντιθετικές ομοιότητες με τη δουλειά του Γ. Ι.

Εδώ όμως βλέπει και τον κίνδυνο της μίμησης:

«Φυσικά δικαίωμα του κάθε ανθρώπου, και κάθε συγγραφέα, είναι να αποφασίσει πώς θα χρησιμοποιήσει τη μνήμη του: αν θα τη ραγίσει με τις εμβολές του σήμερα και του αύριο. Το δίλλημα όμως αυτό αποκτά αντικειμενικότερο ενδιαφέρον, από τη στιγμή που ένας συγγραφέας-μάστορας αναλαμβάνει, κατά κάποιον  τρόπο, να ρυθμίσει την πεζογραφία μας στον επαρχιακό ρυθμό, και από κοντά τον ακολουθούν και άλλοι νεότεροι.»

4. Ο ίδιος ο Γ. Ι. σε συνέντευξή του το Νοέμβριο του 1977 σε σχετική ερώτηση απάντησε: «Αν και δεν ταιριάζει να το λέω εγώ, έχω παρατηρήσει, από χρόνια, ότι ασκώ κάποια επίδραση. Ναι, θαρρώ ότι αρκετοί έχουν πατήσει, έχουνε στηριχθεί πάνω στο έργο μου για να προχωρήσουν».³

Εδώ πρέπει να αναφέρω σύντομα τα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του Γ. Ι. για να συσχετιστούν με των νεότερων συγγραφέων:

Η επίδραση του Γιώργου Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς

 εισβολή της μνήμης στο παρελθόν: εφηβική ηλικία κυρίως, στρατιωτικό, «επαρχιακή» ζωή της Θεσσαλονίκης.

Η επίδραση του Γιώργου Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς

 παρατηρητικότητα, συνεχής ενατένιση της λεπτομέρειας.

Η επίδραση του Γιώργου Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς

 βιωματική γραφή, λυρισμός εσωτερικής καύσεως(κατά Βαγενά)

Η επίδραση του Γιώργου Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς

 ερωτικό βλέμμα και διαμόρφωσή του

Η επίδραση του Γιώργου Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς

 υποκειμενικές εμπλοκές του αφηγηματικού εγώ και μετεωρισμός του πάνω από το «μαύρο κενό» (παρανοικός χαρακτήρας κατά Μαρωνίτη, νευρωσικές καταστάσεις κατά Κοτζιά).

Η επίδραση του Γιώργου Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς

 αισθήματα ενοχής-εξομολογητική διάθεση.

Β. Συγγραφείς που δέχτηκαν την επίδραση του Γ. Ι.

1. Μετά από αυτά τα εισαγωγικά, θα κάνω μια περιδιάβαση σε συγγραφείς που ανέφεραν οι προηγούμενοι μελετητές και σε μερικούς άλλους, για να φανεί ποια είναι η επίδραση που άσκησε ο Γ. Ι.

‘Ηδη ακούσαμε τον Κοτζιά να ομολογεί: «στο κάτω-κάτω ο τρόπος του Γ. Ι., και προπαντός η γλώσσα του, μας έχει επηρεάσει όλους μας.»

2. Ο Μένης Κουμανταρέας (1931) είχε αρχίσει να δημοσιεύει πεζογραφήματά του νωρίτερα από τον Γ. Ι. «Τα μηχανάκια» (1962).

Ωστόσο το βιβλίο του «Σεραφείμ και Χερουβείμ» (1981) δεν αποκλείεται να γράφτηκε κάτω από τη γοητεία των αφηγημάτων του Γ. Ι. καθώς απεικονίζει τη ζωή της γειτονιάς του γύρω από την πλατεία «Κυριακού/Βικτωρίας» την προπολεμική και την μεταπολεμική εποχή. Στην αφήγηση μετέχει ενεργά και ο ίδιος ο αφηγητής. Μετέχει στη ζωή των ανθρώπων της συνοικίας καθώς τη βλέπει να αλλάζει σιγά-σιγά:

«Ας έπεσε το παλιό διώροφο απέναντί μας. Αυτό με τα κόκκινα κεραμίδια και την αροκάρια στην αυλή. Το τρυπημένο από τις σφαίρες του Δεκέμβρη. Εγώ παρ’ όλη την πολυκατοικία που φύτρωσε στη θέση του, εξακολουθώ να το βλέπω» (σελ. 51)

Είναι χαρακτηριστικό το τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «το προσκλητήριο»:

«Τελικά, νομίζω πως όσα πρόσωπα πέρασαν από εκείνη την περίοδο της ζωής μου, από τα πιο συμπαθητικά ως τα πιο αντιπαθητικά, όλα ή σχεδόν όλα εξελίχτηκαν σε καλά στοιχειά. Τις νύχτες όταν δεν έχω τίποτα να κάνω και με κανένα να μιλήσω, έρχονται και κάθονται δίπλα μου σαν άγγελοι και μου κρατάνε βάρδια. Κι εγώ έχω ένα μαγικό τρόπο να τα επικαλούμαι. Πιάνω την πένα ή απλά χτυπώ τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Και τότε εκείνα υπάκουα εμφανίζονται.»(σελ. 235)

3. Λίγο μεγαλύτερος από τον Κουμανταρέα είναι ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930). Το πρώτο του βιβλίο όμως το εξέδωσε μόλις το 1973, το «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη». Εδώ, όπως και στα άλλα βιβλία πεζογραφημάτων του, είναι εντονότερη η επίδραση του Γ. Ι. Θα έλεγε κανείς ότι ο Παπαδημητρακόπουλος ενθαρρύνθηκε για να γράψει πεζογράφημα από τον Γ. Ι. και πιθανότατα σ’ αυτόν κάνει υπαινιγμό στο διήγημα «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη» της συλλογής:

«Μου θυμίζεις (του λέω) εκείνον τον φίλο σου τον ποιητή, που έγραψε στην αρχή μερικά καλά ποιήματα. Ύστερα άρχισε να γράφει και κείμενα, που τα ονομάζει διηγήματα. [  ] Ένιωσα τότε άσχημα, έτσι που του είχα μιλήσει, ελαφρά τη καρδία και αφ’ υψηλού, ενώ ο Πρόδρομος, ήταν φανερό, είχε προσπαθήσει να μας εξομολογηθεί μια προσωπική του ιστορία»(σελ. 81-82)

Τα πεζογραφήματα του Παπαδημητρακόπουλου είναι διηγήματα, είναι κομμάτια από τη ζωή του αφηγητή κατά την παιδική/μαθητική ηλικία του, την κατοχή, τον εμφύλιο και τη μετέπειτα υπαλληλική σταδιοδρομία του. Δεν έχουν όμως καθόλου εξομολογητικό χαρακτήρα. Είναι σύντομες ανάλαφρες ιστορίες, όπου παίζει σημαντικό ρόλο και ο τόπος όπου συμβαίνουν αυτές οι ιστορίες, και ιδίως ο Πύργος, από όπου κατάγεται ο συγγραφέας, και η γύρω περιοχή. Πολλές είναι οι σελίδες που θυμίζουν Γ. Ι.

Μερικά παραδείγματα: «Τελευταία προτιμώ να τριγυρνώ στο κατάστρωμα, να κάνω παρέα με άλλους επιβάτες και να κουβεντιάζω με αυτούς που έρχονται από μακριά. Η κουβέντα στα καράβια έχει μια απροσδόκητη ειλικρίνεια, και οι σχέσεις των επιβατών αποκτούν μια οικειότητα προχωρημένη»(«Όνειρο στο κύμα»)

Και ένα πεζογράφημα σε τύπο δοκιμίου αρχίζει έτσι:

