«Συνοικία το όνειρο» - η περιπέτεια μιας ταινίας

atime_ntounia.jpg

Αλέκος Αλεξανδράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Σαπφώ Νοταρά, Μάνος Κατράκης και κομπάρσοι-πρόσφυγες στη «Συνοικία το όνειρο» Αλέκος Αλεξανδράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Σαπφώ Νοταρά, Μάνος Κατράκης και κομπάρσοι-πρόσφυγες στη «Συνοικία το όνειρο»

«Ατιμε ντουνιά!» (Ατιμη εξουσία!)

Πριν από σχεδόν δύο μήνες (6-7 Αυγούστου) έγραφα για την ταινία-σταθμό στον ελληνικό κινηματογράφο «Ο Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου (1956). Και ιδού πέντε χρόνια αργότερα (1961, πριν από 55 χρόνια) μια άλλη ταινία ήρθε να ταράξει, όπως θα λέγαμε, τα νερά.

Μια ακόμη ταινία-ρωγμή στον ημέτερο κινηματογράφο, ο οποίος αναλωνόταν σε μια ανώδυνη θεματολογία που δεν έθιγε την «καθεστηκυία τάξη». Που συνέβαλε, όπως έλεγε σε τηλεοπτική εκπομπή ο Κώστας Πρετεντέρης, στην αποεαμοποίηση της τέχνης, στην οποία, όπως ομολογούσε, συνέπραττε και ο ίδιος, μολονότι ό,τι δικό του ξεχώριζε για την ποιότητά του.

(Ο Κώστας Γαβράς ωστόσο δεν δίσταζε να χαρακτηρίσει πολιτικές τις ταινίες του είδους αυτού, ακριβώς επειδή δεν έθιγαν -δεν τολμούσαν να θίξουν- τους κρατούντες.) Λες και δεν υπήρχαν φτωχοί, διωκόμενοι, μετανάστες και, κυρίως, ένοχη εξουσία...

Η λογοκρισία

Ηταν η ταινία «Συνοικία το όνειρο» σε σκηνοθεσία τού ηλικίας τότε 33 ετών, δοκιμασμένου ήδη ως ηθοποιού, Αλέκου Αλεξανδράκη. Το πρώτο και τελευταίο σκηνοθετικό του εγχείρημα, καθώς η προβολή της ταινίας, η οποία λογοκρίθηκε άγρια και πήρε άδεια, διακόπηκε στην πρεμιέρα από την αστυνομία.

Ο λόγος: εμφάνιζε ένα εξαθλιωμένο κομμάτι (ντροπής πράμα!) της Ελλάδας – και μάλιστα σ’ ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας.

Ηταν η περιοχή κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου, κοντά στα Ανω Πετράλωνα (λατομείο παλιότερα), γνωστή με την ονομασία Ασύρματος, επειδή είχε τοποθετηθεί ένας ασύρματος για τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού.

Εκεί, σε κάτι παράγκες, είχε εγκατασταθεί ένας αριθμός προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, προσπαθώντας, κάτω από άθλιες συνθήκες, να επιβιώσει – να ξεφύγει από τη μιζέρια.

Ηταν το θέμα αλλά και οι συντελεστές της ταινίας, γνωστοί οι περισσότεροι ως αριστεροί, που ενόχλησαν. Από ηθοποιούς, πλην του (και σκηνοθέτη) Αλεξανδράκη, η (σύζυγός του) Αλίκη Γεωργούλη (που εμφανιζόταν και ως παραγωγός).

Και ακόμα: Μάνος Κατράκης, Αλέκα Παΐζη, Σαπφώ Νοταρά, Αθανασία Μουστάκα, Βασίλης Ανδρονίδης, Θανάσης Μυλωνάς, Λάμπρος Κότσιρας, Αλέκος Πέτσος. Σενάριο Τάσος Λειβαδίτης - Κώστας Κοτζιάς, φωτογραφία Δήμος Σακελλαρίου, μουσική Μίκης Θεοδωράκης.

Η λογοκρισία που υπέστη (και έτσι λογοκριμένη προβλήθηκε αργότερα, καθώς χάθηκαν τα αρνητικά) ήταν τέτοια που δεν αναγνωριζόταν από τον Αλεξανδράκη, ο οποίος επιπλέον μίλησε και για οικονομική καταστροφή.

Τα κέρδη

Διαφορετική ήταν η εκτίμηση της Γεωργούλη, η οποία στην αυτοβιογραφία της «Από τον Λένιν… στον Βερσάτσε» (εκδ. Κάκτος, 1995) αναφέρει ότι η χρηματοδότηση της ταινίας, που κόστισε ένα εκατομμύριο τετρακόσιες εβδομήντα δύο χιλιάδες δραχμές («σχεδόν τα διπλά απ’ όσο κόστιζαν τότε οι ταινίες της Βουγιουκλάκη»), έγινε από γνωστό της επιχειρηματία ονόματι Νικ ή Νιοσήμι Αχλαντέφ και τον Κοτζιά, ο οποίος έβαλε υποθήκη το σπίτι του. Η ταινία ωστόσο είχε τεράστια πέραση στο εξωτερικό και ειδικότερα στις σοσιαλιστικές χώρες.

