Η διαμόρφωση της ποιητικής φυσιογνωμίας του Τάκη Παπατσώνη οφείλει πολλά στην αδιάλειπτη συνομιλία του με τη γαλλική ποίηση. Εντρύφησε σε αυτήν, τη μελέτησε σε βάθος, τη μετέφρασε, άντλησε θέματα και τεχνοτροπίες.
Σε μια σειρά έντεκα δοκιμίων που δημοσίευσε το δεύτερο εξάμηνο του 1947 στη Νέα Εστία, με τίτλο: «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947)», επιχείρησε να προσεγγίσει την πορεία της, από την Αναγέννηση και εξής, με γραμματολογικούς όρους. Στις εναρκτήριες γραμμές του πρώτου δοκιμίου πληροφορούμαστε ότι τα κείμενα αυτά προέκυψαν από τα μαθήματα που είχε δώσει στον μορφωτικό σύλλογο «Αθήναιον» νωρίτερα την ίδια χρονιά:
Το δεύτερο διδαχτικό τρίμηνο του μορφωτικού Σύλλογου «Αθήναιο» δίδαξα σε δέκα μαθήματα τα σύγχρονα ρεύματα (1900-1947) της γαλλικής ποίησης και τις πηγές τους. Τα μαθήματα τούτα δεν τα είχα δυστυχώς γραμμένα ώστε να μπορέσω να τα δημοσιεύσω αυτούσια. Χαίρομαι που η πρωτοβουλία της Νέας Εστίας με παρακινεί να γράψω κάτι σαν περίληψή τους μαζί και σαν ημερολόγιο με τις παρατηρήσεις μου που άντλησα από την ερασιτεχνική μου διδασκαλία.[1]
Από τη συνέχεια του άρθρου αντιλαμβανόμαστε ότι ο Παπατσώνης υπήρξε από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης, τον Αύγουστο του 1946, του συλλόγου αυτού. Πράγματι, εάν ανατρέξουμε στον τόμο Αθήναιον. Πρώτη εικοσαετία 1946-1966, μαθαίνουμε ότι ο ποιητής ανέλαβε καθήκοντα προέδρου του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του.[2] Στον ίδιο τόμο βρίσκουμε τις συνόψεις των μαθημάτων που το «Αθήναιον» προσέφερε κάθε έτος, όπως αυτές κυκλοφορούσαν στην αρχή των διδακτικών περιόδων. Η σύνοψη των μαθημάτων του Παπατσώνη, που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο Φεβρουαρίου-Μαΐου 1947, έχει ως εξής:
«Νεώτερη γαλλική ποίηση».
Διάφορα ρεύματα στη νεώτερη γαλλική ποίηση, μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια. Μελέτη των άμεσων πηγών της.
Επισκόπηση των παλαιότερων πηγών. Ο Baudelaire. Μερικοί άμεσοι πρόδρομοι της σύγχρονης γαλλικής ποίησης. Ο Mallarmé και ο Συμβολισμός. Paul Valéry. Paul Claudel. Ο υπερρεαλισμός. Η επίδραση και το καταστάλαγμα του υπερρεαλισμού. Ο J. – P. Sartre και ο υπαρξισμός.[3]
Διαφαίνεται στην περίληψη αυτή το περίγραμμα ενός γραμματολογικού σχήματος που μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: από τον Baudelaire στον υπερρεαλισμό. Στο σχήμα αυτό θα επανέλθω παρακάτω.