«Έχω πολλές φορές εξάρει το ρόλο του τοπικού τύπου, του καλούμενου και επαρχιακού, του οποίου είμαι φανατικός και, αν μπορώ να πω, αμετανόητος αναγνώστης. Όταν έκανα τα πρώτα μου ταξίδια στις διάφορες ελληνικές περιοχές, προ του ύπουλου, ακήρυχτου και πλέον καταστρεπτικού πολέμου στην μακρόχρονη ιστορία της χώρας, του πολέμου δηλαδή των νεοελλήνων κατά της Ελλάδος (οπότε, σε είκοσι μόνον χρονάκια, ήρθε το πάνω κάτω), προκειμένου, λοιπόν, τότε να εισχωρήσω στο κλίμα κάποιας πόλης και να καταλάβω τι μου γίνεται, αναζητούσα την κεντρική πλατεία και τις τοπικές εφημερίδες»

Είναι εμφανής, νομίζω η επίδραση του Γ. Ι.

4. Δέκα χρόνια νεότερος από τον Γ. Ι. είναι ο θεσσαλονικιός συγγραφέας Τόλης Καζαντζής (1938). Έγραψε και αυτός κάμποσα διηγήματα στη σκιά του Γ. Ι.

«Κάθε τόσο χώνω το χέρι μου μες στην αθέατη σακούλα μιας απύθμενης μνήμης κι από κει μέσα ανασύρω κάποια ανάμνηση, κι αμέσως ένας ολόκληρος κόσμος μπορεί ν’ αναστηθεί, αφού η μια ανάμνηση φέρνει την άλλη, κι αυτή την παράλλη, την τρίτη και την τέταρτη και την δεν ξέρω ποια, έτσι που ανοίγεται, ανοίγεται όλο και πιο πολύ το πεδίο και η εμβέλεια του νου και της ψυχής μου»(Αχ και να ξανάρχονταν»).

Έχομε δηλαδή λειτουργία της μνήμης: παιδικά χρόνια, κατοχή, στρατιωτικό. Χώρος οι λαικές γειτονιές και η Θεσσαλονίκη:

«Δεν έκανε χωρίς αυτή την πόλη. Κι όταν καμιά φορά την εγκατέλειπε, σπρωγμένος κι αυτός από κάποιο συρμό για «αλλαγή» ή, όπως τις είπαν «διακοπές» αυτές τις έντρομες φυγές, βιαζόταν να επιστρέψει, να ξαναβρεί τη χαμένη του συνέχεια μέσα στο χρόνο, μέσα στις εδαφικές, ιστορικές στρωματώσεις της πόλης, που τις ένιωθε ζώσες και θερμές κάτω απ’ τα πόδια του να κατευθύνουν και να σταθεροποιούν τα βήματά του. Στο τέλος το κατάλαβε αυτές οι ανόητες λιποταξίες αξίζανε μοναχά γιατί τελειώνανε με μιαν επιστροφή. Κι αντίθετα μ’ εκείνο το μεγαλοφυή, τον αγαπημένο του συγγραφέα, που προτιμούσε επιστρέφοντας στην πόλη να τη συναντάει από τη θάλασσα εισχωρώντας σιγά σιγά στον κόλπο της, ο Απόστολος προτιμούσε να τη συναντάει απ’ την ξηρά»(«Απόστολος και Φερδινάνδος»).

Δεν αποκλείεται ο «Απόστολος» να είναι η απάντηση στη φυγή του Γ. Ι. από την πόλη του και με μια ελαφρά απόχρωση ειρωνείας.

Στα πεζογραφήματά του συναντάμε και άλλα στοιχεία που μοιάζουν με αντίστοιχα του Γ. Ι. αλλά ταυτόχρονα διαφέρουν κιόλας. Παραδείγματος χάριν ο Καζαντζής δίνει πολλές λεπτομέρειες για τη γειτονιά ώστε να την ανασυνθέσεις ολόκληρη ενώ ο Γ. Ι. τις λεπτομέρειες τις χρησιμοποιεί για να εμβαθύνει.

5. Ο Σάκης Παπαδημητρίου (1940) είναι λίγο νεότερος από τον Καζαντζή. Άρχισε να γράφει διηγήματα λίγο πολύ συμβατικά. Πιθανότατα η γνωριμία του με τα πρώτα πεζογραφήματα του Γ. Ι. στη «Διαγώνιο» τον έσπρωξε να αποτυπώνει νευρωτικές καταστάσεις. Στην πρώτη συλλογή «Το  δωμάτιο» αφηγείται ιστορίες ενώ στη συλλογή «Το ασανσέρ» δεν υπάρχει ιστορία με την κλασική έννοια, αλλά διερεύνηση εσωτερικών γεγονότων από αφορμή εξωτερικών συμβάντων και παρατηρήσεων. Συνήθως πρόκειται για ασήμαντα γεγονότα που όμως μεγαλοποιούνται από μια υποχονδριακή συνεχή προσοχή:

«Από το μάτι (της πόρτας) φαίνεται και το φωτάκι του ασανσέρ. Πέρασα πολλές ώρες από τα εφηβικά μου χρόνια ακόμα, παρακολουθώντας το φωτάκι αυτό. Δεν ξέρω γιατί το παθαίνω, αλλά μόλις το βλέπω κόκκινο και ακούω το υπόκωφο γουργουρητό με πιάνει μια παράξενη ανησυχία, μια νευρική ανυπομονησία. Αισθάνομαι το στομάχι μου να μαζεύεται και την αναπνοή μου να γρηγορεύει. Σχεδόν κάθε φορά ξεγελιέμαι και ελπίζω πως ίσως κάποιος να έρχεται σε μένα και αμέσως προσπαθώ ασυναίσθητα να συγκεντρωθώ για να ‘μαι έτοιμος να τον δεχτώ»¹⁰.

Άλλοτε εκφράζονται αισθήματα ενοχής:

«Σα να με βαραίνει μια προκαθορισμένη αμετάκλητη απόφαση σα να είχα καταδικαστεί-από ποιους αλήθεια;-να μένω κλεισμένος, παρόλο που μου δίνεται η δυνατότητα να επικοινωνώ. Αυτό καταντά χειρότερο και από τη φυλακή».¹¹

Εδώ βέβαια βρισκόμαστε στο χώρο και τα αισθήματα των «Κελιών» του Γ. Ι. Το ίδιο αίσθημα συναντάμε και στο «Απόκομμα3» της ίδιας συλλογής. Επίσης το δοκιμιακό στοιχείο είναι διάσπαρτο στα πεζογραφήματα του Παπαδημητρίου. Ιδιαίτερα ξεχωρίζει το πεζογράφημα «Μια ηχογράφηση» στην ίδια συλλογή.

6. Σύγχρονος του Παπαδημητρίου είναι ο Νίκος Χουλιαράς (1940). Το δεύτερο βιβλίο του, το «Μπακακόκ» περιέχει διηγήματα που έχουν ως χώρο δράσης τα Γιάννενα.

Το πρώτο διήγημα του βιβλίου αρχίζει έτσι:

«Το στενό του Αλημπάμπα ειν’ ένας δρόμος. Ένα ανηφορικό ασήμαντο δρομάκι εκατόν σαράντα βήματα, νύχτα με χιόνι, και εκατόν τριάντα εφτά, τη μέρα, με καλό καιρό.»

Και τελειώνει:

«Υπάρχει μόνο η ζωή της κάθε μέρας. Μια ζωή βουβή, χωρίς διέξοδο, που ανεβοκατεβαίνει σαν τον υδράργυρο, μες στο κατάκλειστο γυαλί της μνήμης και μας βαραίνει. Γιατί και γω που τώρα σας μιλώ, ξέρω πολύ καλά πως δεν τα κατάφερα ποτέ να φύγω από κει, είμαι ακόμη εκεί στο ανηφορικό στενό του Αλημπάμπα και το ανεβοκατεβαίνω άφωνος, χωρίς ούτε μια λέξη μαγική να μού ‘ρχεται στο στόμα»(«Το στενό του Αλημπάμπα»)

Λεπτομέρειες από την παιδική γειτονιά του αφηγητή, όπως φιλτράρονται από τη μνήμη. Οι λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής του αφηγητή είναι ένα άλλο στοιχείο που πλησιάζει τον Χουλιαρά στον Γ. Ι.

«Με τις ομπρέλες είχα από μικρός, θυμάμαι, μια σχέση ιδιαίτερη, μια σχέση παθολογική. Από τη μια ένιωθα γι’ αυτές ένα είδος φόβου αλλά και απέχθειας, ενώ, από την άλλη, για τις ίδιες έτρεφα αισθήματα τρυφερότητας και αγάπης. [  ]Τις μέρες της βροχής, λοιπόν, μ’ αρέσει να κρατάω μιαν ομπρέλα και να βαδίζω στον βρεγμένο δρόμο, σιγοσφυρίζοντας εκείνο τον παλιό σκοπό που τραγουδούσε ο πατέρας μου. Μιλώ για εκείνη την ανείπωτη χαρά που ανέβαινε στα σωθικά μου, σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων τη χαρά του προστατευμένου που έχει πάψει να ισχύει σήμερα, μιας και τίποτε δε μας προστατεύει πια».(«Οι ομπρέλες της ζωής μου»)¹²

7. Σύγχρονος του Παπαδημητρίου και του Χουλιαρά είναι ο Δημήτρης Νόλλας (1940). Με τον Γ. Ι. τον συνδέει μια σχεδόν υποχονδριακή προσοχή στη λεπτομέρεια στα πρώτα του βιβλία:

«Το ψαλίδι έκανε όμορφες στρογγυλές κινήσεις κάθε φορά που τέλειωνε ένα νύχι το κοίταζε εξονυχιστικά. Παρακολουθούσε την καμπύλη που ‘φτιαχνε ύστερα τ’ ακουμπούσε στο μάγουλό του καμιά φορά σαν δεν ήταν λείο το ‘τριβε στο παντελόνι του. Αυτή η δουλειά κράτησε πολύ τόσο που κι ο ίδιος αναρωτιόταν αν μπορούσε κανείς να κόβει τα νύχια του σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να σκέφτεται τίποτα, γιατί σίγουρα τίποτα δε σκεφτόταν, μόνο που κάθε τόσο ξαναπέρναγε απ΄το κεφάλι του η ίδια μελωδία πάντα η ίδια και πού στο διάολο τη βρήκα» («Νεράιδα της Αθήνας» εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ.9)

H ίδια εμμονή και στο πεζογράφημα CHANTILLY της συλλογής ΠΟΛΥΞΕΝΗ (εκδ. ΝΕΦΕΛΗ)

«Η σύγχυση αυτών που γράφω είναι μικρότερη αυτών που διαβάζετε έτσι κι εγώ ξυρίζομαι με πολλή προσοχή και μέθοδο. Παρατηρώ προσεκτικά την παραμικρή γωνιά του προσώπου μου και αιφνιδιάζω κάθε τρίχα που προσπαθεί να ξεφύγει ή να κρυφτεί.»

Και συνεχίζει έτσι, με μεγάλες όμως παρενθέσεις, όπου διαλογίζεται κατά τη διάρκεια του ξυρίσματος και κάνει παρατηρήσεις πάνω στην καθημερινή ζωή. Και τελειώνει το αφήγημα:

«Έχω σιχαθεί να ξυρίζομαι την ώρα που σκέφτομαι, πρέπει να το κόψω. Το ‘χω πει πολλές φορές αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τις μεγάλες αποφάσεις τις έχω πάρει, με τις μικρές τι θα κάνω;»