«Από εκεί βγήκαν τα λεφτά. Κέρδη ήταν τα ατελείωτα ταξίδια μας και οι γνωριμίες. Φιλίες που άνοιξαν και πυρκαγιές… Μόσχα, Πράγα, Κίεβο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, Σόφια, Βερολίνο, Κούβα! Με τον Αλεξανδράκη είχαμε πια χωρίσει» γράφει η Γεωργούλη. Πήρε κι ένα βραβείο -Φωτογραφίας- στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Από το άγριο πετσόκομμα της ταινίας διασώθηκαν οι εικόνες μιας άγνωστης στους νεότερους περιοχής της Αθήνας και το παίξιμο των ηθοποιών, με κομπάρσους αυθεντικούς κατοίκους-πρόσφυγες. Και επίσης η μουσική του Θεοδωράκη με τον «Κρητικό χορό», με τον οποίο ανοίγει και κλείνει η ταινία.

Κάπου μάλιστα φαίνεται να τον ψιλοχορεύει και ο Αλεξανδράκης, τον οποίο στη συνέχεια βλέπουμε να παρακολουθεί κατηφής σε ταβέρνα τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να τραγουδά το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» (σε στίχους Λειβαδίτη) και τελειώνοντας να κραυγάζει: «Ατιμε ντουνιά!» Είναι ακόμη η μουσική από τρία τραγούδια του Θεοδωράκη:

«Μαργαρίτα Μαργαρώ», «Είναι μεγάλος ο καημός», «Μάνα», καθώς και «ολίγοι» (ορχηστρικός) Τσιτσάνης («Οταν συμβεί στα πέριξ») και Χατζιδάκις («Νιάου βρε γατούλα», από τη Γεωργούλη).

Μια θαυμάσια, αποκαλυπτική -και συγκινητική- τώρα που την ξαναείδα, έστω και πετσοκομμένη, ταινία.

Στο πλαίσιο

Μια και ο λόγος παραδίπλα για Αλεξανδράκη και Γεωργούλη, να θυμίσω ότι ο πρώτος έφυγε από τη ζωή το 2005, στα 77 του, και η Γεωργούλη το 1995, στα 64 της. «Την Αλίκη την αγάπησα πολύ. Ηταν σπουδαίος άνθρωπος. Ζήσαμε μαζί οχτώ χρόνια» λέει ο ίδιος στη βιογραφία του «Αλέκος Αλεξανδράκης - Ευχαριστώ…» στον Νίκο Νικόλιζα (εκδ. Αγκυρα, 2003).

Η συμβίωση Αλεξανδράκη - Γεωργούλη υπήρξε και από τις πιο γόνιμες θεατρικά. Με έργα όπως: Αλεξέι Αρμπούζοφ «Μια ιστορία του Ιρκούτσκ», Μαξ Φρις «Το σινικό τείχος», Εντουαρντ Αλμπι «Ο θάνατος της Μπέσι Σμιθ», Αρθουρ Μίλερ «Ηταν όλοι τους παιδιά μου», Ιβάν Τουργκένιεφ «Ενας μήνας στην εξοχή», Τζέιμς Μπόλντουιν «Μπλουζ για τον κύριο Τσάρλι» κ.ά. Τα περισσότερα σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά.

Κάτι ακόμα: στη «Συνοικία το όνειρο» δεσπόζει ο «Κρητικός χορός», που αργότερα δοξάστηκε διεθνώς στην ταινία του Κακογιάννη ως ο «Χορός του Ζορμπά», με την προσθήκη, ως εισαγωγή, της μουσικής του τραγουδιού «Στρώσε το στρώμα σου», που ο συνθέτης είχε γράψει για το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η γειτονιά των αγγέλων».

Ας θυμίσω επίσης ότι τον «Κρητικό χορό» διεκδικούσε η οικογένεια του Κρητικού λυράρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) ως δική του μουσική (περιλαμβάνεται στο διπλό άλμπουμ «Οι Πρωτομάστορες 1920-1940», ΑΕΜΕ, με τίτλο «Χανιώτικο ή Αρμενοχωριανό συρτό»). Η απάντηση ωστόσο του Θεοδωράκη («Ελευθεροτυπία», 1 Απριλίου 1993) ήταν ότι «είναι ρυθμοί και μελωδίες εμπνευσμένες κατευθείαν από την πλούσια μουσική παράδοση της κοινής μας πατρίδας, της Κρήτης, της οποίας όλοι είμαστε κληρονόμοι».

ΚΑΙ… «Να σαπίσει και να ξεραθεί το χέρι του υπουργού Παιδείας»… εύχεται ο Αμβρόσιος Καλαβρύτων αν… Και γιατί δεν αφήνουν να το πάθει;