Τέσσερα διηγήματα με αφορμή το Πάσχα
Το πασχαλινό αίσθημα, πένθιμο ή αναστάσιμο, ανθρωποκεντρικό ή υπερβατικό, ήταν απλώς ο σπινθήρας, το πλαίσιο των τεσσάρων ιστοριών που έγραψαν, ειδικά για τους αναγνώστες του Ανοιχτού Βιβλίου, ο Νίκος Μάντης, η Κάλλια Παπαδάκη, ο Φαίδων Ταμβακάκης και ο Βασίλης Τσιαμπούσης.

Τέσσερα ερεθιστικά διηγήματα μεταμόρφωσαν, μετωπικά ή πλάγια, κεντρομόλα ή φυγόκεντρα, το άρωμα των ημερών σε αφήγηση νοσταλγικής, στοχαστικής, σαρκαστικής ή αποξενωμένης πνοής. Τέσσερις τρόποι, ενδεχομένως, να ψηλαφίσουμε το νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας σε καιρούς περίπλοκους, σκοτεινούς, ανέστιους και απομαγευμένους.
Το Ανοιχτό Βιβλίο, συνεχίζοντας τη διηγηματογραφική παράδοση στις σελίδες του, εκ μέρους όλων των συνεργατών του σας εύχεται Χρόνια Πολλά και Καλό Πάσχα.
Αποκαθήλωση
Του ΝΙΚΟΥ ΜΑΝΤΗ

Ο Μαραντόνα ήταν ένα σκυλί που δεν το αγαπούσε κανείς. Εκτός από εμένα και τον Μιχάλη, δηλαδή. Τον συναντούσαμε τα πρωινά που πηγαίναμε στο σχολείο και τα μεσημέρια που επιστρέφαμε, δεμένο με το σχοινί του, ενός μέτρου, σε εκείνο τον στύλο δίπλα στο σαραβαλιασμένο αγροτικό και στ’ απλωμένα ρούχα, και κάθε φορά που μας έβλεπε μας γάβγιζε μ’ έναν τρόπο που δεν ξέραμε αν ήθελε να δείξει επιθετικότητα ή διάθεση για παιχνίδι.
Εντονοι βρυχηθμοί και γρυλίσματα, ακολουθούμενοι από κάτι μικρές τσιρίδες που θύμιζαν κλάμα ή γέλιο μικρού παιδιού, ανάλογα πώς ήθελες να το δεις. Το κεφάλι του ήταν κακάσχημο, γεμάτο κρεατοελιές και μουστάκια σε διάφορα σημεία και επίσης κάτι περίεργα μοβ εξογκώματα που τα κουβαλούσε από γεννησιμιού του, ωστόσο το σώμα του, με ανοιχτό καφέ τρίχωμα σαν βούρτσα, ήταν μακρύ, λυγερό κι ευλύγιστο, ικανό να εκτελεί χορευτικές κινήσεις και τσαλιμάκια στη στιγμή, πράγμα που αποτελούσε και τον λόγο για τ’ όνομά του.
Μικρότεροι τον φοβόμασταν και έπρεπε να σκαρφιζόμαστε εναλλακτικές διαδρομές μέσα από τα χωράφια ή ακόμα κι από την παραλία για να αποφύγουμε να περάσουμε δίπλα από το σπίτι των Κατσιναίων. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ωστόσο, ο Μαραντόνα σταδιακά είχε χάσει τις τρομακτικές του ιδιότητες, περιοριζόμενος στον ρόλο ενός απλού τοπόσημου, γραφικού και προβλέψιμου, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να μας δει και να μην αρχίσει το γάβγισμα και το χοροπηδητό, ίσως μονάχα και για να σπάσει το μαρτύριο του ισόβιου περιορισμού του στον στύλο.
Οι Κατσιναίοι, ο Μάνθος κι ο Βασίλης, τον έλυναν μονάχα για το κυνήγι. Λέγανε ότι ήταν καλό λαγωνικό, τελευταία ωστόσο είχε αρχίσει να τους κάνει νερά. Στο καφενείο ο Μάνθος παραπονιόταν ότι αργούσε να φερμάρει και ότι είχε υποπέσει και σε άλλα ατοπήματα, ακόμα πιο σοβαρά. Το χειρότερο ήταν που μια φορά, κάτι αγριοπερίστερα και μια μπεκάτσα, που τα είχαν χτυπήσει, αντί να τους τα φέρει στα χέρια, ο Μαραντόνα είχε αρχίσει να τα καταβροχθίζει κανονικά, και μέχρι τα αδέλφια να φτάσουν τρέχοντας κοντά του, είχανε μείνει σχεδόν τα πούπουλα. Τότε ήταν μάλλον που ξεχείλισε το ποτήρι.
Τον βρήκαμε κρεμασμένο σε μια ελιά. Ηταν αργά το απόγευμα, ο καιρός είχε αρχίσει να φτιάχνει, και με τον Μιχάλη είχαμε πάει στο πάνω χωριό, στις μπασκέτες. Γυρνούσαμε κατηφορίζοντας ανάμεσα σε αραιά σπίτια, χωράφια και περιβόλια, αποκαμωμένοι από τις γκρίνιες και τους τσακωμούς με τα παιδιά του πάνω χωριού, που πάντοτε συνόδευαν τα μεταξύ μας παιχνίδια, κρατώντας –πότε εκείνος, πότε εγώ, μια και ανήκε από κοινού και στους δυο μας– την πολύτιμη μπάλα μάρκας Σπάλντινγκ μέσα σε μια νάιλον σακούλα με το σήμα του Σκλαβενίτη. «Ρε συ, ο Μαραντόνα!» έκανε ξαφνικά με έναν έντονο ψίθυρο ο Μιχάλης, κι αμέσως γύρισα να κοιτάξω.
Ηταν στο βάθος του χωραφιού με τα λιόδεντρα. Στην αρχή δεν φαινόταν καλά, ωστόσο πλησιάζοντας δεν έμενε αμφιβολία. Το ανοιχτόχρωμο κορμί του αιωρούνταν στο κλαδί ενός δέντρου, με τρόπο που, αν το κοιτούσες από τον δρόμο, έμοιαζε με τη μορφή ενός παιδιού ή ακόμα και ενός μικρόσωμου ενήλικα. Τα μπροστινά του πόδια ήταν καρφωμένα και δεμένα στο κλαδί, με τα πέλματα γεμάτα αίμα ξερό. Τα πισινά του είχαν τεντώσει κοκαλωμένα, ενώ το κεφάλι του έγερνε στο πλάι, με τα μεγάλα, μαύρα μάτια του να θυμίζουν γυαλιστερά σκαθάρια, έτσι ορθάνοιχτα και γουρλωμένα που κοιτούσαν το τίποτα. Ο Μιχάλης έκανε να τον αγγίξει.
«Μη!» είπα εγώ.
«Γιατί μη;»
«Δεν ξέρω. Δεν είναι σωστό».
«Κοίτα τον. Είναι γεμάτος πληγές. Πρέπει να έφαγε πολύ ξύλο».
«Οι Κατσιναίοι. Χωράφι τους είναι εδώ».
«Να τον θάψουμε!»
Συμφωνήσαμε να επιστρέψουμε σε μισή ώρα, έχοντας πάρει ένα φτυάρι, για να θάψουμε το σκυλί. Ομως δεν πήγα. Οταν μου τηλεφώνησε ο Μιχάλης, προφασίστηκα ότι είχα μιλήσει με τον πατέρα μου, κι ότι εκείνος μου το είχε απαγορέψει.
Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι φοβόμουν. Σιγά σιγά έπεφτε σκοτάδι, κι εγώ δεν ήθελα να ανοίξω λάκκο για ένα κουφάρι, έστω και σκύλου. Ελεγα στον εαυτό μου ότι απέφευγα το συναπάντημα με τους Κατσιναίους και την καραμπίνα τους, ωστόσο δεν ήταν αλήθεια. «Οπως θέλεις», είπε ο Μιχάλης και το ’κλεισε, χωρίς να μου πει τίποτ’ άλλο.
Οταν, μετά από μέρες, πέρασα απ’ το σημείο, ο Μαραντόνα δεν βρισκόταν εκεί. Με τον Μιχάλη, έπειτα από το καλοκαίρι, χαθήκαμε. Ο λόγος δεν ήταν ότι μας άλλαξαν τμήματα στο σχολείο, όπως ήθελα να πιστεύω, αλλά πως μέσα μου τον ντρεπόμουν. Ηξερα ότι εκείνο το βράδυ είχε πάει στο χωράφι και είχε θάψει τον σκύλο μονάχος του.
Δεν μου το είπε ποτέ, δεν μου ζήτησε ποτέ του τα ρέστα, αλλά κάτι στο βλέμμα του όταν με κοίταζε, αραιά πλέον, εκείνη η ελάχιστη λάμψη της περηφάνιας στο μάτι του, μου έλεγε όσα χρειάζονταν χωρίς λόγια. Αργότερα, εμείς μετακομίσαμε στη διπλανή πόλη και χαθήκαμε εντελώς.
