Πρόσωπα και ιδέες στην κόψη της Ιστορίας

ergo.jpg

Πατήστε πάνω στο έργο για να το δείτε ολόκληρο | ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Mιλάμε για ένα βιβλίο που αποθησαυρίζει τον κριτικό παρεμβατικό στοχασμό σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Παρουσιάζοντας πορτρέτα πολιτικών και λογίων αλλά και προβληματισμούς για θέματα του δημόσιου χώρου της πολιτικής και των θεσμών.

Μα την ίδια στιγμή για ένα βιβλίο αναστοχασμού από όπου δεν απουσιάζουν οι προσωπικοί εξομολογητικοί τόνοι. Ο συγγραφέας του είναι μέτοχος στα συλλογικά πάθη του καιρού του και ωρίμασε πνευματικά σε αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε Μεταπολίτευση.

Ενας από τους «συνομιλητές» του Αλιβιζάτου στην πολιτική και πνευματική μας ιστορία, ο μεταπολεμικός συγγραφέας Ρόδης Ρούφος, έγραφε:

Το παρελθόν δεν αλλάζει, μπορεί όμως ν’ αλλάξει ο τρόπος που το βλέπουμε. Καιρός να το δούμε με νηφάλια, κριτική ματιά και, όσο γίνεται, με διάθεση κατανόησης και συγγνώμης για τα σφάλματα, ακόμη και για τα εγκλήματα που κάναμε.

Η σωστή απόσταση

Ο Αλιβιζάτος μοιάζει να εμπνέεται από την πιο πάνω ρήση, την οποία άλλωστε παραθέτει στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του: διεκδικεί με τη σειρά του μια νηφάλια και «κατανοητική» ματιά σε έργα και μορφές της νεοελληνικής ιστορίας.

Νίκος Αλιβιζάτος Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας Νίκος Αλιβιζάτος Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας Πόλις, 2015 Σελ. 576 |

Αναζητεί τις κινητήριες ιδέες, τους λόγους δράσης, τις δυνατές και τις αδύναμες στιγμές κάποιων προσωπικοτήτων στην αναμέτρησή τους με -δύσκολες, κατά τεκμήριο- περιστάσεις. Και έχω την αίσθηση ότι σε όλα αυτά τα κείμενα γίνεται προσπάθεια να βρεθεί η σωστή απόσταση: όχι κάποια ιδεώδης μεσότητα ανάμεσα στον έπαινο και στην επίκριση, στη θετική αποτίμηση και στην αρνητική αξιολόγηση, αλλά κάτι διαφορετικό: μια πράξη συγγραφικής δικαιοσύνης απέναντι στις πολλαπλές μεταμορφώσεις της Ιστορίας και στα, ούτως ή άλλως, αντιφατικά αποτυπώματα των εκάστοτε πρωταγωνιστών της.

Πολλά θα μπορούσε να σκεφτεί και να πει κανείς εδώ για τα κριτήρια ή για τους λόγους της επιλογής του ενός ή του άλλου προσώπου σε αυτή την πινακοθήκη. Ή για το ποια προβλήματα αγγίζει ο συγγραφέας και ποια ίσως τα αφήνει ασχολίαστα.

Γιατί ο τάδε και όχι ο δείνα; Γιατί, λόγου χάρη, ο Θεοτοκάς κι όχι ο Σεφέρης των Δοκιμών; Γιατί ο Πουλιόπουλος και όχι ο Ζαχαριάδης, που στο κάτω κάτω οι επιλογές του βάρυναν τραγικά στη μεταπολεμική Ιστορία και όχι απλώς στα πάθη του κομμουνιστικού κινήματος; Γιατί να «απουσιάζει» ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος από την αστική ή ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης από τη σοσιαλδημοκρατική παράδοση, έτσι όπως τις ανασυγκροτεί, εξ ανάγκης με τις μεροληψίες του δικού του βλέμματος, ο συγγραφέας;

Σταθμοί-πρόσωπα

Νομίζω πως αυτά τα «γιατί» που μπορεί να απευθύνει κανείς στον συγγραφέα δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα. Διότι, αν καταλαβαίνω καλά, η στόχευσή του δεν είναι εδώ μια, εκ του πλαγίου, εξιστόρηση των πολιτικών ή πνευματικών διαμαχών, οι οποίες καθόρισαν την ελληνική δημόσια ζωή από τον Καποδίστρια μέχρι τα δικά μας χρόνια του Μνημονίου.