Όταν επομένως ξεκινά, την 1η Ιουλίου 1947, η δημοσίευση των άρθρων στη Νέα Εστία, τα μαθήματα έχουν ολοκληρωθεί μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Ο Παπατσώνης χαρακτηρίζει προκαταβολικά τα άρθρα «κάτι σαν περιλήψεις» των μαθημάτων, χαρακτηρισμός ωστόσο που δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενό τους, καθώς πρόκειται για κείμενα αρκούντως αναλυτικά και επεξηγηματικά. Η δημοσίευσή τους ωστόσο θα σταματήσει χωρίς η εξέταση της γαλλικής ποίησης να έχει προχωρήσει πέραν των Verlaine και Rimbaud, με αποτέλεσμα ο τίτλος και οι χρονολογίες της παρένθεσης, «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση» (1900-1947), να αποδεικνύονται εντέλει παραπλανητικοί. Στο επιλογικό, ενδέκατο, άρθρο, ο Παπατσώνης εξηγεί τους λόγους της διακοπής: «Ο ένας λόγος είναι πως δεν σκοπεύαμε, ούτε η Νέα Εστία που με φιλοξενεί, ούτε εγώ να καλύψωμε περισσότερο χρονικό διάστημα από ένα εξάμηνο· […] Ο κυριότερος όμως λόγος είναι που ξαφνικά βρίσκομαι υποχρεωμένος να λείψω για αρκετούς μήνες από την Ελλάδα, αναλαβαίνοντας ένα ταξίδι εξωτικό για τις Αντίλλες».[4]
Αλλά ας επιστρέψουμε στο πρώτο από τα άρθρα, όπου ο ποιητής δίνει ορισμένα στοιχεία για το ακροατήριό του στο «Αθήναιον». Στο μάθημα αρχικά γράφτηκαν πάνω από πενήντα ακροατές· σιγά σιγά όμως άρχισαν να λιγοστεύουν, έτσι ώστε στο τέλος να μην ξεπερνούν τους είκοσι. «Το συγκινητικό όμως σημείο ήταν ακριβώς στην αγάπη και την κατανόηση των λίγων αυτών πιστών. […] Είναι όμως περίεργο πως ούτε και τούτοι οι λίγοι δεν επιδίωξαν καμιά πλησιέστερη επαφή, δεν ζητήσαν καμιά απολύτως διευκρίνιση, δεν δείξαν καμιάν αντίδραση ή απορία».[5]
Δεν μπορούμε βέβαια να γνωρίζουμε εάν και κατά πόσο ευθύνεται η «ερασιτεχνική διδασκαλία» του Παπατσώνη για τη φυλλοροή των ακροατών του, καθώς και για την απουσία αντιδράσεων και αποριών από τη μεριά των εναπομεινάντων. Ο ίδιος δηλώνει ότι προτίμησε να μην κάνει «κανένα συμβιβασμό» στη διδασκαλία του, καθώς επρόκειτο για θέματα που δεν είναι, διατείνεται, επιδεκτικά «καμιάς εκλαϊκευτικής προσπάθειας».[6] Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι τα κείμενα που ο αναγνώστης έχει στη διάθεσή του διακρίνονται για τη συγκροτημένη άρθρωση και τη συνεκτική επιχειρηματολογία τους, γνωρίσματα που δεν χαρακτηρίζουν πάντα το δοκιμιακό έργο του ποιητή. Στο γεγονός αυτό συνέβαλε αναμφίβολα και η ύπαρξη ενός σαφούς εξελικτικού σχήματος που συνέχει τα κείμενα, και το οποίο θα επιχειρήσω στη συνέχεια να συνοψίσω.
Στην αφετηρία του σχήματος του Παπατσώνη τοποθετείται ο λυρισμός της Αναγέννησης, «υποδειγματικός σταθμός στην παγκόσμια ποίηση». Η αναγεννησιακή όμως γαλλική ποίηση, εξαιτίας της «πολλής κλασικότητας», της προσήλωσης δηλαδή στην τεχνική τελειότητα και της αποκλειστικής ενατένισης του εξωτερικού κόσμου, δεν κατόρθωσε, ισχυρίζεται ο ποιητής, να εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχή, χειρίστηκε επιφανειακά τα συναισθήματα και τα πάθη, και εντέλει οδηγήθηκε στον μαρασμό. Ο κλασικισμός μεταπήδησε τότε στη δραματουργία του 17ου αιώνα.
