Το συγγραφικό μου ξεκίνημα κάρπισε με τη γύρη απόμερων ιδιωμάτων

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας δεν είναι μόνο ο πρώτος που μετέφερε συστηματικά τη μέθοδο και τη μακρά εμπειρία του στη δημιουργική γραφή στα καθ’ ημάς, όπως τη διδάχτηκε και την εφάρμοσε για χρόνια στο Χάρβαρντ, ούτε μόνο ο ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού ποίησης «Arion’s Dolphin» και του λογοτεχνικού περιοδικού «Harvard Review».

Είναι ποιητής, μεταφραστής, αλλά και καίριος πεζογράφος με στιβαρή πρόζα, όπου η ιστορική μέριμνα και η συλλογική περιπέτεια συναντούν την ενδοσκόπηση και τη γλωσσική ανησυχία.

Εδώ ο Στρατής Χαβιαράς φυλλομετρά με ακρίβεια και συγκίνηση τις μέρες και τις σελίδες μιας πολυκύμαντης ζωής.

Mισέλ Φάις

Μεγάλωσα χωρίς βιβλία κι όταν ενηλικιώθηκα και άρχισα να τα αγοράζω, δυσκολευόμουν στο διάβασμα.

Καθυστέρησα πολύ να αντιληφθώ ότι δεν ήμουν απλώς «καθυστερημένος», όπως διέγνωσε η κυρία Μαρίκα, η δασκάλα μου στο Δημοτικό της Κατοχής.

Επασχα από σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και δυσαναγνωσία, τα οποία αναγνωρίστηκαν προοδευτικά όταν πια άρχισα να γράφω σε μια δεύτερη, υιοθετημένη γλώσσα.

Αρχικά, πριν το πρώτο μου Αναγνωστικό του Δημοτικού, η γνωριμία μου με την τέχνη του γραπτού λόγου έγινε στις χειμωνιάτικες βεγγέρες στο σπίτι του παππού με τη θεία Αργυρή που ήταν πολύ νέα για να τη φωνάζω «γιαγιά», και τη θεία Αναστασία που διάβαζαν μυθιστορήματα σε συνέχειες στον Θησαυρό και το Ρομάντσο.

Ενα καλοκαίρι, στα οκτώ μου, μπρούμυτα κάτω απ’ την ιτιά, με τον αργό ρυθμό απ’ το γρανάζι του μαγκανοπήγαδου και τις οπλές του Ντορή που γύριζε τους αλυσωτούς κουβάδες, διάβασα την Οδύσσεια και τρελάθηκα.

Ηταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα ολόκληρο μόνος μου κι έχω να το λέω: από τον Ομηρο του Αργύρη Εφταλιώτη κόλλησα το γράψιμο.

Και από τότε, όπως το έπος έτσι και το έργο (εννοώ το μυθιστόρημα), για μένα είναι το μεγάλο ταξίδι.

Στις παράγκες, στο Δουργούτι μαζί με τα προσφυγόπουλα Αρμενάκια στα 13 μου, εντυπωσιάστηκα από μια ανθολογία έμμετρης αρμένικης ποίησης σε μετάφραση του Κούλη Αλέπη και έχοντας μόλις πιάσει δουλειά στην οικοδομή, άρχισα να αγοράζω φτηνά βιβλία από τα καροτσάκια: Ουγκό, Μαλό, Ρουσό, Καρκαβίτσα, Καραγάτση, μια παλιά Ανθολογία Αποστολίδη κ.ά. – στην τύχη, από συγγραφείς που είχα ακουστά ή από ένστικτο.

Ο Καζαντζάκης ήταν ο επόμενος σταθμός μου στα εργοτάξια του Αχελώου και στην ανοικοδόμηση της Ιθάκης μετά τους σεισμούς, και τον ξεκοκάλισα, μαθαίνοντας αρκετά ώστε να αναγνωρίζω τα όρια της υπερβολής και του πληθωρισμού.

Ωστόσο ο Καζαντζάκης με γεφύρωσε και με τον Κίμωνα Φράιαρ από τον οποίο, παρά την προβληματική προσωπικότητά του, έμαθα στην πράξη πως βαθύτερη ανάγνωση από τη μετάφραση ενός κειμένου δεν είναι δυνατό να υπάρξει.

Ετσι, πριν καλά καλά εξοικειωθώ με την ελληνική λογοτεχνία, η εκμάθηση της αγγλικής στην Αμερική με οδήγησε στην αγγλόφωνη και διεθνή ποίηση και πεζογραφία.

Ως αναγνώστης μπορώ να πω ότι ενηλικιώθηκα μετά τα τριάντα μου στο Harvard, σε μερικές από τις 100 και πλέον αχανείς βιβλιοθήκες του οποίου (δύο υπό δική μου διεύθυνση) προσπάθησα μάταια να καλύψω τα αχανή κενά μου.

