Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέγιστος, ξεκάθαρος καλλιτεχνικός θρίαμβος για την ΕΛΣ υπήρξε η παρουσίαση της «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» (1835) σε συμπαραγωγή με τη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου. Η Λυρική είχε να παρουσιάσει το αριστούργημα του Ντονιτσέτι από το 1981/82, όταν το τραγούδησαν εναλλάξ οι Τζένη Δριβάλα και Φώφη Σαραντοπούλου. Εκτοτε πέρασαν τριάντα επτά (37) χρόνια, τουλάχιστον επτά καλλιτεχνικοί διευθυντές με ικανό χρονικό εύρος θητείας και μια γενιά τραγουδιστριών, που οι υπεύθυνοι του θεσμού δεν τους έδωσαν ευκαιρία να τραγουδήσουν τον επώνυμο ρόλο όταν ήσαν στην ακμή τους.

Γιατί συνέβησαν αυτά; Μόνον ο θεός της Ελλάδος γνωρίζει και είναι καλύτερα που δεν μας το λέει… Αυτών λεχθέντων, το καινούργιο ανέβασμα της «Λουτσία» υπήρξε από καιρό χρεωστούμενη, απολύτως θετική, ευπρόσδεκτη κίνηση και πολύ σημαντικό μάθημα/εμπειρία για όλους: ορχήστρα, τραγουδιστές, κοινό.

Μπορεί να μην ήσαν όλα τέλεια στη λεπτομέρεια –στα ανεβάσματα τέτοιων έργων αυτό είναι πολύ δύσκολο- όμως ο χαρακτήρας, η συνολική σύλληψη, τα βασικά συστατικά και η υλοποίηση της παραγωγής πρόβαλαν δεμένα σε ένα συνεκτικό όλον και λειτούργησαν συμπληρωματικά, προσφέροντας μιαν ιδανική εμπειρία. Η νέα παραγωγή πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου το 2016, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. Είδαμε την παράσταση στις 18/3/2018.

Η σύγχρονη ματιά της Κέιτι Μίτσελ

Διάσημη για τις τολμηρές, ανατομικής δριμύτητας προσεγγίσεις της, η Κέιτι Μίτσελ προσέγγισε τη «Λουτσία», διαρρηγνύοντας βίαια τη σύμβαση του καλαίσθητου καθωσπρεπισμού των παραδοσιακών ανεβασμάτων, στοχεύοντας σε μια σύγχρονη, επεμβατική εξισορρόπηση/διόρθωση της αδιαπραγμάτευτα ανδροκεντρικής οπτικής των Σκοτ/Καμαράνο/Ντονιτσέτι. Διατηρώντας τον ιστορικό τόπο (Σκοτία), αλλά επιλέγοντας ως χρόνο της δράσης την εποχή του συνθέτη (περ. 1830), η 54χρονη Αγγλίδα σκηνοθέτρια συμπλήρωσε αριστοτεχνικά τη σκηνική αφήγηση με εφευρεμένες βωβές δράσεις που εκτυλίσσονταν ανάμεσα στις αδόμενες σκηνές: τις προετοιμασίες της Λουτσία να συναντήσει τον Εντγκάρντο ντυμένη ανδρικά, τις αντιδράσεις της όταν συνειδητοποιεί ότι είναι έγκυος (εφεύρημα προκειμένου να αναδειχτεί η ολοκληρωμένη διάσταση της σχέσης), τον φόνο του Αρτούρο, την αυτοκτονία της στο φινάλε.

Αντίστοιχα, αλλά και ως υπόμνηση της «γοτθικής» διάστασης του μυθιστορήματος του Ουόλτερ Σκοτ στο οποίο βασίζεται η «Λουτσία», λειτούργησαν οι συνεχείς παρουσίες της των βωβών φαντασμάτων της πεθαμένης μητέρας της Λουτσία και της φονευμένης ανώνυμης κοπέλας.

Αλλοτε παρεμβαλλόμενες, άλλοτε τεχνηέντως συνυφασμένες στην όπερα, οι δράσεις αυτές δίχως να αποσυντονίζουν ιδιαίτερα την παρακολούθηση πρόσθεσαν ασυζητητί ενδιαφέρον βάθος και ανανέωσαν –μείζον κατόρθωμα και συνεισφορά της σκηνοθέτριας– την πρόσληψη της «Λουτσία». Στην έντονη, βαθιά συγκινησιακή απήχηση της παράστασης συνεισέφεραν αποφασιστικά τα θαυμάσια σκηνικά και κοστούμια εποχής της Βίκι Μόρτιμερ, μόνιμης συνεργάτριας της Μίτσελ, οι χαμηλοί, υποβλητικοί φωτισμοί του Τζον Κλαρκ και η λεπτομερώς χορογραφημένη κινησιολογία του Τζόζεφ Αλφορντ, αποδίδοντας τέλεια τη «γοτθική» ατμόσφαιρα.

Την απαιτητικότατη διανομή της «Λουτσία» στελέχωσε η ΕΛΣ με Ελληνες και ξένους μονωδούς, όπως συμβαίνει διεθνώς. Μέγιστος, αναφαίρετος προσωπικός θρίαμβος υπήρξε για τη Χριστίνα Πουλίτση η μουσική και σκηνική ερμηνεία του φερώνυμου, πρωταγωνιστικού ρόλου.

Η 35χρονη Ελληνίδα υψίφωνος με την περιορισμένη μέχρι χθες εμπειρία σε μεγάλους ρόλους, απέδωσε την εξοντωτική, υπεραπαιτητική μπελ-κάντο παρτιτούρα του Ντονιτσέτι δίχως εκπτώσεις, με αφειδώλευτο δόσιμο, γενναιότητα και προσήλωση. Οσα επιμέρους και εξειδικευμένα σε τεχνικό ή ερμηνευτικό επίπεδο έλειπαν θα τα φέρουν ο χρόνος και η εμβάθυνση της εμπειρίας.

Εξαιρετικοί ήσαν οι δύο άνδρες συμπρωταγωνιστές. Ο Ρώσος τενόρος Αλεξέι Ντόλγκοφ (Εντγκάρντο) και ο Ιταλός βαρύτονος Μάρκο Καρία (Ενρίκο Αστον) υπηρέτησαν τους ρόλους τους με σκηνικές παρουσίες ωραίες και αβίαστες, φωνές πλούσιες, εύηχες, καλογυμνασμένες και υφολογικά ταιριαστό «ιταλικό» τραγούδι. Πολύ καλή στον φωνητικά σύντομο αλλά (κατά Μίτσελ) σκηνικά μεγάλο και λεπτό σκηνικό ρόλο της Αλίζας υπήρξε η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα.

Ο Τάσος Αποστόλου ενσάρκωσε έναν επιβλητικό και στεντόρειο αλλά σκηνικά κάπως μονοκόμματο Ραϊμόντο, ενώ μέτριοι σκηνικά και φωνητικά ήσαν οι Νίκος Στεφάνου (Αρτούρο) και Χαράλαμπος Βελισσάριος (Νορμάνο). Τον εξουθενωτικό, άνισο αγώνα για τη διασφάλιση ενός ακροάματος συναρπαστικού, καλαίσθητου και υφολογικά σωστού έδωσε ηρωικά ο Γιώργος Πέτρου, πετυχαίνοντας ένα ικανοποιητικότατα προσεγγιστικό αποτέλεσμα από την Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΛΣ, σύνολα αποτελούμενα από μουσικούς, που, όπως επισημάναμε στην αρχή, ουδέποτε είχαν παίξει το εμβληματικό αυτό έργο του πρώιμου ιταλικού ρομαντισμού.