Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΣΥΞΥΛΟ ΣΗΜΕΡΑ το πολιτικό προσωπικό που δημιούργησε και συντηρεί τον ζόφο των καιρών, αναζητώντας καταφύγιο στους μείζονες ποιητές εξ αφορμής της γέννησης του Αγγελου Σικελιανού τέτοιες μέρες το 1884. Αντιγράφω ορισμένα σονέτα από τον Λυρικό Βίο (εκδ. Ικαρος):

ΟΡΘΡΟΥ ΒΑΘΕοΣ Η κάθε φλόγα απ’ το καθάριο λάδι/ πίνοντας μέσα απ’ τους λαμπαδοστάτες,/ τον πρώτον όρθρο εφάνταζε πετράδι/ μπροστά από τους αγγέλους παραστάτες…// Στα κυπαρίσσινα στασίδια ομάδι,/ στις πνοές του λιβανιού τις ευωδάτες,/ των ψυχών μας ενιώθαμε το χάδι/ σε μυστικές να μας ζυγώνει στράτες…// Τόξο το φρύδι· και κυρτό το χείλι· κ’ οι πλόκαμοι σγουροί· κ’ η ευωδία/ του κορμιού Σου της σκέψης μου αντιστύλι…// Και λογισμών αβόητων συνοδεία/ της πιθυμιάς μου τον ανθό είχε κλείσει,/ σα στην κερήθρα απάνω το μελίσσι…

«THALASSIA» Εδώ ’χω τη λαχτάρα Σου ανεβάσει/ την ιλαρή: του γέλιου σου καθάρια,/ καθώς άμα χορεύει το θαλάσσι,/ να σειώνται ξαφνικά τα κροταλάρια…// Εδώ διαβαίνεις με γυμνά ποδάρια…/ Και την καρδιά σου, πάντα, όσο να φτάσει/ το λάγγεμα, ο αφρός σού ’χει αραδιάσει/ στα γόνατα λαιμούς μαργαριτάρια…// Η ματιά μου αν σου σφίγγει ορθά τα στήθη,/ σα θαλασσοπνιμένη από τα βύθη/ της πεθυμιάς σε σέρνω μέσα στ’ άντρα…// Και το κορμί σου πια δεν ξεχωρίζει,/ η πηγή του φιλιού μου ως αναβρύζει,/ το φως, το κύμα, τη στεριά, τον άντρα!

ΣΤΟΝ ΑΚΡΟΚΟΡΙΝΘΟ έπεφτεν η δύση/ πυρώνοντας το βράχο. Κ’ ευωδάτη/ φυκιού πνοή, απ’ το πέλαο, είχε αρχίσει/ να μεθάτο λιγνό βαρβάτο μου άτι…// Αφροί στο χαλινάρι· κι απ’ το μάτι/ τ’ ασπράδι όλο φαινόταν· και να λύσει τη φούχτα μου, απ’ τα γκέμια του γεμάτη,/ πάλευε προς τα πλάτη να χιμήσει…// Ητανε η ώρα; Ηταν τα πλήθια μύρα;/ Ηταν βαθιά του πέλαγου η αρμύρα;/ η αναπνοή η απόμακρη του δάσου;// Α! λίγο ακόμα αν κράταε το μελτέμι,/ ήξερα εγώ πώς σφίγγεται το γκέμι/ και τα πλευρά του μυθικού Πηγάσου!

ΔΩΡΙΚΟ Με κόμη θερισμένη ώς τον αυχένα,/ σαν του Δωριέα Απόλλωνα, τα μέλη/ στη στενή κλίνη εκράτει παγωμένα/ μες σε βαριά αξεδιάλυτη νεφέλη…// Αδειασ’ η Αρτέμιδα όλα της τα βέλη./ Και λίγο ακόμα αν ήτανε παρθένα,/ την ηδονή κλειδώνανε σφιγμένα,/ σαν κρύα κερήθρα, τα παρθένα σκέλη…// Καθώς στου στίβου μέσα τον αγώνα,/ ’πίθων’ ο νιος απάνω της το γόνα/ μύρα αλειμμένος, όπως για την πάλη…// Κι αν έσπαε των χεριών της τ’ αντιστύλια,/ μα ’ργειαν πολύ μ’ όμοια κραυγή τα χείλια/ να σμίξουν, κι απ’ τους ίδρωτες η αγκάλη!…

ΓΛΑΥΚΑ Ω που στα ρείπια πάντα φωλιασμένη,/ όπου κάστρο παλιό κι όπου κουφάλ/ μαρμάρου, με τα πούπουλα ντυμένη/ βουβή πετάς, σα Σκέψη, απ’ άλλα σ’ άλλα// συντρίμμια, στων λαμπρών ναών τη σκάλα,/ ’πού η νύχτα λάμπει απέραντα απλωμένη/ κι απ’ τα πλατιά τ’ αετώματα προσμένει/ τα μάτια να στυλώσεις τα μεγάλα!..// Από το Βράχο σε είδα σε κολόνα/ σαν ίσκιος να πετάς, στον Παρθενώνα/ –βαθιά, τα μάταια φώτα τρεμοσβήνα–// και να σταθείς απάνω της κορόνα/ ασάλευτη, ώς η Μοίρα του Αιώνα,/ ολονυχτίς θρηνώντας την Αθήνα!…