Αυτό που διακρίνω εγώ, διαβάζοντας τα κείμενα ετούτα, είναι η ανίχνευση κομβικών ερωτημάτων που όλα τους σχεδόν περιστρέφονται γύρω από το γνωστό (και συχνά κακοποιημένο) δίπολο που μας έμαθε ο Μαξ Βέμπερ: τη διάκριση ανάμεσα σε μια ηθική της πεποίθησης και σε μια ηθική της ευθύνης με αιχμή τον υπολογισμό των συνεπειών της εκάστοτε «τοποθέτησης» σε σύνθετα και απαιτητικά περιβάλλοντα.

Πιο απλά: τι συναντούν καθ΄ οδόν οι προθέσεις, πολιτικών ή διανοουμένων, όταν «προσκρούουν» στο σκληρό υλικό των συσχετισμών δύναμης, σε οικονομικές και θεσμικές μαύρες τρύπες ή σε αντιστάσεις από την κοινωνία, τις παραδόσεις και ισχυρούς θεσμούς όπως η Εκκλησία;

Με ποιον τρόπο η περίφημη «πολιτική βούληση» μπορεί να αφυπνίζει λανθάνουσες δυνατότητες, μεταρρυθμιστικές και χειραφετητικές, ή αντιθέτως να οδηγεί στην παρανάγνωση των δεδομένων της συγκυρίας; Ποια τέρατα εκτρέφει ο βολονταρισμός και ποιους κινδύνους έχει η αβουλία και η αναποφασιστικότητα όταν πρέπει να κάνει κανείς μεταρρυθμίσεις;

Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάποιον από τους σταθμούς-πρόσωπα ή «θέματα» που ανιχνεύονται στο βιβλίο. Θα σταθώ περισσότερο στη σχέση που φαίνεται να απασχολεί τον Αλιβιζάτο στα περισσότερα από αυτά τα κείμενα: στη σχέση του διανοούμενου με την πολιτική.

Ο χρόνος και η φύση της παρουσίασης δεν επιτρέπουν να πάμε στο πρωταρχικό πρόβλημα του ορισμού. Τη διασάφηση του ποιοι είναι διανοούμενοι, το γνωστό και ήδη αρκετά παλιό θέμα μιας διαμάχης από κοινωνιολόγους, ειδικούς του πολιτισμού και κοινωνικούς κριτικούς. Θα μπορούσαμε ας πούμε να δανειστούμε τους τρεις χαρακτηρισμούς του τίτλου, για να «εντοπίσουμε» αντίστοιχες κλίσεις της διανόησης;

Να διακρίνουμε δηλαδή τρεις κλίσεις/ πρακτικές της διανόησης:

Μια πραγματιστική

Μια δημαγωγική

Και μια ονειροπόλα ή, καλύτερα, μια οραματική και προφητική κλίση;

Ξέρουμε καλά ότι επιζεί και είναι πολύ ισχυρή η ιδέα ότι ο διανοούμενος είναι ή πρέπει να κινείται κάπου στο οραματικό και προφητικό πεδίο. Να λειτουργεί ας πούμε ως κοσμικός προφήτης ή κοινωνικός κριτικός με πρόθεση ηθικής διόρθωσης της κοινωνίας. Σε ρωτούν ας πούμε: τι βλέπετε λοιπόν κύριε Καθηγητά; Τι θα γίνει με τη χώρα;

Τι λέτε εσείς; Οταν βέβαια τους απαντάς αποκαλύπτοντας περισσότερες απορίες ως προς το πού θα καταλήξει το έργο, σε κοιτάζουν με κάποια απογοήτευση. Αλλο ήθελαν ή δεν κάνεις καλά τη δουλειά αν δεν προσφέρεις οδικούς χάρτες νοήματος στα πάντα, από την κρίση των κομμάτων ώς τα αγροτικά προβλήματα. Λειτουργεί ακόμα η ιδέα του διανοούμενου ως ηθικής αντιπολίτευσης στον «κόσμο της εφαρμοσμένης πολιτικής», ο οποίος έχει –όπως λέμε– αδιόρθωτη ροπή στη δημαγωγία ή σε άλλες ευτελείς πρακτικές.