Κάτι σαν θαύμα συντελέστηκε στη δεκαετία του 1970, όταν ενηλικιώθηκα και σαν συγγραφέας – στη θετή μου γλώσσα, εννοείται.

Η κριτική επιτυχία των δύο πρώτων μυθιστορημάτων που έγραψα στην αγγλική με θέμα την Κατοχή και τον Εμφύλιο στην Ελλάδα, από την άποψη της τεχνικής οφειλόταν στην ευρωπαϊκή, αμερικανική και ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Στην Ευρώπη, στυλοβάτες μου υπήρξαν οι μεγάλοι στυλίστες: Sam Beckett με τη μεγάλη τριλογία του (Molloy, Malone Dies και The unnamable), τη μεγάλη οικονομία στις λέξεις και το συναίσθημα, την ακριβή, βαθυστόχαστη αλήθεια και το μουσικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα στα ξελαμπικαρισμένα κείμενα με τον καρτερικό τόνο της τελευταίας εικοσαετίας της ζωής του.

Louis Ferdinand Celine (Θάνατος επί πιστώσει, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, και η τριλογία του D’un chateau l’autre, Nord και Rigadon): Υφος - έκπληξη βγαλμένο βίαια απ’ τα κόκαλα της γαλλικής γλώσσας, ρυθμός αρμών διαστολής της ταχείας, πρόζα χολερική, συγκλονιστική ακόμα και σε μετάφραση.

Ανάμεσα στους Ρώσους, μετά τον Ντοστογιέφσκι και τον Τσέχοφ, εντύπωση μου έκαναν τα πρώτα μεταφρασμένα, σκόρπια κείμενα του ανήσυχου Δανιήλ Χαρμς (1905-1942) και το μυθιστόρημα Φθόνος, του Γιούρι Ολέσα (1899-1960), μια πρώιμη μυθιστορηματική μομφή στη σοβιετική εκβιομηχανοποίηση της κοινωνίας.

Απ’ τη Λατινική Αμερική ανέβηκε και με βρήκε, σαν το Gulf Stream, η εκ βάθρων ανανέωση του ισπανόφωνου μυθιστορήματος από συγγραφείς όπως o Ernesto Sabatto, ο Mario Vargas Llosa, ο Alejo Carpentier, ο Carlοs Fuentes και ο Julio Corazar, και μερικά χωρίς προηγούμενο αιχμηρά, μυθιστορήματα κατά της δικτατορίας όπως το El Gran Burudun-Burunda ha Muerto (Ο μέγας Μπουρουντούν Μπουρουντά πέθανε του Jorge Zalamea, μετάφραση στα ελληνικά Νίκου Καζαντζάκη), το El señor Presidente του Miguel Angel Asturias (Nobel 1967), Το Φθινόπωρο του πατριάρχη του Gabriel Garcia Markes και το πιο πρόσφατο, I the Supream του Augusto Roa Bastos – αιχμή όλων ο μαγικός ρεαλισμός.

Παρακολουθώντας μαθήματα λογοτεχνίας, ιστορίας και ανθρωπολογίας στο καλοκαιρινό πρόγραμμα του Harvard, στο οποίο τις επόμενες τρεις δεκαετίες δίδαξα την τέχνη του γραπτού λόγου, έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα μεγάλων και μικρών έργων της προφορικής παράδοσης και του γραπτού λόγου, εστιάζοντας σε έργα του βαθύτερου Νότου, όπως τα μυθιστορήματα της Ευδώρας Γουέλτι, της φοβερής καθολικής Φλάνερι Ο’Κόνορ, της Κάρσον Μακάλερς και του Ουίλιαμ Φόκνερ, τον οποίο γνώρισα και προσωπικά το 1961 στη Σάρλοτσβιλ της Βιργινίας, συγκλονισμένος πάντα απ’ το The Sound and the Fury (H Βοή και η αντάρα) του.

Σημείωση: Το 1987, με αφορμή την έκδοση στην Αμερική του 22λεπτου γραμματοσήμου του Φόκνερ, η Ευδώρα Γουέλτι μου έστειλε και δημοσίευσα στο Harvard Book Review ένα χειρόγραφο άρθρο της για τη σύντομη απασχόληση του μεγάλου συμπατριώτη της στα νιάτα του ως διευθυντή ταχυδρομείου στο Οξφορντ, Μισισίπη.

Οι ομιλίες της στο Harvard για το δικό της συγγραφικό ξεκίνημα, One Writer’s Beginnings, ήταν στη λίστα των ευπώλητων στους Τάιμς της Νέας Υόρκης, ολόκληρο το 1984.

Το δικό μου συγγραφικό ξεκίνημα, ριζωμένο στην ελληνική άνθισε και κάρπισε με τη γύρη απόμερων ιδιωμάτων και ρευμάτων.

————————————

Τελευταίο βιβλίο του Στρ. Χαβιαρά είναι το μυθιστόρημα «Αχνα» (Κέδρος, 2014).