Ούτε όμως το θέατρο αυτό κατάφερε να αναδείξει τα ανθρώπινα πάθη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα μακροχρόνιο ποιητικό κενό, που έληξε με την έλευση του ρομαντισμού.[7] Ο ρομαντισμός, που καταλαμβάνει κεντρική θέση στο σχήμα του Παπατσώνη, δεν επέφερε μόνο μορφολογικές αλλαγές στην ποίηση, αλλά και μια ριζική μεταβολή στη στάση του ανθρώπου απέναντι στη ζωή και τη φύση. Η μεταβολή αυτή συνοψίζεται ως εξής: αφενός στροφή προς το υποκείμενο και απόπειρα διείσδυσης στα «μυστήρια της ύπαρξης»· αφετέρου μια «νέα φιλοσοφική διάθεση», σύμφωνα με την οποία το αντικείμενο δεν διαθέτει πλέον «αυτόνομη ύπαρξη», όπως συνέβαινε στον κλασικισμό, αλλά λαμβάνει την «εκάστοτε μεταβλητή υπόστασή του» από τη σχέση του με το υποκείμενο. Το υποκείμενο είναι αυτό που κάθε φορά δημιουργεί ή μεταμορφώνει το αντικείμενο. Για όλους αυτούς τους λόγους, ο ρομαντισμός δεν συνιστά απλώς και μόνο ένα ποιητικό ρεύμα του παρελθόντος, αλλά αποτελεί την «απώτερη πηγή του σύγχρονου γαλλικού λυρισμού». Αλλά και ως «ιδιαίτερη στάση μπροστά στη ζωή», ο ρομαντισμός εξακολουθεί να έχει ισχύ στις μέρες μας, αποφαίνεται ο ποιητής.[8]
Η στροφή προς το υποκείμενο δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη βυθομέτρηση του εαυτού και την εξομολόγηση. Ο Παπατσώνης παρατηρεί ότι η «οδός τούτη είναι η πλησιέστερη στάση προς τους κόσμους της Ηθικής, προς τους κόσμους της μεταφυσικής και της θρησκευτικότητας». Έτσι, ο ρομαντισμός απομακρύνθηκε από τον ορθολογισμό του Descartes, για να βρεθεί κοντά στις θεολογικές ανησυχίες του Pascal και να δημιουργήσει «σειρά ατέλειωτη μεταφυσικών ρευμάτων στην τέχνη». Γι’ αυτό και στην απαρίθμηση των γνωρισμάτων του ρομαντισμού, ο Παπατσώνης συμπεριλαμβάνει το στοιχείο του «δαιμονισμού»: «Όπου υπάρχει Θεός του καλού υπάρχει και δύναμη του κακού».[9]
Δεν έλειψαν ωστόσο από τον ρομαντισμό ορισμένα βασικά ελαττώματα, όπως η «άμετρη ρητορεία» και η «διαρκής δήθεν φιλοσοφική ή ψευτοδιδαχτική διάθεση», που αναμείγνυε την ποίηση με τη φιλοσοφία. Με τη μίξη αυτή ο Παπατσώνης είναι αντίθετος. Ως αντίδραση στα παραπάνω ελαττώματα, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις μιας «επανάστασης ή ενδορομαντικής μεταρρύθμισης ή ανακαίνισης», που οδήγησε από τον Victor Hugo στον Charles Baudelaire.[10] Ο Παπατσώνης αφιερώνει ένα άρθρο στην αντιπαραβολή των δύο ποιητών,[11] και ακολούθως δύο άρθρα αποκλειστικά στον δημιουργό των Ανθέων του κακού.
Ο Baudelaire κατάργησε τα σαθρά στοιχεία που παρουσίαζε το οικοδόμημα του ρομαντισμού και θεμελίωσε τη σύγχρονη ποίηση. Ο Παπατσώνης τον προσλαμβάνει ως χριστιανό ποιητή, που «έζησε στη γοητεία, αλλά και στην αγωνία της αμαρτίας», και ταύτισε την ποίηση με την εξομολόγηση ως μυστήριο της Εκκλησίας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «όλα τα βαθύτερα κίνητρα της ψυχής του Μπωντελαίρ, δεν είναι μόνο θρησκευτικά, αλλά και στενότερα ανάγονται στον κύκλο της Καθολικής Εκκλησίας». Ο δε «μυστηριακός ερωτισμός» του είναι «ο μεταφυσικός αγώνας του απόλυτου έρωτα, από τον οποίον ο εκστατικός άνθρωπος κρεμνάει απεγνωσμένα όλη του την ύπαρξη, ακόμη και τη μεταθανάτια». Ο Baudelaire τοποθετεί το «εσωτερικώτερο πάθος […] στην τεράστια έκταση του σύμπαντος». Με το έργο του για πρώτη φορά «στη γαλλική ποίηση υποκειμενοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό ο εξωτερικός κόσμος».[12]
