Τρεις διακριτές πρωτοεμφανιζόμενες φωνές

Θα ξεκινήσουμε αποσαφηνίζοντας τι συνδέει τους τρεις υπό παρουσίαση ποιητές, πέρα από την πρώτη τους εμφάνιση. Είναι η επαναληπτική τους μετάβαση -ή και επαναφορά- από την αποκαλούμενη «αριστερή» προς την «οντική μελαγχολία». Η αδυναμία τους να πενθήσουν και συνακόλουθα να εκλάβουν ως οριστικά χαμένο το όποιο πεφιλημένο αντικείμενο, πρόσωπο ή κατάσταση.

Στάση που «εξηγεί» και τον χαμηλό και τον σχετικά «αυτοτελικό» τόνο που συναντάται και στους τρεις, ενεργοποιώντας τη γραμμή που ξεκινά από τη «γενιά του '20», δηλαδή αυτή του Καρυωτάκη, του Φιλύρα και του Αγρα, έστω ως μια «μελοδραματική-μεσοπολεμική» φάρσα, που περνά ως ρεύμα τη «γενιά του '30», για να φτάσει σε αυτήν του «'70» και στην έκφανσή της κυρίως στην ποίηση του Μιχάλη Γκανά. Επαναφέροντας και την αντίστοιχη αμηχανία απέναντι στο ανθρώπινο δράμα.

Βοηθώντας έτσι με τα ποιητικά τους παραδείγματα, οι υπό παρουσίαση ποιητές μάς επιτρέπουν να δούμε πώς η αδυναμία του «πένθους» καθιστά μια ποίηση «μελαγχολική». Συγκεκριμένα η αδυναμία τού να θρηνήσει κανείς και άρα να ξεπεράσει το τραύμα ή την απώλεια καθιστά βαθιά και «ουσιαστική» την επίγνωση του οριστικά χαμένου «κανονικού ρυθμού». Ο οποίος στη «μη κανονικότητά» του μετατρέπεται σε αντιδραστικότητα ή/και σε εξέγερση, που ποικίλλουν -ως ένα πραγματικό πολυσύνθετο και ιστορικά δυναμικό ρεύμα- από την καταφυγή στην «αισθητική της ηττοπάθειας» και την αποκήρυξη της δράσης (καθιστώντας τη μελαγχολία «οντική») έως την αποθέωση της «ακραίας» πράξης, έστω ως αξίωσης (μετατρέποντάς την σε «αριστερή»).

----------------
Μυρσίνη Γκανά
Τα πέρα μέρη
Μελάνι, 2017
Σελ. 56

----------------

Η Μυρσίνη Γκανά, γεννημένη στην Αθήνα και με σπουδές Φιλολογίας και Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες αντίστοιχα, στο πρώτο της βιβλίο Τα πέρα μέρη, µας παραδίδει μια μικρή Οδύσσεια, όπου το κορίτσι επιστρέφει στη γυναίκα που εξ αρχής ήταν, σε μια διαρκή απόπειρα να φορέσει το δικό της δέρμα µέσω του συντρόφου-άλλου. Γράφει χαρακτηριστικά: «Μαζί σου μόνο / φοράω το δικό μου δέρμα».

Πρόκειται για ποιήματα συχνά σφιχτά και ολοκληρωμένα ως νοήματα, χωρίς μορφικές εξάρσεις, που βαδίζουν στα χνάρια κυρίως των Γκανά, Παστάκα και Μαστοράκη. Ενώ το καλλιτεχνικό της πρόσωπο είναι υπό διαμόρφωση, είναι ήδη διακριτό. Με δομική μονάδα την «πρόταση» που κινείται πέρα από τον στίχο, κατορθώνει να δώσει το κλίμα της στο «Ολο το πρωινό χαζεύοντας», που κλείνει με τον στίχο: «κι ακούμε το μοτέρ της φύσης να δουλεύει».

Εχουμε να κάνουμε πρωτίστως με ποιήματα προσωπικών καθρεπτισμών («μ’ ακούμπησες στον ώμο, / γύρισα / και με είδα»), με ωραίες και επιτυχημένες αντιθέσεις («βυθίζω τα χέρια μου / το πρόσωπο / στο βαμβάκι […] προτού φορέσω κατάσαρκα / τη μυρωδιά του λύκου»), με μια αβασάνιστη επίσης ευκολία και ειρωνεία παρούσα («το ψωμάκι το επιούσιο / το βρίσκω σε άλλο φούρνο»).

----------------
Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη
Αγρια χόρτα
Κίχλη, 2017
Σελ 88
----------------

Η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη (Θεσσαλονίκη, 1986), με διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Γενεύης πάνω σε θέματα ταυτότητας, κοινωνικής κριτικής και λογοτεχνικής γραφής στη «γενιά του '20» στην Ελλάδα, πρωτοεμφανίζεται με τα Αγρια χόρτα.

Προτάσσοντας τη ρευστότητα των ταυτοτήτων αντλεί από τον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Καβάφη, κινούμενη «έξω από σύνορα, κραυγές και μάχες» προς μια ποίηση «εαυτότητας». Την οποία και εκλαμβάνει ως μια διαδικασία ξεφορτώματος των επίκτητων, των ιδεολογιών, των δοσμένων ιδεών, οδεύοντας προς μια «ιδεολογία του σώματος». Ενα σώμα που διαρκώς πέφτει και αναμένει.

Η ποιήτρια, με μια ποίηση στην «ουσία» της μετα-ρομαντική, ανοίγεται δειλά προς τα «αρχαία δράματα» και συνάμα παραιτείται σημειώνοντας: «άλλο όνειρο θα φυτεύαμε, κι άλλο θα φύτρωνε / και το πρωί θα λογαριάζαμε από κοινού / τα εγκαύματα» («Εγκαύματα»). Συναντώντας τη «χαμηλή φωνή» και την εν γένει διακριτικότητα και τους αντίστοιχους ποιητές, τους οποίους μάλιστα τους βλέπει ως «ελάσσονες» και τους τοποθετεί μέσα στα ερείπια.

Η Τσάιτα-Τσιλιμένη ενσωματώνει επίσης στην ποίησή της οδηγίες σολωμικού τύπου: «να κάψει…», «να δημιουργήσει…», «να γραφτεί…», «να υπάρξουν όλα απ’ την αρχή» («Απαλλαγή»), κάνει χρήση μυρωδιών, υλικών και ήχων που εντυπώνονται με επιτυχία, όπως τα «ρούχα με ναφθαλίνη», «οι μυρωδιές της κουζίνας», «η τσίγκινη σκεπή […] που άστραφτε στη νύχτα», και δίνει ιδιαίτερη σημασία στον ρυθμό και στα «μετρήματά» της, ενεργοποιώντας τόνους που έρχονται από τον Σικελιανό και μέσω του Δάλλα φτάνουν στα ποιήματα «Επείγον(τα)» και «Ο χαμός του χρόνου». Ενα δείγμα: «Εκείνο το βράδυ, σαν όλα τ’ άλλα, ο χρόνος έσπασε […] η Μοίρα γέμισε βαθιές ρυτίδες, ποτάμια κόκκινα». Αξίζει να προσεχθούν τα ποιήματα «Η εγκατάλειψη» και το «Ξάφνιασμα».

----------------
Στέλιος Χουρμουζιάδης
Βερολίνο-Βρυξέλλες
Περισπωμένη, 2017
Σελ. 88
----------------

Ο Στέλιος Χουρμουζιάδης πρωτοεμφανίζεται με μια άρτια στην ολότητά της συλλογή. Με ποιήματα εύθραυστα και ονειρικά ξορκίζει τη θλίψη και διασκεδάζει την ανία. Παιχνιδίζοντας με τους ήχους και τα «μετρήματα» του στίχου, υποκαθιστά την πράξη με την αδράνεια, περνώντας μέσα από την ενατένιση. Αναζητώντας όχι τον σκόρπιο χρόνο, αλλά τη «μονοτονία» -την «επαναλαμβανόμενη παρήχηση» της «επικοινωνίας με απόσταση» και μέσω της μηχανικότητας της δουλειάς- φτάνει στη μορφή του ζητούμενου άλλου.

Μια ποίηση που ως μια «ηχητική υπενθύμιση» παραμένει φευγαλέα συναντώντας το προσωρινό και αβέβαιο μέλλον μας, ασφυκτιώντας και πεθαίνοντας.

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Ξεχασμένος από χρόνο κι ήλιο […] σε νησί αναφύεται […] να καλύπτει / υποβόσκουσα σήψη» («Relic»).

Μιλώντας τη λάθος γλώσσα, σε ξένους τόπους, και με τη χρήση άλλων γλωσσών (διαβάζουμε ποιήματα σε γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά και ιταλικά), ο ποιητής, με τον ρομαντικό και μετα-μοντερνίζοντα τρόπο του, ανακαλεί παλιούς ρυθμούς και χαμηλούς τόνους. Συνοψίζοντας την ποιητική του στο ποίημα «Βερολίνο», όπου διαβάζουμε τρεις μόνο λέξεις: «Πόθος / Πάθος / Πένθος». Το πένθος ως μια αδύνατη τελικά στόχευση.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας