Λέγεται ότι η σημερινή εικόνα προοικονομεί την εικόνα του αύριο. Αλλά ποια είναι η εικόνα; Των τραυμάτων και των εθνικών πληγών. Οτι η Ελλάδα βρέχεται από τη Μεσόγειο∙ προς Ανατολάς συνορεύει με έναν προαιώνιο εχθρό, και προς Βορράν δεν συνορεύει με την Ευρώπη αλλά με την καχυποψία, τα προτεκτοράτα και τους αλυτρωτιστές.
Σβήνοντας τον πολιτισμικό πλούτο αιώνων, τον φυσικό πλούτο, τις πραγματικές δυνατότητες, συσκοτίζοντας την πραγματικότητα με ορδές «ενδοτιστών» και «προδοτών», εμποδίζοντας οποιαδήποτε βελτίωση της ευρωπαϊκής θέσης της χώρας, αυτή η άποψη πολιτικών ομάδων κοπής πατριωτικού λαϊκισμού και μηδενιστικού εθνικισμού, γίνεται μοχλός επιβίωσης και πολιτικός ρυθμός με γιρλάντες του τύπου «μένουμε Ευρώπη».
Αυτή η πόζα θεωρεί a priori εχθρό τον γείτονα -ακόμη κι όταν ο γείτονας συγκυριακά ξεφεύγει– μοχλεύοντας περαιτέρω την εχθρότητα∙ θεωρεί συλλύβδην υπόπτους ή ενόχους όλους όσοι υπάγονται στη δικαιοδοσία της, υποδαυλίζοντας συναισθήματα εσωτερικής υποτέλειας και χάους. Δεν παράγει πολιτική.
Κυκλοφορεί και κάτι άλλο. Οτι ο καθ’ έξιν έντιμος πολιτικός είναι πλάσμα της φαντασίας. Και εδώ, «ελάχιστα πνεύματα είναι αρκετά υγιή ώστε να προφυλάσσονται από τέτοιες μεταδοτικές φαντασιώσεις» -το είχε πει ο Γάλλος φιλόσοφος ντε Κοντιγιάκ από τον μακρινό 18ο αιώνα, στην «Πραγματεία για τα ζώα». Και τι μένει; Η λαγνεία της αντιπαράθεσης ως προθάλαμος του φασισμού. Χάνεται η υπόθεση της κοινής σωτηρίας.
Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απαγγέλλει το νεόκοπο της Δεξιάς: «Δεν έχει κανένα ηθικό πλεονέκτημα η Αριστερά». Ελάχιστα τον ενδιαφέρει να μελετήσει ενδελεχώς το θέμα του, να δει ότι η Αριστερά είναι πολιτισμικό, ιστορικό και θεσμικό φορτίο της Ευρώπης και να προασπίσει τον προνομιακό του στίβο: την πολιτική. Απλώς, θεωρεί ότι, εφόσον το είπε, έχουν ειπωθεί τα πάντα για την Αριστερά, με τρόπο ώστε η Δεξιά, ανανεωμένη και αθώα, να στήσει την κυβέρνησή της.
Η αλήθεια που μπορεί να εντοπιστεί σε αυτούς τους συλλογισμούς έχει να κάνει με πολιτικές ποιότητες του σήμερα. Αυτές προοικονομούν την ποιότητα του αύριο, που προσδοκά να αναλάβει η σημερινή αντιπολίτευση. Και αν η σημερινή αντιπολίτευση νοσεί, το ίδιο θα πάσχει αύριο στη θέση της κυβέρνησης. Αλλωστε, αυτές είναι οι αιτιάσεις με τις οποίες κατηγορεί την κυβέρνηση: ότι δηλαδή από τη θέση της αντιπολίτευσης δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει το κακό.
Σίγουρα, η τωρινή κυβέρνηση στα συγκείμενα που παρέλαβε, δεν έκανε όσα θα ήθελε ή όσα θα έπρεπε να κάνει. Απεναντίας, έκανε λάθη και ως αντιπολίτευση και ως κυβέρνηση.