Πριν από λίγο καιρό, έμαθα ότι ο Μιχάλης πέθανε. Στον ύπνο μου τον είδα μαζί με τον Μαραντόνα, σε ένα απόκοσμο σκηνικό. Ο σκύλος ήταν τεράστιος, με ένα υπέρλαμπρο τρίχωμα, φτιαγμένο λες από χρυσάφι, και η μουσούδα του δεν ήταν εκείνο το άσχημο ρύγχος που θυμόμουν, αλλά μια απεικόνιση της ιδανικής σκυλίσιας ομορφιάς. Τα μάτια του, δύο καθάριες πηγές μαύρου φωτός. Πάνω στον σκύλο ήταν καθισμένος ο δεκατριάχρονος Μιχάλης, όπως τον ήξερα τότε, από εκείνη την άνοιξη. Ελαμπε ολόκληρος. Με το ένα του χέρι κρατούσε την παλιά μας μπάλα του μπάσκετ, ενώ με το άλλο με χαιρετούσε.
Αυτό που με γέμισε ικανοποίηση στο όνειρο ήτανε το χαμόγελό του. Πλατύ, ανεξίκακο. Με είχε συγχωρήσει. Μου έκανε νόημα ν’ ανέβω πίσω του, να συνεχίσουμε μαζί το ταξίδι πάνω στον Μαραντόνα.
Δεν πήγα.
Τελευταίο βιβλίο του Νίκου Μάντη είναι το μυθιστόρημα «Οι τυφλοί» (εκδ. Καστανιώτη)
Το μάθημα
Της ΚΑΛΛΙΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Της Γεωργίας, που στο σπίτι τη λένε και τη φωνάζουν Μενάζ, της κλέψανε το χαρτζιλίκι. Ενα ολόκληρο ευρώ. Το είχε στην κρυφή εσοχή της σχολικής της τσάντας, μέσα στη μικρή κασετίνα με το μολύβι και το χρωματιστό της στυλό. Οσο κι αν έψαξε κι αν ανακάτεψε τα μπλε τετράδια, τα βιβλία της Γεωγραφίας και της Ιστορίας, τα δάχτυλά της δεν ανέσυραν παρά μόνο χνούδια και ξύσματα. Είναι απαρηγόρητη.
Χωρίς το ευρώ που της έδωσε στο χέρι σήμερα η μητέρα της, γιατί δεν είχε 60 λεπτά σε ψιλά, δεν μπορεί να πάρει το λεωφορείο για το καινούργιο της σπίτι που έχει το δικό του μπάνιο. Μένει στο ισόγειο μιας τετραώροφης πολυκατοικίας, κάτω από την Αχαρνών. Απλώνουν τα ρούχα τους στο πεζοδρόμιο, το σπίτι δεν το βλέπει ο ήλιος κι ούτε έχει μπαλκόνι.
Το είπε στη δασκάλα της, αφότου χτύπησε το κουδούνι που σήμανε τις διακοπές του Πάσχα· δεν την πίστεψε· τα παιδιά συχνά λένε ψέματα, κατηγορούν τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές τους για τα χαμένα στυλό, τη σκισμένη σελίδα με τις λυμένες ασκήσεις, το χαρτάκι που προσγειώθηκε με φόρα στην έδρα. Η Γεωργία δεν είναι καλή μαθήτρια, προσπαθεί όμως να γίνει τα απογεύματα, όταν δεν έχει να φροντίσει τον μικρότερο αδερφό της που είχε την τύχη να γεννηθεί αγόρι· ο χρόνος της είναι λιγοστός, περιορισμένος και σαφώς καθορισμένος.
Το σχολείο της απέχει από το σπίτι της τέσσερις στάσεις, δεν είναι μακριά, τη διαδρομή την κάνει με τα πόδια μαζί με τον πατέρα της, καμιά φορά την αφήνει και του κρατάει το χέρι. Της μιλάει τότε για τις γειτονιές της Ντάκα, που με έναν περίεργο τρόπο μοιάζουν με εκείνες της Αθήνας, τη σκόνη και την πλημμύρα που έρχονται μια μέρα και εξαφανίζουν τους ανθρώπους, τους καταπίνουν με μια χαψιά, και η Γεωργία δεν μπορεί να καταλάβει αν η πλημμύρα και η σκόνη είναι κάτι που αναπολούν οι άνθρωποι του τόπου της.
Διασχίζει μόνη της την Γ’ Σεπτεμβρίου με την τσάντα που της πέφτει κάπως μεγάλη στους ώμους, δεν είναι σίγουρη για τη διαδρομή, είναι η πρώτη φορά που περπατά μόνη σε έναν τόσο μεγάλο δρόμο, χωρίς τον πατέρα της τα κτίρια είναι ακόμη ψηλότερα, τα σκυλιά πιο επικίνδυνα, οι άνθρωποι βιάζουν το βήμα τους, στο πέρασμά τους κοντεύουν να την παρασύρουν.
