Φάνης ονομάζεται ο απέναντι και φαίνεται, τώρα που μπαίνει η άνοιξη, ολοένα συχνότερα στο μπαλκόνι. Λιάζεται διαβάζοντας λογοτεχνία ή λύνοντας μανιωδώς σταυρόλεξα. Συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ευγενής και φιλήσυχος. Θορυβώδη συνήθεια απέκτησε, εν τούτοις, τελευταία. Τον πιάνει πού και πού να σηκώνεται απ’ το τραπέζι και να σβαρνάει εν εξάλλω τα κάγκελα με το τσίγκινο φαράσι, εκφέροντας ταυτοχρόνως άναρθρες, διαπεραστικές κραυγές. Δεκάδες πτηνά φεύγουν τρομαγμένα απ’ τη βεράντα του και κατευθύνονται στη δική μου. Πετάγομαι τότε εκών άκων και, σχηματίζοντας νοητούς κύκλους στον αέρα με τα χέρια, τα διώχνω προς τον κάτω μαχαλά.
Τους κορύβαντες των πολυκατοικιών παριστάνουμε αμφότεροι, προσφέροντας ξεκαρδιστικό θέαμα στους περίοικους. Ομολογώ ότι προτιμώ να υποβάλλομαι κάθε τόσο σε τούτο το γερμανικό καψόνι παρά να ξύνω με τον στοκαδόρο τις κουτσουλιές απ’ τα μάρμαρα. Περί τον Μάιο πετυχαίνουμε τον απόλυτο συγχρονισμό. Αρχές της σεζόν, ωστόσο, τα ανακλαστικά μου μοιάζουν ξεχαρβαλωμένα ελατήρια κι έτσι προχθές, προτού προλάβω να αντιδράσω στις κινήσεις τού πάντοτε καλά προπονημένου γείτονα, σμήνος από δεκαοχτούρες και περιστέρια προσγειώθηκε πανικόβλητο στο κιγκλίδωμα και τις γλάστρες μου.
Εμεινα να τα κοιτώ αναποφάσιστος κι εκείνα με μπάνιζαν με την περιφερειακή όραση έτοιμα να αποδράσουν στο παραμικρό σάλεμα. Εσπασε την αμηχανία της στιγμής ασθμαίνον φτερούγισμα παράξενου πουλιού, εξωτικού και ξωτικού συνάμα, κάτι μεταξύ ψιττακού, μπούφου και καλιακούδας. Ισα ίσα κατόρθωνε να σταθεί και δεν σωριαζόταν στην άσφαλτο. Μετά κόπων και βασάνων καβαλίκεψε το ψηλότερο κλαρί της βουκαμβίλιας, αναφούφουλο και μαδημένο, με τουμπαρισμένο αλεκτόρειο λόφο και κακόπαθο υπορράμφιο κάλλαιο και βάλθηκε να κελαηδά παράφωνα σαν καρακάξα και αστεία σαν μαραμπού: «Δεν θέλω δανεικά φτερά, πετώ με τα δικά μου, γι’ αυτό πολλοί ζηλεύγουνε εμέ το πέταγμά μου».
Ράμφισμα στην κοινή λογική αποτελεί η πολιτεία του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνον διά του σουρεαλισμού και των παραισθήσεων μπορείς να την προσεγγίσεις. Εγκαλείται, φέρ’ ειπείν, ο υπουργός Πολλάκις διότι διόρισε κολλητό του, πρώην υπάλληλο βουλκανιζατέρ, αντιπρόεδρο στο Νοσοκομείο Σαντορίνης, με μηνιαίες αποδοχές που αγγίζουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ, τη στιγμή που δεκάδες επιστήμονες με διδακτορικά στα οικονομικά και τη διοίκηση Υγείας μένουν άνεργοι ή παίρνουν τον δρόμο της κακούργας μετανάστευσης.
Απαντά στην αντιπολίτευση, αυτή τη φορά δίχως μαντινάδα, ο κομμουνιστής κομισάριος: «Μας κατηγορείτε γιατί ανοίξαμε το βουλκανιζατέρ, το οποίο ήταν έτοιμο από το 2009, αλλά είχατε ετοιμαστεί να το πουλήστε για να γίνει ξενοδοχείο και “σπα”». Δηλαδή, εφόσον λειτούργησε επί των ημερών μας το θεραπευτήριο, είναι δίκαιο και ηθικό να μετατραπεί σε τσιφλίκι μας. Κατέχω την εξουσία, άρα κάνω ό,τι γουστάρω. Ο ΘΑλέξης επικουρεί: «Ε, λοιπόν κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ναι. Είναι αλήθεια. Οι δικοί μας φίλοι και συνεργάτες μπορεί να υπήρξαν κάποτε ιδιοκτήτες βουλκανιζατέρ. Αυτό είναι και το γεγονός που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς». Ελιάρ, Μπρετόν και Εμπειρίκος σκίζουν τα κείμενά τους, των ψυχαναλυτικών περιλαμβανομένων.