Στο δέκατο δοκίμιο, αφιερωμένο στους Rimbaud και Verlaine, κομβική είναι η έννοια της θρησκευτικής μεταστροφής. Ο Παπατσώνης παρουσιάζει τον Rimbaud ως όργανο της μεταστροφής του Verlaine στην Καθολική Εκκλησία, προτού ο ίδιος μεταστραφεί με τη σειρά του στον χριστιανισμό, λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Σε αυτόν οφείλεται μιαν ακόμα μεταστροφή, εκείνη του Paul Claudel. Ολόκληρη η σύγχρονη μεταφυσική ποίηση, υποστηρίζει ο Παπατσώνης, τον Rimbaud πρέπει να τοποθετήσει επικεφαλής της. Αλλά και τη θέση του προδρόμου του υπερρεαλισμού κατέλαβε, από κοινού με τον Lautréamont, ο Rimbaud, έστω κι αν το κίνημα αυτό, «μαχητικότατος πολέμιος της θρησκευτικότητας», τον θεώρησε μονάχα επαναστάτη και «ξένο από μεταφυσικές αγωνίες». Ένα έργο όπως το Μια εποχή στην κόλαση, «καθαρά θεολογική “θέση”, διατυπωμένη υπερρεαλιστικά», αρκεί για να «ανατρέψει τα σοφίσματα των αδιάλλαχτων υπερρεαλιστών».[13]
Αυτή είναι, στις πολύ γενικές γραμμές της, η πορεία της νεώτερης γαλλικής ποίησης όπως σκιαγραφείται στα εν λόγω δοκίμια. Θα επισημάνω αρχικά τρία σημεία που αφορούν στον τρόπο με τον οποίο ο Παπατσώνης κατανοεί ευρύτερα την ποίηση, και στη συνέχεια θα διατυπώσω ορισμένα σχόλια και παρατηρήσεις για τις απόψεις του.
α. Η ποίηση, για τον Παπατσώνη, δεν πρέπει να υπηρετεί εξωλογοτεχνικές σκοπιμότητες. Στηλιτεύοντας τη φιλοσοφική ή «ψευτοδιδαχτική» διάθεση του ρομαντισμού, ο ποιητής αποφαίνεται πως δεν μπορεί κανείς ατιμώρητα και χωρίς συνέπειες «να μεταβάλει το ποίημα σε δημηγορία, κήρυγμα ή φιλοσοφικό δοκίμιο».[14] Δύο χρόνια νωρίτερα, απαντώντας στην έρευνα της Νέας Εστίας με θέμα «Η Τέχνη και η Εποχή», υποστήριζε: «Η Τέχνη […] είναι ασύδοτη κι ελεύθερη όσο κι ίδια η ιδέα της Λευτεριάς. Δεν δουλώνεται σε κανέναν. […]. Η κάθε δέσμευσή της είναι άγος, είναι πλήγμα θανατερό, τη μεταβάλλει από Τέχνη ‒ Θεά, σε οδαλίσκη […]».[15] Με άλλα λόγια, η τέχνη οφείλει να είναι αυτόνομη.
Το ίδιο ισχύει και για την κριτική: με αφορμή την αντιμετώπιση του Baudelaire από τους σύγχρονούς του κριτικούς, ο Παπατσώνης χαρακτηρίζει ως «καλόπιστες και ανιδιοτελείς» κρίσεις εκείνες «που διαμορφώνονται χωρίς τη μεσολάβηση σκοπών ξένων γενικών (πολιτικές ιδέες, θρησκευτικές πεποιθήσεις, τεχνοτροπία)». Είναι αξιοπρόσεκτο ότι στους αλλότριους στόχους που αναιρούν την ανιδιοτέλεια της κριτικής ο χριστιανός Παπατσώνης δεν δίστασε να συγκαταριθμήσει και τις «θρησκευτικές πεποιθήσεις».[16] Οπωσδήποτε η υπεράσπιση της αυτονομίας της τέχνης και της κριτικής μόνο δεδομένη δεν μπορεί να θεωρηθεί, όταν προέρχεται από έναν ποιητή με θερμή θρησκευτική πίστη.