Περπατά και ψάχνει να βρει το μαγαζί με τα γκρίζα και λευκά πλακάκια του μπάνιου, το ψιλικατζίδικο που πουλά αρωματικό μπασμάτι και ταινίες του Μπόλιγουντ με τον Σαρούκ Καν, το καφενείο με τις ψηλές ξανθιές όλο χαμόγελο και νάζι σερβιτόρες.
Συνεχίζει να περπατά κατά μήκος της Γ’ Σεπτεμβρίου, η γιαγιά της –που την έχει δει μόνο μία φορά και ζει στο μακρινό Ρανγκαμάτι– της έχει πει ότι όσο περπατάς δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, το κακό σε βρίσκει μονάχα όταν στέκεσαι. Εχει κουραστεί, σχεδόν σέρνει τα βήματά της, είναι και τα βιβλία της Ιστορίας και της Γεωγραφίας που τη βαραίνουν πολύ.
Της κάνουν εντύπωση οι άνθρωποι που μιλούν μέσα από τα δόντια και δεν περιμένουν, ούτε ζητούν απάντηση, η νεαρή γυναίκα που χάνει την ισορροπία της κι απλώνει το χέρι, όχι για να σταθεί, αλλά για να ζητιανέψει, το ξυπόλυτο κορίτσι που ζηλεύει τη φούξια τσάντα της, τα νεκρά περιστέρια που στοιβάζονται στο πεζοδρόμιο.
Στην άκρη μιας διάβασης, κάτω από ένα φανάρι με κόκκινο για τους πεζούς, αναγνωρίζει τη μάνα της, είναι πεσμένη στην άσφαλτο με τα ψώνια της ημέρας, ένας άντρας στέκεται από πάνω της με τα πόδια ανοιχτά και μια γυναίκα ωρύεται, η μάνα της δεν μιλά και δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, η Γεωργία, που τη λένε και τη φωνάζουν στο σπίτι Μενάζ, τρέχει κοντά της, παραμερίζει τον άντρα και τη γυναίκα, σκύβει, την αγκαλιάζει και τη σηκώνει.
Τη Γεωργία την κρατάει από το χέρι σφιχτά η μητέρα της που ξέρει τον δρόμο για το καινούργιο τους σπίτι, την τραβάει να ακολουθήσει το βήμα της, στρίβουν μέσα στα στενά, αποφεύγοντας την κίνηση και τη βουή της πόλης.
Ενα αυτοκίνητο με δυνατή μουσική μοιάζει για λίγο να τις έχει πάρει στο κατόπι, η μητέρα της τής σφίγγει ακόμη περισσότερο το χέρι, οι πολυκατοικίες υψώνονται απειλητικά, δυο αδέσποτα σκυλιά γρυλίζουν και γαβγίζουν στο βάθος του δρόμου, οι περαστικοί ακολουθούν με το βλέμμα τους μάνα και κόρη, τις κατακρίνουν, ορίζουν τα βήματά τους, ένα μηχανάκι περνάει ξυστά από δίπλα τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Η Γεωργία δεν νιώθει πια τα δάχτυλά της, έχουν γίνει ένα κουβαράκι από πόνο, κοκαλάκια και αρθρώσεις που συνθλίβονται μέσα στη χούφτα της μητέρας της, κάτω από το βάρος του μικρού αδερφού που μεγαλώνει, της δασκάλας που την αποκάλεσε χαζή μπροστά σ’ όλη την τάξη, του πατέρα που την προορίζει για τον μικρότερο ξάδερφό του, της μάνας που τη μεγαλώνει να γίνει μάνα και γιαγιά, ενώ το μόνο που θέλει η Γεωργία είναι ένα δωμάτιο δικό της και λίγες ώρες κάθε απόγευμα για να μάθει να διαβάζει και να γράφει για να μην φοβάται τίποτα και κανέναν.
Τελευταίο βιβλίο της Κ. Παπαδάκη είναι το μυθιστόρημα «Οι Δενδρίτες» (εκδ. Πόλις, 2015)
Τα πασχαλινά μας έθιμα (παραλλαγή στον Σωκράτη Σχολαστικό)
Του ΦΑΙΔΩΝΑ ΤΑΜΒΑΚΑΚΗ

Ημουν νέος, στην ηλικία σου, Χριστόδουλε, όταν διαχωρίσαμε από τα ιουδαϊκά έθιμα. Πάψαμε να εορτάζουμε το Πάσχα με τους Ιουδαίους, αποβάλαμε την περιτομή, το Σάββατο, τη βρώση και την πόση των Ιουδαίων. Ακολούθησαν πολλές σύνοδοι, πολλές διχονοήσεις, σχίσματα, εμείς οι Αλεξανδρινοί, η Ιλλυρία και όλη η Ελλάδα, ορίσαμε τη νηστεία έξι εβδομάδων και την ονομάσαμε Τεσσαρακοστή. Για άλλους σήμαινε αποχή από τα πάντα, πλην του ξηρού άρτου, και σε άλλους ούτε καν αυτού.
Αλλοι απήχαν από όλα τα έμψυχα, άλλοι μεταλάμβαναν μόνον ιχθύες, και άλλοι μόνον ξηρούς καρπούς και αυγά. Κατά την Τεσσαρακοστή έπαυαν οι εργασίες, οι εορτές, και το γαμείν. Ιουδαίοι και Ελληνες χλεύαζαν τους Χριστιανούς για τη νηστεία και την αποχή, οι μεν Ιουδαίοι διατείνονταν ότι ήσαν οι φύλακες της ακρίβειας και του τυπικού του Πάσχα, οι δε Ελληνες περιφρονούσαν την ένδεια χρημάτων και τη φιλοσοφία των Χριστιανών.
Ο επίσκοπος Θεόφιλος, για να αποδείξει τότε το επονείδιστο των Ελλήνων, πρόσταξε να εισέλθουν στο Μίθρειο και να το ανακαθάρει. Με ζήλο και την ενθάρρυνση του επισκόπου, καταστρέψαμε το Σαράπειον και διαπομπεύσαμε δημόσια τα φονικά μυστήρια του Μιθρείου. Οταν ο Θεόφιλος περιέφερε τους φαλλούς του Πριάπου στο μέσον της αγοράς, γελάσαμε μεστά. Βλέποντας τούτα οι Ελληνες της Αλεξανδρείας και κυρίως οι δάσκαλοι της φιλοσοφίας, επιτέθηκαν από οργή στους Χριστιανούς και φόνευαν τους πάντες.
Αμύνονταν και οι Χριστιανοί και η μάχη συνεχίστηκε ώσπου να κορεσθούν οι αντίπαλοι από φόνους. Ελάχιστοι Ελληνες σκοτώθηκαν, οι Χριστιανοί εκατόμβη. Οι δε τραυματίες αναρίθμητοι. Οι Ελληνες φοβήθηκαν κι άλλος έφυγε από δω, άλλος από κει, μερικοί σε άλλες πόλεις.
Ο έπαρχος και ο ηγούμενος του στρατιωτικού τάγματος διέταξαν την κατάλυση των ναών και με τον Θεόφιλο επικεφαλής ισοπέδωσαν τους ναούς, τα δε αγάλματα των θεών έριχναν σε καζάνια της εκκλησίας και τα έλιωναν για να μοιραστούν στους πτωχούς.
Στο Σαράπειον φυλασσόταν η βιβλιοθήκη, από όπου οι μοναχοί άναψαν τους παπύρους και τους περιέφεραν στην πόλη σαν πυρσούς κατακαίοντας τα ιερά των Ελλήνων. Σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης, έκτοτε οι Χριστιανοί περιφέρουν λαμπάδες στην εορτή της Αναστάσεως.
Οταν γκρεμίστηκε και γυμνώθηκε ο ναός, Χριστιανοί και Ελληνες βρήκαν χαραγμένα στους λίθους γράμματα που αποκαλούν ιερογλυφικά. Πολλοί δε χαρακτήρες είχαν σταυρούς. Διχονοούσαν σχετικά, ώσπου κάποιοι Ελληνες που είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό ερμήνευσαν ότι ο σταυροειδής χαρακτήρας σημαίνει ζωή επερχόμενη. Μετά από αυτό, οι Χριστιανοί έγιναν αλαζονικότεροι και πολλοί Ελληνες προσήλθαν και εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους βαπτίζονταν. Επικράτησε το έθιμο, της Αναστάσεως, να καίνε με λαμπάδες το σχήμα του σταυρού στους λίθους των σπιτιών.
Ημουν αρκετά πρεσβύτερος όταν στην Αλεξάνδρεια είχαν απομείνει λιγοστοί Ελληνες, αλλά οι Ιουδαίοι παρέμεναν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Οι πόλεις εκείνη την εποχή συνήθιζαν τα Σάββατα να έχουν παραστάσεις χορού και πολλοί Ιουδαίοι αντί να τηρούν τον Νόμο τους, σχόλαζαν στα θέατρα. Στις διαμαρτυρίες τους, ο επίσκοπος Κύριλλος τους απείλησε εάν δεν πάψουν να διαμαρτύρονται.
