Και άλλοτε έχω αναφερθεί στην μπάρα του Ορεβουάρ, που, εκτός του ότι σχεδιάστηκε από τον κορυφαίο Ευρωπαίο αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιο, προσφέρει πανοραμική θέα σε κεντρική οδική αρτηρία των Αθηνών. Πίνοντας χαλαρά το ουισκάκι σου, νιώθεις να διαπερνά την τζαμαρία και να κυλάει στο αίμα σου ο σφυγμός της πρωτεύουσας. Πριν από το 2010 έβλεπες νωρίς, τις μέρες που τα καταστήματα λειτουργούν και το απόγευμα, εκατοντάδες γυναίκες και άνδρες με πολύχρωμες τσάντες γεμάτες ψώνια να κατακλύζουν το πεζοδρόμιο, βαδίζοντας προς το σπίτι, τα γειτονικά καφέ, τους κινηματογράφους ή τα θέατρα.
Ριζωμένο δεκαετίες στη συμβολή της Πατησίων με την Κεφαλληνίας το περίπτερο που κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του ο Πάνος, δούλευε –σωστό χρυσωρυχείο– τρεις βάρδιες καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο. Τις μικρές ώρες εργαζόταν ο Σωτηράκης, μαθητής του Εσπερινού Γυμνασίου Αγίων Αναργύρων συν τοις άλλοις. Το συνεσταλμένο, αφοπλιστικό του χαμόγελο δημιουργούσε χτυπητή αντίθεση με τη «μοϊκάνα» που διέσχιζε το ξυρισμένο κεφάλι του από το μέτωπο ίσαμε τον αυχένα. Ασυνήθιστος στη θέα παρόμοιων κομμώσεων ο κύριος Λύσανδρος, μολονότι είχαν δει τόσα και τόσα τα μάτια του, μπάρμαν γαρ απ’ τις αρχές του ’60, τον αποκαλούσε σε δήθεν αυστηρό πατρικό τόνο «Κολοκοτρώνη».
Ισως επειδή η αλλόκοτη εικόνα του κρανίου του παρέπεμπε στην περικεφαλαία του Γέρου του Μοριά. Πνιγόταν στη δουλειά ο πιτσιρικάς. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν το ένα πίσ’ από τ’ άλλο και οι ξενύχτηδες οδηγοί αγόραζαν, μαζί με τα τσιγάρα, σοκολάτες, αναψυκτικά και ό,τι βάλει ο νους. Πληρωνόταν με τέσσερα ευρώ την ώρα, τριάντα δύο έκαστο νυχτοκάματο πά’ να πει, αρκετά για να περιποιείται το ινδιάνικο τσουλούφι και να περισσεύει χαρτζιλίκι για τα μικροέξοδα. Επειτα απ’ τη συνομολόγηση του πρώτου μνημονίου η Πατησίων άρχισε να ερημώνει. Η πελατεία αραίωνε, αρκετά μαγαζιά έβαλαν λουκέτο κι οι λιγοστοί διαβάτες κατευθύνονταν κατηφείς και βιαστικοί στη μιζέρια του καναπέ. Λιγόστεψε κι η κίνηση στο οδόστρωμα, ιδίως τις μεταμεσονύκτιες ώρες.
Στη δεύτερη δανειακή σύμβαση ο γερανός σήκωσε το περίπτερο, παρότι ο ιδιοκτήτης επιδιδόταν σε προσωπικές διπλοβάρδιες μπας και το σώσει. Ο Σωτήρης, ενήλικος πια, έμεινε άνεργος και ντύθηκε άφραγκος φαντάρος. Θλίψη επικρατούσε στον δρόμο· σύγχρονη εκδοχή της απαγόρευσης κυκλοφορίας επί Κατοχής. Τα θυμηθήκαμε προχθές αγρυπνώντας στο μπαρ με παλιόφιλους, τους οποίους τελευταία σπανίως έχω την ευκαιρία να συναντήσω. Τώρα που η πρωτοδεύτερη φορά Αριστερά υπόσχεται έξοδο στις αγορές και πανηγυρική είσοδο στις λεωφόρους της ανάπτυξης περιμένω πώς και τι ν’ αντικρίσω την Πατησίων να μεταμορφώνεται. Εις μάτην.
Η όψη της παραμένει ζοφερή. Με το κιάλι θα δεις ταξί μετά τη μία. Το μόνο κίτρινο που περνά είναι τρόλεϊ με ορθίους πατείς με πατώ σε. Ο δικός μου απολύθηκε απ’ τον στρατό. Τον πέτυχα να ξημερώνεται σε περίπτερο της Κυψέλης. Κάνω παράκαμψη ν’ αγοράσω καπνό και τα λέμε πού και πού. Αμείβεται τώρα με δύο ευρώ ωριαίως, ίσα ίσα να ψευτοζεί. Δεν κατέχει, βλέπεις, το ηθικό πλεονέκτημα που, με φωτογραφικές διατάξεις, επιτρέπει σε ζάμπλουτους υπουργούς να εξασφαλίζουν επιδότηση για το τσαρδί τους στο Κολωνάκι και σε ημέτερους βουλευτές ολόκληρη την παχυλή σύνταξη από την Τράπεζα της Ελλάδος. Βγαίνοντας χάραμα πάντως προχθές από έτερο μπαρ στα Πατήσια, απολαύσαμε ανοιξιάτικο ρεσιτάλ σπουργιτιών· να τους τη σπάσουμε, αν μη τι άλλο, με το «ωδικό πλεονέκτημα».