Αλλά η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει με αυτές τις πολιτικές λογικές, σαν σκύλος που κυνηγάει την ουρά του. Κι αν η αγκυλωμένη Ελλάδα είναι να πάθει κάτι, θα το πάθει από υπερβολική παραίτηση των ηγετικών και μιντιακών πνευμάτων που δικαιώνουν τον Τζορτζ Σανταγιάνα: «Στην Ελλάδα μιλούν οι σοφοί και αποφασίζουν οι ηλίθιοι».
Η Ελλάδα έφτασε εδώ χάρη στη φωτεινή όψη, την προκοπή, την εντιμότητα, τον πολιτισμό, το δημοκρατικό φρόνημα των πολιτών της, τις κοινότητες που στάθηκαν πιο μπροστά από πολιτικούς∙ ανοίχτηκαν σε δύσκολο κόσμο, τον κέρδισαν και τον κατακτούν. Δεν ήταν εύκολη η πίστα. Δεν ήταν τέλεια. Θα μπορούσαμε και καλύτερα. Αλλά, ξανά, με παραπολιτική, δεν γίνεται πολιτική.
Η συλλογική ψυχή ζητάει άλλα. Θέλει το προφανές∙ ανταμοιβή ζωής για χρόνιες θυσίες∙ ζητάει αποκατάσταση. Θέλει κράτος σε τροχιά προς το κοινό καλό, θέσεις εργασίας, δικαιότερη διανομή, λιγότερους αποκλεισμούς, ισονομία. Θέλει καλοκουρδισμένη διοίκηση, αποχετεύσεις και μαζεμένα σκουπίδια, όσο θέλει και παιδεία και υγεία.
Δεν θέλει τα λαμέ σκουπίδια που πουλάει ως «πολιτισμό» ο Σκάι. Θέλει έξοδο προς ειρηνικά επέκεινα και πρόοδο. Θέλει ένα θετικό πολιτικό σενάριο, κάτι σαν αυτό που υπονοούσε ο Μπόρχες: «Οταν καταστρώνω μια πλοκή, τη γράφω γιατί κατά κάποιον τρόπο πιστεύω σ’ αυτήν -όχι όπως πιστεύει κάποιος στην ιστορία αλλά όπως πιστεύει σε ένα όνειρο ή σε μιαν ιδέα».
Οι πολιτικοί, πιο πραγματιστές και πιο βραχυπρόθεσμοι, νομίζουν ότι η Ελλάδα τού σήμερα μπορεί να είναι μια καλή πολιτική βάση για την Ελλάδα του αύριο. Το πολύ πολύ να ακούν τη γνώμη του οδηγού τους και να φαντάζονται πως -πράγματι- αφουγκράζονται την κοινή γνώμη.
Οι πολίτες, πάλι, δεν το πολυπιστεύουν, γιατί βλέπουν τι συμβαίνει στα σαλόνια της εξουσίας και τι συμβαίνει στους διπλανούς τους∙ βλέπουν κλειστά μαγαζιά και, στους δρόμους, βλέπουν σπασμένες βιτρίνες και γυαλιά∙ βλέπουν τα συντρίμμια της δικής τους ζωής, απέναντι σε μίζες και προνόμια.
Βλέπουν να γίνονται πράγματα που έλεγαν ότι δεν θα συμβούν ποτέ, που τώρα γίνονται μπρος στα μάτια τους, και άλλα -πολλά σάπια- που νόμιζαν πως πέρασαν και που, αίφνης, επαναλαμβάνονται με παραλλαγές.
Βλέπουν χρέος και τα παιδιά τους να ξενιτεύονται ή να καίνε τα ταλέντα τους στην υποαπασχόληση. Θέλουν μια καλύτερη βάση για επανεκκίνηση. Κι αυτό οι πολίτες έχουν δικαίωμα να το δουν, τώρα, αύριο.