β. Η ποίηση, «στην αγνότερη, την πιο υψηλή μορφή» της, μπορεί να ενσωματώσει ένα στοιχείο «χρησμοδοτικό», που σχετίζεται με «μεταφυσικές και εξωλογικές έννοιες».[17] Διαπιστώνουμε επομένως ότι, ως προς τούτο, η ποίηση συγκλίνει, στην οπτική του Παπατσώνη, με τη θρησκεία.[18]
γ. Προκειμένου να περιγράψει την ιστορία της γαλλικής ποίησης, ο Παπατσώνης κάνει συστηματική χρήση της έννοιας της επανάστασης. Είναι εμφανής εντούτοις η προσπάθειά του να συνδυάσει το στοιχείο του ριζικά νέου με το στοιχείο της συνέχειας: «Την κάθε μετάβαση από τη μια περίοδο της τέχνης στην άλλη, όσο κι αν στο βάθος δεν είναι άλλο από τη φυσικήν εξέλιξη, τη χαρακτηρίζομε με τον όρο επανάσταση». Υπογραμμίζει επίσης την «εξελικτική αλληλουχία μεταξύ του κάθε σταθμού που παρουσιάζει η πάντα ρέουσα γαλλική ποίηση».[19] Ο Παπατσώνης κατανοεί την ιστορία όχι μόνο της τέχνης αλλά και ευρύτερα του ευρωπαϊκού κόσμου λιγότερο με όρους ρήξης και περισσότερο με όρους συνέχειας. Ένα παράδειγμα: Μεσαίωνας και Αναγέννηση δεν αποτελούν, για τον ποιητή, τους δύο όρους ενός αντιθετικού ζεύγους· ο Μεσαίωνας, υποστήριζε το 1965, παρουσιάζει «τουλάχιστον χαρακτήρα συνεχώς προδρομικό» σε σχέση με την Αναγέννηση.[20]
Ένα σχόλιο σχετικά με τη «νέα φιλοσοφική διάθεση» που κατά τον Παπατσώνη εκφράζει ο ρομαντισμός. Ιδιαίτερα οξυδερκής είναι η παρατήρησή του ότι στον ρομαντισμό το αντικείμενο παύει να διαθέτει αμετάβλητη ουσία και ιδιότητες, και ότι λαμβάνει την «εκάστοτε μεταβλητή υπόστασή του» από το υποκείμενο. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι με παρόμοιο τρόπο θα συνοψίσει, το 1965, την ουσία του ρομαντισμού και ο Isaiah Berlin: «Αυτές είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες εδράστηκε ο ρομαντισμός: η βούληση, το γεγονός ότι δεν υφίσταται δομή των πραγμάτων, το γεγονός ότι μπορείς να διαμορφώσεις τα πράγματα όπως εσύ θέλεις ‒τα πράγματα υποστασιοποιούνται μόνο χάρη στη δική σου διαμορφωτική δραστηριότητα‒ και, κατ’ ακολουθίαν, η αντίθεση σε κάθε άποψη που υποδεικνύει ότι η πραγματικότητα έχει μια δεδομένη μορφή».[21]
Αναφορικά με τις απόψεις που ο ποιητής διατυπώνει για τον Baudelaire, έχω να παρατηρήσω τα εξής.
Ο Παπατσώνης βλέπει τον δημιουργό των Ανθέων του κακού «συνυφασμένο» με τον ρομαντισμό· και η επανάσταση που κομίζει ως «ενδορρομαντική μεταρρύθμιση ή ανακαίνιση» γίνεται αντιληπτή. Η θεώρηση του Baudelaire ως ρομαντικού δεν παρουσιάζει βέβαια κάποια πρωτοτυπία· δεν είναι εντούτοις και αυτονόητη, την εποχή που τη διατυπώνει ο Παπατσώνης.
Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, σημαντικοί γάλλοι λογοτέχνες (André Gide, Paul Valéry, Marcel Proust, Paul Claudel, κ.ά.) συνέδεσαν τον Baudelaire με τον Ρακίνα, τον μεγάλο δραματουργό του 17ου αιώνα, που είναι ο κλασικός αιώνας των γαλλικών γραμμάτων. Όπως έχει παρατηρηθεί, η συσχέτιση Baudelaire και Ρακίνα αποτέλεσε ένα από τα στερεότυπα της πρόσληψης των Ανθέων του κακού.[22] Θα τη βρούμε και στον Σεφέρη, ο οποίος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για το ρακινικό έργο.[23] Η ανάγνωση των Ανθέων του κακού ως έργου που επανασυνδέει τη γαλλική ποίηση με το κλασικό της παρελθόν, θα παραμείνει ξένη για τον Παπατσώνη· είδαμε άλλωστε ότι η αναφορά του στον 17ο αιώνα απέχει πολύ από το να είναι εγκωμιαστική. Ο Παπατσώνης δεν είναι με το κλασικό, είναι με το ρομαντικό.
Ως προς το ζήτημα της σχέσης του Baudelaire με τη θρησκευτικότητα, η κριτική συζήτηση είναι μεγάλη. Περιορίζομαι στην παρατήρηση ότι, στην Ελλάδα, τη θέση σύμφωνα με τη οποία ο Baudelaire είναι χριστιανός ποιητής είχε υποστηρίξει, πολύ νωρίτερα, και ο Κλέων Παράσχος.[24] Πιο προσεκτικός, ο T. S. Eliot σημείωνε το 1930: «Ήταν του συρμού κάποτε να παίρνουμε στα σοβαρά τον σατανισμό του Baudelaire, όπως υπάρχει σήμερα η τάση να εμφανίζουν τον Baudelaire ως έναν αφοσιωμένο και Καθολικό Χριστιανό. […] Η τελευταία άποψη ‒ότι ο Baudelaire είναι στην ουσία χριστιανός‒ κείται νομίζω πιο κοντά στην αλήθεια από όσο η προηγούμενη, χρειάζεται όμως να τη δεχθούμε με αρκετή επιφύλαξη».[25] Όπως είδαμε, ο Παπατσώνης τη δέχεται ανεπιφύλακτα.
Για το ζήτημα των θρησκευτικών μεταστροφών, μπορούν να ειπωθούν τα εξής. Ο Παπατσώνης μνημονεύει τρεις περιπτώσεις: Verlaine, Rimbaud, Claudel. Η φανερή, κατά τον Παπατσώνη, μεταστροφή του Rimbaud στην Εκκλησία, είναι στην πραγματικότητα αμφίβολη. Προφανώς ο Παπατσώνης υιοθετεί άκριτα την, τουλάχιστον συζητήσιμη, άποψη που ο Claudel είχε υποστήριξε στον πρόλογό του στην έκδοση του έργου του Rimbaud το 1912· πρόλογος που ξεκινά με τον γνωστό χαρακτηρισμό του ποιητή ως «μυστικού σε άγρια κατάσταση» («Arthur Rimbaud fut un mystique à l’état sauvage»). Ανεξάρτητα πάντως από αυτό, δύσκολα θα καταλογίζαμε στον Παπατσώνη ότι, ορμώμενος ενδεχομένως και από τη δική μεταστροφή στον ρωμαιοκαθολικισμό, αποδίδει υπέρμετρη σημασία στον παράγοντα των θρησκευτικών μεταστροφών: είναι πράγματι εντυπωσιακός ο αριθμός των γάλλων λογοτεχνών και διανοουμένων που προσχώρησαν στην Καθολική Εκκλησία ανάμεσα στα έτη 1885 και 1935.[26]
Τέλος, τα μαθήματα του Παπατσώνη στο «Αθήναιον» μπορούν να θεωρηθούν ως μία ακόμα προσπάθειά του να προσεγγίσει ένα ζήτημα που τον προβλημάτιζε έντονα και διαρκώς: τον υπερρεαλισμό.[27] Είδαμε ότι από τη σύνοψη των μαθημάτων συνάγεται το σχήμα με βάση το οποίο συλλαμβάνει την ιστορία της νεώτερης γαλλικής ποίησης: από τον Baudelaire στον υπερρεαλισμό. Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τον τίτλο του βιβλίου του Marcel Raymond, που εκδόθηκε το 1933: De Baudelaire au surréalisme. Εκτιμώ ότι ο Παπατσώνης, που γνώριζε το βιβλίο, άντλησε αρκετά στοιχεία από αυτό, ενδεχομένως και το ίδιο το γραμματολογικό του σχήμα. Για το ζήτημα όμως αυτό απαιτείται ειδική πραγμάτευση.
Μπορεί τα έντεκα άρθρα στη Νέα Εστία να σταματούν πολύ πριν από την εμφάνιση του υπερρεαλισμού, είναι όμως σαφές ότι το κίνημα αυτό νοείται ως το πιο πρόσφατο στάδιο της «εξελικτικής αλληλουχίας» των ποιητικών ρευμάτων, εκεί όπου οδήγησε τη γαλλική ποίηση η εσωτερική λογική που διέπει την πορεία της. Το επιβεβαιώνουν και οι αναφορές του Παπατσώνη στον προδρομικό ως προς τον υπερρεαλισμό χαρακτήρα σημαντικών ποιητικών έργων του 19ου αιώνα. Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει βέβαια την ιδιαίτερη βαρύτητα που ο Παπατσώνης προσδίδει στον υπερρεαλισμό· συνάμα, όμως, επιτρέπει στον δοκιμιογράφο να αποδυναμώσει αυτό που έκρινε ως απορριπτική τοποθέτηση των υποστηρικτών του κινήματος απέναντι στο λογοτεχνικό παρελθόν. Παρατηρούσε το 1945 στο άρθρο του «Ο Υπερρεαλισμός κ’ εγώ»:
Αλλά όλοι τούτοι οι σφριγηλοί νέοι, που δίνονται με τόσο πάθος στην τέχνη, κάτω από τις σημαίες της νέας και υγιεστάτης αυτής μορφής, πρέπει ν’ αρχίσουν το ακόνισμα της αισθητικής τους, δηλαδή την παιδεία τους την καλλιτεχνική από το 1924, και ν’ αγνοήσουν ό,τι προϋπήρξε ή, το χειρότερο, να το παραγνωρίσουν και να το μισήσουν αγνοώντας το; Και μπορούν οι αδιάλλαχτοι υπερρεαλιστές να βάλουν το χέρι στην καρδιά και να βεβαιώσουν, πως έτσι κατευθύνοντας τις νέες γενεές, δεν τις στερούν έναν ακένωτο πλούτο, δώρο του μόχθου φυλών και αιώνων;»[28]
Στο εγχείρημα του Παπατσώνη να εντάξει τον υπερρεαλισμό στην παράδοση των γαλλικών γραμμάτων διαβλέπει κανείς επίσης την πρόθεση του έλληνα ποιητή να υπονομεύσει την αρνητική στάση του κινήματος απέναντι στη χριστιανική θρησκεία: εάν στους προδρόμους του συγκαταλέγονται, ανάμεσα σε άλλους, ο Claudel, και οι επίσης χριστιανοί, κατά τον Παπατσώνη, Baudelaire και Rimbaud, τότε ο υπερρεαλισμός μοιάζει υποχρεωμένος, στα μάτια του ποιητή, να αναθεωρήσει τη στάση του αυτή.
*Ο Γ. Δημητρακάκης είναι είκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.
[1] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ρεύματα και πηγές», περ. Νέα Εστία, τχ. 480, 1 Ιουλ. 1947, σ. 782-783: 782. Το τελευταίο από τα έντεκα δοκίμια δημοσιεύτηκε στο τχ. 490, 1 Δεκ. 1947.
[2] Βλ. Αθήναιον. Πρώτη εικοσαετία 1946-1966, Αθήνα 1967, σ. 13.
[3] Ό.π., σ. 19.
[4] Παπατσώνης, «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1047). ΙΑ΄. Επίλογος», Νέα Εστία, τχ. 490, 1 Δεκ. 1947, σ. 1447-1449: 1447.
[5] «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ρεύματα και πηγές», ό.π., σ. 783.
[6] Ό.π.
[7] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Γ΄. Η Αναγέννηση και ο μαρασμός της», Νέα Εστία, τχ. 482, 1 Αυγ. 1947, σ. 927-928.
[8] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Δ΄. Το φιλοσοφικό περιεχόμενο του ρομαντισμού», Νέα Εστία, τχ. 483, 15 Αυγ. 1947, σ. 995-997, «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ε΄. Εξωτερικά χαρακτηριστικά των ρομαντικών», Νέα Εστία, τχ. 484, 1 Σεπτ. 1947, σ. 1054-1056 και «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). ΣΤ΄. Ποιητικές επαναστάσεις», Νέα Εστία, τχ. 485, 15 Σεπτ. 1947, σ. 1135-1136.
[9] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Δ΄. Το φιλοσοφικό περιεχόμενο του ρομαντισμού», ό.π., σ. 996.
[10] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ε΄. Εξωτερικά χαρακτηριστικά των ρομαντικών», ό.π., σ. 1054-1055.
[11] «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ζ΄. Ουγκώ και Μπωντελαίρ», Νέα Εστία, τχ. 486, 1 Οκτ. 1947, σ. 1176-1178.
