Υποτίθεται πως σε κάθε ψυχή αντιστοιχεί ένα σώμα. Ο Πλάτωνας έλεγε πως το μυαλό είναι στο κεφάλι, το αίσθημα στην περιοχή της καρδιάς και το «επιθυμητικό» στο υπογάστριο. Ο Αριστοτέλης εντόπιζε την ψυχή στο κεφάλι και την καρδιά. Ο Εμπεδοκλής πίστευε πως το αίμα που κυλά γύρω από την καρδιά είναι η έδρα της νόησης.
Αυτά σκεφτόμουν όσο καθόμουν στο «Καφέ των ποιητών», στην πλατεία Βικτωρίας. Αναρωτιόμουν αν κάποιοι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι που περνούσαν μπροστά μου -εξαντλημένοι μετανάστες και αποστεωμένοι χρήστες- είναι σαν να «τους έχει φύγει η ψυχή» ή μήπως τους εγκατέλειψε τελικά αυτή η δύναμη που κινεί πάνω απ’ όλα το σώμα μας.
Κι αν έτσι έχει γίνει, υπάρχει ένα μέρος όπου κατοικούν οι κουρασμένες ψυχές εκείνων που η ζωή τούς έχει δείξει το πιο σκληρό της πρόσωπο; Κι αν ακόμα υπάρχει μέσα τους, πού κατοικεί; Στα χέρια, σκέφτομαι. Τα χέρια τους μοιάζουν να μιλάνε πιο πολύ από το βλέμμα. Τα χέρια τους ζητάνε πάντα κάτι. Χρήματα, φαγητό, προσοχή.
Ας μη γελιόμαστε, είναι δύσκολες οι συνοικίες όπου έχουν βρει καταφύγιο πρόσφυγες, μετανάστες, φτωχοδιάβολοι, χρήστες και άλλοι κατατρεγμένοι. Εχουν ένα δίκιο οι παλιοί κάτοικοι του κέντρου των Αθηνών να αντιδρούν, καθώς αυτοί επωμίζονται το μεγάλο βάρος. Ζουν κάθε μέρα σε ένα καινούργιο τοπίο, πρέπει να μάθουν τον νέο χάρτη της πόλης.
Οι μικρές πατρίδες που έχουν σχηματιστεί έχουν τους δικούς τους δρόμους, σε μερικές περιπτώσεις και τους δικούς τους νόμους. Κι είναι επίσης δύσκολο να βλέπεις καθημερινά ανθρώπους να υποφέρουν. Ανθρώπους που δεν μπορείς να βοηθήσεις γιατί είσαι εγκλωβισμένος στα δικά σου προβλήματα επιβίωσης.
Η πλατεία δεν είναι «γεμάτη με το νόημα που ‘χει κάτι από τις φωτιές». Στην πλατεία η απογοήτευση και η κούραση αναδύονται μαζί με τους ανθρώπους που βγαίνουν απ’ το μετρό και συναντούν στα σκαλιά μια κοπέλα να κλαίει διπλωμένη στα δυο. Την προσπερνούν.
Την προσπερνώ κι εγώ. Κάποιες φορές βλέπω να «κάθεται» δίπλα της εκείνη που θα μπορούσε να είναι. Ενα κορίτσι με όρεξη και πάθος για ζωή. Αυτό όμως που μας επιτρέπει εκείνη να δούμε είναι ένα πρόσωπο άψυχο, ένα σώμα εγκαταλειμμένο.
Και ο μεσήλικας μετανάστης που κάθεται εξαντλημένος και αποκαμωμένος μπροστά στο μεγάλο άγαλμα με κοιτά κι αυτός με γυάλινα μάτια. Σαν να βλέπω να χωρίζουν ψυχές και σώματα. Ντρέπομαι να τον κοιτώ.
Ο Καβάφης, από το «Καφέ των Ποιητών» με περισυλλογή, λέει όσα δεν μπορώ να πω, όσα δεν λέμε:
Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια. Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες: με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα. Κι αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα
