Σε αντίθεση με τους συγγραφείς της γενιάς του που, συνήθως, κινούνται από το διήγημα στο μυθιστόρημα –με τη λανθασμένη πεποίθηση ότι η μικρή φόρμα αποτελεί σκαλοπάτι για τη μεγάλη–, ο Διονύσης Μαρίνος (1971) κάνει το αντίθετο: μετά από τρεις μυθιστορηματικές προσπάθειες, αυτολογοκρίνεται αυστηρά και δημιουργεί καλοστημένες ιστορίες λίγων σελίδων, αποδεικνύοντας ότι γνωρίζει καλά την παράδοση του είδους· τόσο την τσεχοφική-τζοϊσιανή ειδολογική γραμμή, που ωθείται στα άκρα με τον Κάρβερ, όσο και την προέκταση της διανοητικής-φανταστικής ιστορίας ενός Πόε στα χέρια ενός Κάφκα, ενός Μπόρχες και, κυρίως, ενός Κορτάσαρ.

Είναι γνωστό ότι η παρατήρηση του συνηθισμένου και η καταγραφή του καθημερινού μπορεί να οδηγήσει σε δρόμους εξωλογικούς, όταν η εστίαση είναι στον αχανή ένδον κόσμο και στις στροφές και αντιστροφές του λαβύρινθου του ανθρώπινου μυαλού σε κρίσιμες στιγμές. Αν και μονίμως οι άνθρωποι βιώνουν κρίσεις, η τελευταία που όλοι βιώνουμε χρόνια τώρα επιτείνει τα προβλήματα. Ετσι κι εδώ, «τα πράγματα έχουν δυσκολέψει, κόσμος μένει στον δρόμο και τρώει από τα σκουπίδια», «οι δρόμοι γεμίζουν με διαδηλωτές, οι τηλεοράσεις με θυμωμένους», και οι ήρωές μας –άνεργοι, απολυμένοι, διαλυμένοι και ανέκκλητα μόνοι– «παρακολουθούν το αλισβερίσι […] ψυχολογικά σμπαράλια. Βλέπουν παντού εχθρούς, φαντάζονται τρύπες που στο επόμενο βήμα θα τους καταπιούν».
Ρολόγια σταματημένα, συρτάρια που ανοίγουν σαν στόματα που θέλουν κάτι να πουν, ξεχασμένα κομμάτια ζωής κάτω από κρεβάτια, και, στο βάθος, η καταχνιά της πόλης. Κάπου σήμερα, κάπου δίπλα μας ασφυκτιούν οι βασανισμένοι ήρωες του βιβλίου. Βιώνοντας οδυνηρά την καθημερινότητά τους, κονταροχτυπιούνται με το κλειστοφοβικό περιβάλλον που τους καταπίνει και εξερευνούν τα όρια της πραγματικότητας με το αλλόκοτο, εγκλωβισμένοι στη σκηνή όπου όλα αυτά παράγονται: στην ίδια τους τη συνείδηση.
Αλλοτε η διαδικασία πένθους καθυστερεί («Το άρωμα», «Τα γενέθλια»), άλλοτε η απουσία γίνεται δυσβάστακτη, όπως στην περίπτωση του μονήρη εργένη που αποχωρίζεται τα έπιπλά του στα σκουπίδια («Το στρώμα») ή του συνταξιούχου δικαστικού που βάζει φωτιά στη συλλογή του και αποχωρεί («Ο συλλέκτης»).
Οταν δεν καταρρέουν, όπως ο βουλιμικός Ιάσονας μπροστά στο σιβηρικό ψύχος του ψυγείου («Το ψυγείο») ή ο Ζήσης την πρώτη μέρα της νέας του δουλειάς που εξελίσσεται σε φιάσκο («Ο Αγιος Βασίλης»), εκρήγνυνται με απρόβλεπτες συνέπειες, όπως η γυναίκα στο «Μυρίζει» ή η μητέρα στον ματωμένο «Γάμο». Την κατηφόρα παίρνουν και ζευγάρια όπως ο Λεωνίδας και η Κλειώ που προσπαθούν να μιμηθούν τη ζωή των διπλανών τους με τους οποίους τους χωρίζει ένας τοίχος-ολόκληρη άβυσσος («Οι επισκέπτες»).