[12] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Η΄. Ο Μπωντελαίρ ποιητής θρησκευτικός», Νέα Εστία, τχ. 487, 15 Οκτ. 1947, σ. 1254-1256, και «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Θ΄. Ο μυστηριακός ερωτισμός του Μπωντελαίρ», Νέα Εστία, τχ. 488, 1 Νοε. 1947, σ. 1309-1311.
[13] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ι΄. Τα κατά Παύλον και Αρθούρον», Νέα Εστία, τχ. 489, 15 Νοε. 1947, σ. 1374-1375.
[14] «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ε΄. Εξωτερικά χαρακτηριστικά των ρομαντικών», ό.π., σ. 1055.
[15] Τ. Κ. Παπατσώνης, [απάντηση στην έρευνα «Η Τέχνη και η Εποχή»], Νέα Εστία, τχ. 434, 15 Ιουλ. 1945, σ. 566-568: 567.
[16] Βλ. «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Η΄. Ο Μπωντελαίρ ποιητής θρησκευτικός», ό.π., σ. 1254.
[17] «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Ε΄. Εξωτερικά χαρακτηριστικά των ρομαντικών», ό.π., σ. 1055.
[18] Πολύ νωρίτερα, ο Παπατσώνης είχε υποστηρίξει τον «τύπο του προφήτη-ποιητή»· βλ. την απάντησή του στην έρευνα για την ποίηση του περ. Ρυθμός, τχ. 10-12, Αύγ. 1933, σ. 319-320: 319.
[19] «Η σύγχρονη γαλλική ποίηση (1900-1947). Β΄. Οι απώτατοι πρόγονοι κι ο ρομαντισμός», Νέα Εστία, τχ. 481, 15 Ιουλ. 1947, σ. 865-867: 866, 867.
[20] Βλ. Τ. Κ. Παπατσώνης, «Δάντης Αλιγκέρης 1265-1965», Ο Τετραπέρατος Κόσμος, Α΄, Ίκαρος, Αθήνα 1966, σ. 226.
[21] Isaiah Berlin, Οι ρίζες του ρομαντισμού, μτφρ. Γιάννης Παπαδημητρίου, Scripta, Αθήνα 2002, σ. 199.
[22] Βλ. Antoine Compagnon, Baudelaire devant l’innombrable, Presses de l’Université de Paris-Sorbonne, Παρίσι 2003, σ. 22.
[23] Βλ. Γιάννης Δημητρακάκης, «Ο Γιώργος Σεφέρης και ο γαλλικός κλασικός 17ος αιώνας», στο Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία, επιμ. Κωνσταντίνος Α. Δημάδης, Πρακτικά Ε΄ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 2-5 Οκτ. 2014.
[24] Βλ. Κλέων Παράσχος, «Μεγάλοι ποιηταί: Κάρολος Μπωντλαίρ», εφ. Δημοκρατία, 11 Μαρτ. 1924.
[25] Τ. Σ. Έλιοτ, «Μπωντλαίρ», Δεν είναι η ποίηση που προέχει: Δοκίμια για την ποίηση και τους ποιητές, μτφρ. ‒ σχόλ. Στέφανος Μπεκατώρος, Πατάκης, Αθήνα 2003, σ. 308. Είναι βέβαιο ότι ο Παπατσώνης είχε διαβάσει το δοκίμιο αυτό, που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Νικόλα Κάλας στο περιοδικό Ο Κύκλος, το 1938.
[26] Βλ. σχετικά την αξιόλογη μελέτη του Frédéric Gugelot, La conversion des intellectuels au catholicisme en France (1885-1935), CNRS Ēditions, Παρίσι 1998.
[27] Για τη σχέση του Παπατσώνη με το κίνημα του υπερρεαλισμού, βλ. Αθηνά Βογιατζόγλου, «Ο Τάκης Παπατσώνης και ο υπερρεαλισμός», ανακοίνωση στο συνέδριο «Τάκης Παπατσώνης: ο ποιητής, ο κριτικός, ο στοχαστής», Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ‒ Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας, Γιάννενα, 8-9 Μαΐου 2017 (υπό δημοσίευση στο περ. Φρέαρ).
[28] Τ. Κ. Παπατσώνης, «Ο Υπερρεαλισμός κ’ εγώ», περ. Τα Νέα Γράμματα, περ. Β΄, τχ. 5-6, Ιούλ. 1945, σ. 340-346: 343.