Ελληνική νεωτερικότητα

Αν διαβάσουμε όμως προσεκτικά τις στιγμές-προβλήματα που συζητάει ο Αλιβιζάτος σε διαφορετικές συγκυρίες της ελληνικής νεωτερικότητας, βλέπουμε ότι η σχέση διανόησης και πολιτικής είναι πολύ πιο σύνθετη. Τόσο στην εποχή των πολέμων και της θεσμικής ανωμαλίας όσο και στην ειρηνική μεταπολιτευτική περίοδο των τελευταίων σαράντα χρόνων.

Μιλώντας τώρα με βάση τη δική μου εμπειρία της κρίσης και των συμπτωμάτων της, θα ήθελα να προσθέσω κάτι: ότι κάθε κλίση ή πρακτική του διανοείσθαι στον δημόσιο χώρο, για τα μεγάλα ή μικρά προβλήματα της πολιτικής κοινότητας, φέρει μαζί της συγκεκριμένες στρεβλώσεις.

Αυτές οι στρεβλώσεις/ εκτροπές μεγεθύνονται ή περιορίζονται και ελέγχονται ανάλογα με τις απαντήσεις που δίνουν οι δρώντες στο εκάστοτε πρόβλημα ή σε μια στιγμή κρίσης και «διάρρηξης» των προηγούμενων ερμηνευτικών πλαισίων.

Ο πραγματισμός, ας πούμε, ενδέχεται να γίνει αποκοπή της πολιτικής από κάθε ιδεολογικοπολιτική ευαισθησία στο όνομα ενός ρηχού καιροσκοπικού ρεαλισμού.

Η κριτική και πιο «οραματική» στάση εκπίπτει συχνά στην ανέξοδη βουλησιαρχία. Θέλω κάτι, πιστεύω ότι αυτό είναι το ηθικά καλό και έτσι βάλλω κατά ριπάς κατά του εχθρού ή βαφτίζω προδότη αυτόν που δεν συμμερίζεται τη δική μου ιεράρχηση αξιών.

Στην αποτίμηση της τελευταίας εξαετίας θα έλεγα ότι ήταν λίγες –όχι όμως ανύπαρκτες– οι φωνές της κριτικής σύνεσης: εκείνες οι δημόσιες φωνές που επιδίωξαν να συναρθρώσουν τον αναγκαίο πραγματισμό με έναν κριτικό αναστοχασμό, την ηθική της ευθύνης με ένα πλαίσιο βασικών ηθικοπολιτικών δεσμεύσεων.

Ηταν σκόρπιες και πάντως λίγες οι φωνές που συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορεί στο όνομα μιας ηθικής εναντίωσης ή μιας ιδεολογικής καταγγελίας στις αρνητικές πλευρές του διεθνούς συστήματος (ή του οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης) να υποτιμά κανείς ασυγχώρητα το πρόβλημα του κράτους και των λειτουργικών αδιεξόδων της ελληνικής οικονομίας, τις δομικές κοινωνικές και θεσμικές της παθολογίες.

Στο φως της κρίσης όλες σχεδόν οι πολιτικές και θεσμικές παραδόσεις φανέρωσαν τις χειρότερες πλευρές τους.

