Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απόψε αναμένεται η ανακοίνωση της απόφασης του Ντόναλντ Τραμπ για το εάν θα αποσύρει την υπογραφή των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, την οποία συνυπέγραψε η Ουάσινγκτον με τους Ευρωπαίους και το Ιράν το 2015, «φρενάροντας» τις πυρηνικές φιλοδοξίες της χώρας με αντάλλαγμα τη σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων.

Η απόφαση θα οδηγήσει σε ντόμινο επικίνδυνων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη, αλλά και στο εσωτερικό του Ιράν.

Ο Τραμπ απειλεί καιρό τώρα ότι θα αποσυρθεί η Ουάσινγκτον από τη συμφωνία εάν δεν αντιμετωπιστούν: ο ρόλος του Ιράν στους πολέμους στη Συρία και στην Υεμένη, η ανάπτυξη του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων της Τεχεράνης και η μόνιμη εξάλειψη της πιθανότητας η χώρα να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα. 

Όπως αναφέρει το Reuters, ανώτατος αξιωματούχος που παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις είπε πως Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία έχουν κάνει κινήσεις για να καθησυχάσουν τους φόβους του Τραμπ, αλλά έχει γίνει σαφές ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αλλάζει γνώμη.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν προειδοποιήσει σε όλους τους τόνους ότι μια αρνητική απόφαση από τον Λευκό Οίκο θα ακυρώσει επίπονες προσπάθειες ετών που κατέληξαν σε μια βιώσιμη συμφωνία για ένα Ιράν χωρίς πυρηνικά όπλα.

Ο Τραμπ όμως επέμενε αποκαλώντας τη συμφωνία «τη χειρότερη που έχει διαπραγματευτεί ποτέ» η διεθνής κοινότητα, ζητώντας από τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες, που τη συνυπέγραψαν μαζί με τη Ρωσία και την Κίνα, να θέσουν πιο αυστηρούς όρους.

Τις τελευταίες εβδομάδες ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε και με ηγέτες Βρετανίας, Γαλλίας και Γερμανίας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όπως τουλάχιστον πιστεύουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες.

Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας του 2015 -γνωστής ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA)- οι ΗΠΑ δεσμεύονταν να χαλαρώσουν μια σειρά κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στο Ιράν, στην ουσία αναστέλλοντάς τες.

Σήμερα ο Τραμπ θα ανακοινώσει εάν θα παραταθεί αυτή η «χαλάρωση» ή θα επιβληθούν εκ νέου κυρώσεις που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της κεντρικής τράπεζας της Τεχεράνης και τις εξαγωγές του πετρελαίου.

Σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση θα «αποθαρρυνθούν» οι συναλλαγές των ξένων εταιρειών με το Ιράν, με τον φόβο επιβολής προστίμων από το αμερικανικό κράτος.

Το Ιράν έχει διακηρύξει ότι δεν πρόκειται να επαναδιαπραγματευτεί τίποτα απ’ όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί και απείλησε με αντίποινα – χωρίς άλλη διευκρίνιση.

Σύμφωνα με το Reuters, διπλωμάτες πιστεύουν ότι τα «αντίποινα» θα είναι είτε η επανέναρξη του πυρηνικού προγράμματος είτε η ακόμα πιο ενεργή εμπλοκή της Τεχεράνης στα θερμά σημεία της περιοχής: Ιράκ, Υεμένη, Συρία και Λίβανο.  

Ο ασκός του Αιόλου

Ο Ιρανός πρόεδρος, Χασάν Ροχανί, κλείνοντας το μάτι στους Ευρωπαίους, άφησε χθες να εννοηθεί ότι το Ιράν μπορεί να παραμείνει στη συμφωνία ακόμα και εάν αποσυρθεί ο Τραμπ και επιβάλει πάλι κυρώσεις, ωστόσο προειδοποίησε ότι η χώρα του θα αντισταθεί σε κάθε αμερικανική προσπάθεια να μειώσει την επιρροή της στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

«Είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουμε προβλήματα για έναν-δυο μήνες, αλλά θα τα ξεπεράσουμε», είπε, τονίζοντας ότι το Ιράν «θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τον υπόλοιπο κόσμο» εποικοδομητικά.

Ο ίδιος ο Ροχανί, ωστόσο, βλέποντας την επιρροή του να μειώνεται στο εσωτερικό της χώρας του φαίνεται να ισορροπεί στην άκρη του γκρεμού.

Το μεγάλο επίτευγμα του μετριοπαθούς κληρικού είναι η υπογραφή αυτής της συμφωνίας, στην οποία βασίστηκαν και οι υποσχέσεις του για οικονομική ανάκαμψη και άνοιγμα της χώρας στον υπόλοιπο κόσμο.

Οι στόχοι όμως δεν επιτεύχθηκαν και η στάση του Τραμπ μπορεί να σημάνει ενίσχυση των σκληροπυρηνικών αντιπάλων του και περαιτέρω αποδυνάμωσή του. Ακούστηκαν ήδη φωνές που ζητούν την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στη χώρα, μια περίοδο μάλιστα που η Ουάσινγκτον φαίνεται να επιζητεί την αντιπαράθεση. 

«Αυτό που βλέπουμε στην ιρανική κοινωνία είναι μια έκφραση απογοήτευσης», λέει στο Associated Press ο Sadegh Zibakalam, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης. «Εάν συνεχίσουμε σε αυτόν τον κατήφορο, χωρίς αμφιβολία η επόμενη Βουλή θα παραδοθεί στα χέρια των σκληροπυρηνικών συντηρητικών και στις επόμενες προεδρικές εκλογές θα αναδειχθεί πρόεδρος ο δικός τους υποψήφιος». 

Είναι αναπάντεχη η μεταστροφή για τον Ροχανί που εξελέγη για δεύτερη φορά το 2017 με ακόμα πιο υψηλά ποσοστά από την πρώτη, παρότι ο Τραμπ ήδη είχε αρχίσει να απειλεί.

Τα προβλήματα όμως είχαν αρχίσει ήδη να συσσωρεύονται για τον 69χρονο πρόεδρο. 

Όπως σημειώνει το Associated Pres, οι μεταρρυθμιστές -αυτοί δηλαδή που θέλουν ριζικές αλλαγές στη δομή της κυβέρνησης του Ιράν- βλέπουν με καχυποψία τον Ροχανί, παρότι ανήκει ως επί το πλείστον στο δικό τους στρατόπεδο.

Και από την άλλη, οι σκληροπυρηνικοί κληρικοί που κυριαρχούν στο δικαστικό σύστημα της χώρας, μαζί με άλλους ισχυρούς πόλους εξουσίας, όπως η Ρεπουμπλικανική Φρουρά, υπονομεύουν διαρκώς τα σχέδιά του. 

Για παράδειγμα δεν έχει καταφέρει ακόμα να υλοποιήσει την υπόσχεσή του να απελευθερώσει του πολιτικούς ηγέτες της λεγόμενης «Πράσινης Επανάστασης» του 2009, που παραμένουν μέχρι σήμερα σε κατ’ οίκον περιορισμό. 

Βασική ανησυχία όμως των περισσοτέρων Ιρανών μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι η οικονομία. Πολλοί κατηγορούν την κυβέρνηση Ροχανί ότι απέτυχε να ελέγξει την μεγάλη άνοδο των τιμών βασικών αγαθών, όπως το κρέας και το ρύζι, την ώρα που όλες οι τιμές προιόντων και υπηρεσιών έχουν αυξηθεί.

Το δολάριο στη μαύρη αγορά ανταλλάσσεται με 70.000 ριάλ, ενώ η επίσημη τιμή είναι 42.000 ριάλ.

Τα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στο ξέσπασμα διαδηλώσεων σε όλη τη χώρα τον περασμένο Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο και στη βίαιη καταστολή τους με καταγεγραμμένους 25 θανάτους και τουλάχιστον 5.000 συλλήψεις. 

Στη διάρκεια των διαδηλώσεων οι αρχές διέταξαν την αναστολή λειτουργίας τής πολύ δημοφιλούς στο Ιράν εφαρμογής αποστολής μηνυμάτων Telegram, με 40 εκατομμύρια χρήστες και την περασμένη εβδομάδα το δικαστήριο διέταξε την οριστική απαγόρευση πρόσβασης στην εφαρμογή. 

Ο ίδιος ο Ροχανί αναγκάστηκε να παραδεχτεί την αδυναμία του να εμποδίσει την απόφαση, αναφέροντας με ανάρτησή του στο Instagram ότι η η πρόσβαση αποφασίστηκε από αυτούς που βρίσκονται στο «ανώτατο επίπεδο» της εξουσίας. 

Ισως το πιο ανησυχητικό για τον Ροχανί και τους συμμάχους του είναι οι φωνές που ακούγονται ολοένα και πιο δυνατές για την ανάγκη ανάληψης της εξουσίας από «άνθρωπο του στρατού». 

«Πιστεύω ότι εάν ένας στρατιωτικός γίνει πρόεδρος, είναι βέβαιο ότι θα σώσει τη χώρα από τα προβλήματά της» δήλωσε πρόσφατα ο σκληροπυρηνικός βουλευτής, πρώην διοικητής της Ρεπουμπλικανικής Φρουράς, Mohammad Ali Pourmokhtar.

Με τις επόμενες προεδρικές εκλογές να έχουν προγραμματιστεί για το 2021, ήταν φυσικό η δήλωση να προκαλέσει ανησυχίες.