8. Νεότερος από τους προηγούμενους είναι ο Κώστας Λογαράς (1950) και κατά 23 χρόνια από τον Γ. Ι. Στα πρώτα πεζά του έχει επηρεαστεί από μια ορισμένη πλευρά της γραφής του Γ. Ι., αυτό που λέει ο Βαγενάς «πεζογραφικό λυρισμό, διαφορετικό από τον εξωστρεφή λυρισμό της έως τις μέρες του (του Γ. Ι.)πεζογραφίας μας. Μια ποιητικότητα εσωτερικής καύσεως»¹³

«θέλεις λοιπόν να μένεις μακρυά και απ’ αυτούς και από τα δίχως ενδιαφέρον βλέμματα. Καλύτερα η σιωπή. Ταιριάζει πιο πολύ στον έρωτά σου. Μα είσαι αναγκασμένος και να τους μιλάς και διαρκώς να τους συναναστρέφεσαι, με συγκατάβαση τις πιο πολλές φορές και δυσφορία, που την κρύβεις όμως και μάλιστα επιμελώς, τόσο που και συ ο ίδιος τελικά μπερδεύεις την αλήθεια με το ψέμα σου. Μπορείς τουλάχιστον να προστατεύεσαι καλύπτοντας τα μάτια σου πίσω απ’ τα σκούρα σου γυαλιά, είτε στο δρόμο βρίσκεσαι είτε σε χώρους κλειστούς. Κι αποκαλύπτεσαι μόνο για να κοιτάξεις μες στα μάτια όποιον νομίζεις (να το τονίσεις, το νομίζεις) όποιον λοιπόν νομίζεις πως αντέχει αυτή τη γύμνια των ματιών σου, ιδιαίτερα αυτόν που υποψιάζεσαι πως δεν θα την ξεχάσει και, κάποτε, μες στη χαρά του ή τη λύπη του θα την αναζητήσει»¹⁴

[1] Είναι φανερό πως το κείμενο αυτό κατάγεται από την «Καταπακτή» του Γ. Ι.

9. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος (1956) γράφει τα εξής για τον τρόπο γραφής του Γ. Ι.:

«Όσο ο συγγραφέας υποκύπτει σ’ αυτά στα οποία αναφέρεται, τόσο καταφέρνει να γίνει εκφραστικός, όχι για να οργανώσει κάτι, αλλά να χαράξει τη δική του διαδρομή μέσα σ’ αυτό το κάτι. [  ] Ο συγγραφέας είναι, λοιπόν, κάποιος που πρέπει να εγκαταλειφθεί σ’ ένα γραπτό ταξίδι με πυξίδα το σώμα του. Τότε το αποτύπωμα εμφανίζεται και είναι πάντα το δικό του, τίποτα το «αντικειμενικό» δεν υπάρχει σ’ αυτή την πορεία, που, ωστόσο, άλλο σκοπό δεν έχει από το προσωπικό και το συλλογικό βίωμα»¹⁵

Πιθανότατα πάνω σ’ αυτή τη γραμμή έγραψε τα μυθιστορήματά του ο Χ. Βακαλόπουλος, ιδιαίτερα «τους πτυχιούχους».

Γ.  Επίλογος

Στις προηγούμενες περιπτώσεις φάνηκε ότι το πεζογραφικό έργο του Γ. Ι. επέδρασε με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πεζογράφο, ή, καλύτερα, κάθε πεζογράφος ωφελήθηκε διαφορετικά από τον Γ. Ι. στη διαμόρφωση του δικού του έργου. Άλλος παρακινήθηκε να ενεργοποιήσει καλλιτεχνικά τη μνήμη του, άλλος την παρατηρητικότητά του, άλλος να εκφράσει το άγχος και τους φόβους του, άλλος τις ευαισθησίες του .Ίσως όμως το μείζον, αυτό που επεσήμανε ο Κοτζιάς το1977, όπως είδαμε, είναι η γλώσσα του Γ. Ι.