Ο ριζοσπαστισμός της κρίσης έγινε όμηρος της ευκολίας υποτιμώντας εξαρχής την έκταση, το βάθος αλλά και τις συνέπειες της οικονομικής χρεοκοπίας και της κρίσης του ελληνικού κράτους. Ανασύροντας συχνά μια νεογιακωβίνικη μεταφυσική της λαϊκής δημοκρατικής βούλησης, με επίκεντρο την ηθική του αντιστασιακού έθνους ή αυτό που ο Σπύρος Ασδραχάς αποκάλεσε «εθνικοποίηση της ταξικότητας», οδηγήθηκε σε πλήρη και βίαιη αντιστροφή, σε ένα Ναι που δεν μπορεί να πει το όνομά του.

Αλλά και στην πλευρά του «ρεαλισμού» όλα αυτά τα χρόνια αναδύθηκαν αντιλήψεις αφελούς τεχνοκρατικής πλοήγησης του χάους και μια, συχνά σκανδαλώδης, υποτίμηση του υπαρκτού κοινωνικού ζητήματος. Κάποιοι διολίσθησαν σε ιδεολογίες ενός προ-δημοκρατικού φιλελευθερισμού των λίγων και των αρίστων.

Και βέβαια δεν είχαμε απλώς έλλειμμα κριτικής σύνεσης ως προς την ορθή διάγνωση και την περιεκτική κατανόηση του ελληνικού προβλήματος.

Είχαμε –και έχουμε– πρόβλημα ενσάρκωσης και ηγετικών ποιοτήτων.

Η πολιτική, είπαμε, δεν είναι μόνο οι ιδέες αλλά και τα πρόσωπα.

Οπως σ’ ένα μυθιστόρημα

Τα πρόσωπα λοιπόν. Της πολιτικής και του πνεύματος. Εχουν άραγε σημασία οι στιγμές μιας βιογραφίας για να καταλάβουμε μια σκέψη ή το πολιτικό αποτύπωμα κάποιου; Η συγκυρία έφερε να βγουν παράλληλα αυτό το βιβλίο και το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Κώστα Σημίτη, στον οποίον άλλωστε αφιερώνεται ένα κεφάλαιο στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.

Τα διάβασα σχεδόν παράλληλα και είδα πόσο τα διαφορετικά πρίσματα αλλά και οι διαφορετικές στοχεύσεις της γραφής συμβάλλουν στην ιστορικο-πολιτική κατανόηση. Οπως σε ένα μυθιστόρημα, η πολυφωνία εξισορροπεί τις μεροληπτικές θεάσεις των ηρώων αποκαθιστώντας την περίπλοκη φύση των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο Αλιβιζάτος αποφεύγει την ταύτιση χωρίς να κρύβει τη συνάφειά του, τον ψυχικό-πολιτικό του συντονισμό, με αυτό που θα λέγαμε προοδευτικό, εκσυγχρονιστικό εγχείρημα. Ενώ αποτιμά θετικά τα βήματα της χώρας στο διεθνές πεδίο (και στην εξωτερική πολιτική), στέκεται αρκετά κριτικά απέναντι στις ρηχές και ανεπαρκείς απόπειρες εκσυγχρονισμού ως προς τη διαφθορά του κράτους, το κομματικό σύστημα, τις οικονομικές δομές και πρακτικές.

Θα έλεγα ότι αυτή η διπλή θέαση, που αποφεύγει την ψευδή ουδετερότητα όσο και την πολιτική εμπάθεια, δίνει τον τόνο στη σκέψη αυτή. Είτε ανατρέχει στις κληρονομιές της ελληνικής πολιτικής, είτε αναθυμάται ξεχωριστές φιγούρες της επιστήμης και της διανόησης, είτε στέκεται σε θεσμικά και πολιτικά στιγμιότυπα, το βλέμμα του συγγραφέα δεν διαφοροποιείται: σταθμίζει και αξιολογεί ασκώντας περισσότερο μια politics of Judgment, μια πολιτική της ευθυκρισίας. Εύστοχα; Πάντα με κρίσεις που μας βρίσκουν σύμφωνους ή που πετυχαίνουν τον στόχο τους;

Αυτό δεν έχει σημασία όσο η ίδια η ανάγνωση προσώπων και στιγμών. Ετσι όπως την παρέχει απλόχερα ο τόμος αυτός ασκώντας το δικαίωμα στη δημόσια χρήση του Λόγου.