Ο μικρός με τη μανία για τη γεωγραφία («Εδώ δεν έχει Αλάσκα») δραπετεύει από την μπαλκονόπορτα κι ένας φίλος του, πιστεύοντας ότι είναι πουλί, εμπλέκεται σ’ ένα αυτοκαταστροφικό παιχνίδι αγωνιώδους επικοινωνίας με τον πατέρα του («Παπαγάλος Αρα»). Αλλοτε η αθώα παιδική ματιά μοιάζει διεστραμμένη («Ζωή από λίγο», «Η καινούρια μαμά»).
Συχνά το αλλόκοτο εγκαθίσταται με φυσικό τρόπο στην πραγματικότητα και η «έκπληξή μας από αυτή την απουσία έκπληξης δεν θα είναι ποτέ αρκετή», όπως έλεγε ο Καμί για τον Κάφκα. Μπορεί το ταβάνι του σαλονιού να ανοίξει σαν πέταλα παπαρούνας («Το πρόβλημα με το ταβάνι»); Τι πράγματι έχει συμβεί στον αφηγητή του διηγήματος «Το τρακάρισμα» που βασανίζεται από δυνατούς πονοκεφάλους; Ποιος (ή τι) προκαλεί τον περίεργο σωματικό ήχο που «χτυπιέται στα τζάμια και αφήνει την πούδρα του παντού» («Αυτός ο ήχος»); Κυκλικό διήγημα που δαγκώνει την ουρά του, το «Τρέξιμο στο πάρκο» επαναπραγματεύεται το θέμα του «διπλού», με σαφείς αναφορές στον Ντοστογιέφσκι και τον Μπόρχες.
Τέλος, στα «Μαύρα νερά», το εφιαλτικό «Φύλλο» του Βασιλικού συναντά την εικονοποιία του τρελού λαγού της λογοτεχνίας μας. Φόρος τιμής στον ποιητικό πρόγονο του Μαρίνου, που έφυγε στις 29 Μαρτίου του 2005, ημέρα ακριβώς που χρονολογείται η επιστολή του διαχειριστή της πολυκατοικίας επί της οδού Μηθύμνης προς τον κ. Μίλτο…
Να οι πρωταγωνιστές του βιβλίου που σέρνουν τα καταθλιπτικά τους βήματα εγκλωβισμένοι σε δωμάτια με κούφια πατώματα, μαλακούς τοίχους και σοβάδες που πέφτουν. «Και όσο για το σπίτι, έχει ρημάξει προ πολλού. Και εμείς μαζί του» λέει ένας, καθώς η φθορά του χώρου γίνεται μεταφορά της οικονομικής παρακμής, της προσωπικής δυστυχίας και απορρύθμισης μέσα στην… κανονικότητα.
«Αυτή η κανονικότητα. Αφήνει τα πράγματα να συμβαίνουν» λέει άλλος. «Ολα μαζί, όπως έρχονται. Σαν τη ζωή, όπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ» διαβάζουμε στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή. Μια αφηγήτρια προσθέτει: «Εχουμε μια κανονική οικογένεια. Οταν με ρωτούν αυτό λέω, αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει» («Ενας ήσυχος άνθρωπος»).
Φυσικά, γιατί η οικογενειακή θαλπωρή της καθημερινής συνήθειας έχει γίνει με τον καιρό «κλωστές ανάκατες». Στις πιο ομιλητικές οικογένειες «ακούγονται δόντια που ξεσκίζουν, δάκτυλα που βυθίζονται, κόκαλα που σπάνε», ενώ, στην καλύτερη περίπτωση, «Τα όρια του καθενός είναι το πιάτο του. Το χωράφι της ανάσας του», αφού τη ζωή τους «έχει πάψει προ καιρού να τη χαρακτηρίζει μια συμμετρία» και όλοι είναι «κομμάτια, ο καθένας μέσα του κι ακόμη πιο μέσα».
Σε μεγάλη εσωτερική ένταση οι ήρωες κλαίνε χωρίς ήχο ή αγωνίζονται απεγνωσμένα να κραυγάσουν από τα βάθη των πνευμόνων τους σαν «άγρια θηρία», αλλά παραμένουν άφωνοι όπως η άηχη κραυγή του Μουνκ. «Ισως αυτό που αξίζει τελικά είναι η σιωπή…» παραδέχονται οι ήρωες των μακάβριων «Γενεθλίων».