Και είναι σημαντικό ότι 20 χρόνια μετά τον Κοτζιά, το 1997, ένας από τους νεότερους πεζογράφους, ο Πέτρος Τατσόπουλος (1959) στο Συμπόσιο «20 χρόνια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (17-19/10/97) μίλησε με θέμα «Οι παρενέργειες της θερμοκοιτίδας-Η γενιά του ’80 στην πεζογραφία» και υποστήριξε τα εξής:

«Δεν μεταμορφωθήκαμε ασφαλώς σε καθαρευουσιάνους-δεν θα μπορούσαμε να μεταμορφωθούμε, ούτε και το επιθυμούσαμε. Βρήκαμε όμως ξανά τον μίτο, τον γλωσσικό μίτο, που μας συνέδεε με τη γενιά του ’60, τους προδικτατορικούς συγγραφείς, όπως ο Κώστας Ταχτσής, ο Γιώργος Ιωάννου ή ο Μένης Κουμανταρέας. Μετεξέλιξη του δικού τους αισθητηρίου, της δικής τους γλωσσικής όσφρησης, χρησιμοποιούμε σήμερα»¹⁶

Και θα τελειώσω με μια γενικότερη αποτίμηση του Γ. Ι., που έκαμε ένας νέος διηγηματογράφος, ο Σπύρος Γιανναράς (1972), το 2015, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Γ. Ι.

«Αγαπώ πολύ τον Ιωάννου, ο οποίος είναι μεγάλο σχολείο και σε επίπεδο γραφής και σε επίπεδο οικονομίας κειμένου. Λίγοι έχουν καταφέρει να κάνουν μικρά διηγήματα σε μικρό χώρο. […] Στη θεωρία της λογοτεχνίας ακόμα και ένα αυτοβιογραφικό κείμενο θεωρείται μυθοπλασία. Ο Ιωάννου έκανε ακριβώς αυτό. Βασιζόταν σε πράγματα που ζούσε και τα μετέτρεπε σε λογοτεχνία»¹⁷

Η γραφή του Γ. Ι. και η επίδρασή της είναι θέμα για παραπέρα εξέταση, πληρέστερη και βαθύτερη από αυτήν που ακούσατε απόψε από μένα.

1. “Μεταπολεμικοί πεζογράφοι», εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, σελ.54
2. “Πίσω-μπρος» σελ.241-2, 251
3. Γιώργος Ιωάννου-Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής (συνεντεύξεις) εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, σελ.67
4. «Θερμά θαλάσσια λουτρά» εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, 1995,σελ.66
5. «Ο Γενικός Αρχειοθέτης» στην ομώνυμη συλλογή, εκδ.ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΚΕΙΜΕΝΑ,1989, σελ.63
6. Για τη σχέση Ιωάννου και Παπαδημητρακόπουλου δες και το βιβλίο της Ε. Κρούπη-Κολώνα «Ο Γιώργος Ιωάννου και τα πεζογραφήματά του» εκδ.ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ.56-57
7. «Το τελευταίο καταφύγιο» εκδ. ΝΕΦΕΛΗ,1989,σελ.94
8. Στη συλλογή «Οι πρωταγωνιστές»(1983), εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ.124-125
9. Για τον Καζαντζή σε σχέση με τον Γ. Ι. δες της Ε. Κρούπη- Κολώνα, όπ. , σελ.57-58
10. «Πεζά 1960-1973» εκδ. «ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ» 1980,σελ.35
11. όπ. σελ.37
12. Από τη συλλογή «Νερό στο πρόσωπο» εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ..65,71
13. Στον τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής» (επιμ. Ν. Βαγενά) εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, σελ.11
14. «Ύποπτοι δρόμοι» εκδ. ΣΙΓΑΡΕΤΑ, 1986, σελ.56-57
15. «Από το χάος στο χαρτί» εκδ. ΕΣΤΙΑ, σελ.194-5
16. Π. Τατσόπουλου «Πιπέρι στη γλώσσα» εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, σελ.194-5
17. LIFO τχ.437/25-6-2015

*Ο Α. Δρουκόπουλος είναι φιλόλογος, εκπαιδευτικός Β/θμιας Εκπαίδευσης