Αισθανόμενοι την απειλή, οι Ιουδαίοι έγιναν επιθετικότεροι. Μια νύχτα συνωμότησαν και γύριζαν την Αλεξάνδρεια φωνάζοντας ότι η εκκλησιά του Αλεξάνδρου, τότε η λαμπρότερη των Χριστιανών, καίγεται. Οι Χριστιανοί έσπευδαν στους δρόμους να σώσουν την εκκλησία και οι συνωμότες, στο σκοτάδι, τους κατέσφαζαν. Ο Κύριλλος, για να τους τιμωρήσει, τους εκπόμπευσε από την πόλη όπου κατοικούσαν από τον καιρό του Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, κι οι Χριστιανοί άρπαζαν τις περιουσίες τους.
Ο έπαρχος της Αλεξάνδρειας Ορέστης, αγανακτισμένος με τη συμπεριφορά του επισκόπου και τη θλίψη που έφερε στην πόλη η εγκατάλειψη, κατήγγειλε το συμβάν στον βασιλέα. Παρομοίως κατήγγειλε ο Κύριλλος τους Ιουδαίους στον βασιλέα. Φιλία μεταξύ των ανδρών δεν επήλθε. Τότε κατέβηκαν από τα όρη της Νιτρίας πεντακόσιοι μοναχοί ζηλωτές να συμπαρασταθούν στον Κύριλλο.

Κατέκλυσαν την πόλη και κύκλωσαν τον έπαρχο στο άρμα του καθυβρίζοντας τον Ελληνα και θύτη. Παρότι ο Ορέστης δήλωσε βαπτισμένος Χριστιανός, ένας, ονόματι Αμμώνιος, τον λιθοβόλησε στην κεφαλή και πλημμύρισε αίματα, η δε φρουρά του σκόρπισε από φόβο. Ακολούθως, προσέτρεξαν πολίτες και διέλυσαν τους μελανοχίτωνες, συνέλαβαν δε τον Αμμώνιο. Ο έπαρχος διέταξε, κατά τους νόμους, να βασανιστεί δημόσια, ώσπου απέθανε.
Ο Κύριλλος κατήγγειλε τον Ορέστη στον βασιλέα, εξέθεσε την σορό του Αμμώνιου σε ναό και τον αποκάλεσε Θαυμάσιον, και μάρτυρα διότι στα βασανιστήρια δεν απαρνήθηκε τον Χριστό.
Τούτο το τέταρτο έτος της επισκοπής του Κυρίλλου, μέσα Μαρτίου, εν μέσω νηστειών, λέγεται ότι εμφανίστηκε ο Δίδυμος ο Τυφλός, άνδρας θαυμαστός κι ελλόγιμος, ο οποίος είχε αποδημήσει εις Κύριον προ ετών. Προτού μάθει τα πρώτα γράμματα, ο Δίδυμος απέβαλε την όραση, ο δε Θεός τού παρέσχε νοητούς οφθαλμούς για να μάθει τον θείο λόγο.
Εχοντας αποτάξει τον κοσμικό βίο, βίωσε αμόλυντος από θήλεια, οίνο και λάδι σε καλύβα στην έρημο. Στο ασκητήριό του προσέρχονταν οι θεόφιλοι για να μαθητεύσουν στα σωτηριώδη. Η θεία τιμωρία είναι λυτρωτική, δίδασκε.
Ο Δίδυμος, λέγουν, στάθηκε αμίλητος στην αγορά και γύρω του συνέρρευσε πλήθος μοναχών, Χριστιανών και παραβολάνων, περιμένοντας τον λόγο του.
Αίφνης διέσχισε την οδό η Υπατία στο άρμα της. Κόρη του φιλοσόφου Θέωνα, ξεπερνούσε στον λόγο και την επιστήμη, όλους τους φιλοσόφους της εποχής. Θαυμαστή για το ήθος, εράσμια πλην ανέραστη, υπήρξε ισόβια αφοσιωμένη στη διδασκαλία και τη μελέτη.
-Ιδού, λέγουν ότι ανέκραξε ο Δίδυμος δείχνοντας την Υπατία.
Οι παραβολάνοι αλλόφρονες χίμηξαν, την καθαίρεσαν από τον δίφρο, την απέγδυσαν, με όστρακα αποκόλλησαν το δέρμα από τα οστά, την διαμέλισαν, τα μέλη σώρευσαν στο σημείο το λεγόμενο Κιναρώνα, και τα κατέκαυσαν.
Φέρεται ότι στη μνήμη της Υπατίας θυσιάζουμε τον αθώο αμνό του Πάσχα, για δε το αίμα της στα όστρακα, σπάζουμε τα κόκκινα αυγά.
Τελευταίο βιβλίο του Φ. Ταμβακάκη είναι η νουβέλα «Η αναπαλαίωση» (εκδ. Εστία, 2015)
Πάσχα στα ξένα
Του ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΑΜΠΟΥΣΗ

Το φθινόπωρο του 2015, στο απόγειο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκα στο Σεντ Αντριους της Σκοτίας, για να κάνω μεταπτυχιακό στις ανθρωπιστικές σπουδές. Το πανεπιστήμιο θα με δεχόταν με υποτροφία και θα μου παρείχε στέγη και τροφή. Γι’ αντάλλαγμα, θα δούλευα τα μεσημέρια και τα βράδια στο εστιατόριο της φοιτητικής εστίας.
Αρχές του 2016 πληροφορήθηκα ότι κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα ερχόταν ένας Αραβας παπάς από το Εδιμβούργο και λειτουργούσε στο παρεκκλήσι του Σεντ Λέοναρντ. Ο παπα-Γαβριήλ είχε τελειώσει θεολόγος στη Θεσσαλονίκη και είχε κάνει συμπληρωματικές σπουδές στη Βουλγαρία και τη Σερβία.
Ως εκ τούτου, μπορούσε να τελεί τη θεία λειτουργία ψάλλοντας σχεδόν σε όλες τις γλώσσες των ορθοδόξων. Οπου πήγαινε, κουβαλούσε μια βαριά βαλίτσα γεμάτη ιερά σκεύη και εικόνες. Και πριν από κάθε ακολουθία τις τοποθετούσε ολόγυρα στην αίθουσα κι έπειτα τις μάζευε για να τις μεταφέρει στον επόμενο προορισμό του.
Προσωπικά, μου άρεσε να πηγαίνω στην εκκλησία, ήμουν κι εξοικειωμένη με τη βυζαντινή μουσική. Γιατί από μικρή έπαιζα βιολί, «όργανο ασυγκέραστο», και είχα τελειώσει το Μουσικό Λύκειο της Δράμας με μάθημα επιλογής την εκκλησιαστική μουσική.
Πήγα, λοιπόν, μια Κυριακή στο παρεκκλήσι, αλλά δεν το ευχαριστήθηκα. Οι ψαλτάδες δεν ήταν μόνον ημιμαθείς, αλλά έψαλλαν «τετραφωνικά» κι ακούγονταν σαν να έκαναν καντάδα. Στο τέλος της λειτουργίας, όμως, άφησα το ιμέιλ μου για να με ειδοποιούν όποτε θα είχαν εκδηλώσεις.
Παραμονές του Πάσχα έλαβα μήνυμα ότι ο παπα-Γαβριήλ θα λειτουργούσε στο Σεντ Αντριους τη Μεγάλη Παρασκευή, στις δώδεκα το μεσημέρι, και μάλιστα θ’ ακολουθούσε περιφορά του Επιταφίου στην πόλη…
Το μεσημέρι εκείνης της μέρας έβρεχε καταρρακτωδώς. Και όταν άρχισε η ακολουθία, μέσα στον ναό ήμασταν λιγότερα από σαράντα άτομα.
Χωρίς θέρμανση, χωρίς καντήλια, χωρίς τα κεριά που συνήθως κρατούν οι εκκλησιαζόμενοι στην Ελλάδα και δημιουργούν κατανυκτική ατμόσφαιρα, και με Επιτάφιο ένα χοντρό κεντημένο ύφασμα πάνω σ’ ένα γυμνό τραπέζι, στο κέντρο του ναού, το περιβάλλον μού φάνηκε ψυχρό και άξενο.
Οταν όμως οι ψαλτάδες άρχισαν να ψάλλουν «Ο ευσχήμων Ιωσήφ…» και «Οτε κατήλθες προς τον θάνατον…», πρώτα στα ελληνικά και ύστερα στα σερβικά, τα βουλγαρικά και τα αραβικά, συγκινήθηκα πραγματικά.
Και συνειδητοποίησα ότι εκείνη τη στιγμή, μέσα στο παραχωρημένο ναΰδριο της Αγγλικανικής Εκκλησίας, συντελούνταν ένα θαύμα. Μια συνάντηση προσώπων αγνώστων μεταξύ τους, από διαφορετικές εθνότητες, που λόγω της ημέρας είχαν καταληφθεί από συναισθήματα αδελφοσύνης, συμπάθειας κι αγάπης. Πήγα και στάθηκα δίπλα στους ιεροψάλτες κι ένωσα τη φωνή μου με τις άλλες φωνές.

Σαν ήρθε η ώρα να ψαλούν τα εγκώμια, ο παπα-Γαβριήλ διέταξε να ξεκινήσει η περιφορά του Επιταφίου. Κι επέλεξε εκείνη τη στιγμή μάλλον γιατί η βροχή σταμάτησε ξαφνικά –όπως κόπηκε ξαφνικά η Ερυθρά Θάλασσα στα δύο, για να περάσουν από μέσα της οι Εβραίοι–, ίσως όμως και θέλοντας να συντομεύσει την ακολουθία, αφού, όταν επιστρέψαμε στον ναό δεν ειπώθηκαν ούτε τα Ευλογητάρια ούτε οι Αίνοι ούτε η Δοξολογία.
Τέσσερις φοιτητές έπιασαν το ύφασμα του επιταφίου από τις γωνίες του και οι υπόλοιποι πήραμε στα χέρια εικονίσματα –όπως κάνουμε στην Ελλάδα την Κυριακή της Ορθοδοξίας– και βγήκαμε από τον ναό.
«Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ…», γέμισε την ατμόσφαιρα στα ελληνικά, στα βουλγαρικά, στα σερβικά και στα ρωσικά. Ακολούθησε το «Αξιον εστί, μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην…» και το υπέροχο: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;».
Καθώς προχωρούσαμε στον κεντρικό δρόμο του Σεντ Αντριους πολλοί κοιτούσαν παραξενεμένοι, αλλά με σεβασμό και σοβαρότητα. Μάλιστα, κάνα-δυο γυναίκες βγήκαν από τα μαγαζιά, στα οποία δούλευαν, κι έκαναν τον σταυρό τους. Βλέποντάς τες ρίγησα κι αισθάνθηκα μια ακατανόητη περηφάνια για το ότι συμμετείχα στην περιφορά.
Λίγο πριν η βροχή ξαναρχίσει, επιστρέψαμε στην εκκλησία και περάσαμε κάτω από τον Επιτάφιο, για να δηλώσουμε την αφοσίωσή μας στον σταυρωθέντα Χριστό. Επειτα διαβάστηκε η προφητεία του Ιεζεκιήλ, το πιο παρηγορητικό κείμενο για την ανάσταση των νεκρών, που καταλήγει με τα λόγια: «Ιδού εγώ… ανάξω υμάς εκ των μνημάτων και εισάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ. Και δώσω πνεύμα μου εις υμάς και ζήσεσθε, και θήσομαι υμάς επί την γην υμών».
Μετά το «Δι’ ευχών» ο παπα-Γαβριήλ, μια μέρα νωρίτερα απ’ το κανονικό, μας μοίρασε κόκκινα αυγά, όχι βεβαίως για να τα φάμε Μεγάλη Παρασκευή, και ανακοίνωσε ότι, αν θέλαμε να εκκλησιαστούμε για την Ανάσταση, θα έπρεπε να ταξιδέψουμε στο Εδιμβούργο. Οι περισσότεροι δεν είχαμε τη δυνατότητα να το κάνουμε.
Του το είπαμε κι εκείνος χαμογελαστός απάντησε: «Τότε ανάψτε ένα κεράκι μέσα στο δωμάτιό σας και ακούστε τη λειτουργία από το ραδιόφωνο. Το ίδιο κάνουν οι ναυτικοί κι όσοι βρίσκονται σε μέρη όπου δεν υπάρχουν εκκλησίες».
Το βράδυ του Σαββάτου, στις 11.00 η ώρα, έπιασα στο ιντερνέτ το δεύτερο πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας κι άκουγα την αναμετάδοση απ’ τη Μητρόπολη των Αθηνών. Στην αρχή καθόμουν σε μια καρέκλα, έπειτα ξάπλωσα στο κρεβάτι ξέροντας ότι ο αναστημένος Χριστός δεν θα με παρεξηγούσε∙ στο τέλος με νίκησε η κούραση της μέρας και παραδόθηκα στον ύπνο.
Ξυπνώντας το άλλο πρωί, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν το κόκκινο αυγό πάνω στον πάγκο της μικρής κουζίνας. Και στο τηλέφωνό μου βρήκα μήνυμα απ’ τη μάνα μου, σταλμένο όταν τέλειωσε η αναστάσιμη λειτουργία στην Ελλάδα, στις τρεις η ώρα το πρωί: «Αγάπη μου», έγραφε, «Χριστός Ανέστη. Χωρίς εσένα δεν κάναμε φέτος ούτε μαγειρίτσα ούτε ψητό. Και ο μπαμπάς θυμήθηκε τις προηγούμενες χρονιές κι έβαλε τα κλάματα».
Τελευταίο βιβλίο του Β. Τσιαμπούση είναι η συλλογή διηγημάτων «Πούρα γεμιστά» (εκδ. Εστία, 2017)
