«Παραμένω αισιόδοξος επειδή αγαπώ την Ελλάδα»

vasilis_alexakis

Βασίλης Αλεξάκης «Ο τρόπος μου να μιλάω είναι να γράφω», λέει ο Βασίλης Αλεξάκης | ΠΑΡΙ ΣΠΙΝΟΥ

«Δεν χρειάζεται να είσαι ιδιαίτερα ευφυής για να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Χρειάζεται αθωότητα, να πιστεύεις στην ιστορία σου, να είσαι λίγο παιδί επειδή κάνεις ένα παραμύθι. Οι έξυπνοι άνθρωποι ας γράφουν δοκίμια... για την επανάσταση, πώς φτάσαμε στη χούντα, ή για τις βαθύτερες ρίζες της κρίσης.

Ισως θα πρέπει να δημιουργήσουμε το βραβείο του τελευταίου βιβλίου και να πούμε σε κάποιον σταμάτα να γράφεις...», λέει ο Β. Αλεξάκης, ο οποίος συγκρίνει τον συγγραφέα με τον μαραγκό.

Οποιο κι αν είναι το προσωπικό σου ερέθισμα, πρέπει να ξέρεις να φτιάχνεις ντουλάπες. Αν βάλεις συρταράκια και την κάνεις πιο περίπλοκη, εκεί θα βάλεις και τα πιο προσωπικά σου πράγματα. Τη δική μου ντουλάπα γεμάτη την παραδίδω

Ο Βασίλης Αλεξάκης κρατάει μια παράδοση. Την ημέρα που κυκλοφορεί κάθε νέο βιβλίο του καλεί φίλους στο υπόγειο διαμέρισμά του στο Κολωνάκι για ένα ποτήρι κρασί. Ενα διαμέρισμα δύο δωματίων που εξακολουθεί να έχει μια φοιτητική αύρα, παρά το πέρασμα των χρόνων, κι ένας υπέροχος κήπος. Δύο κουκέτες, ένα μεγάλο τραπέζι του πινγκ πονγκ, ο πολυφωτογραφημένος πίνακας με τις δύο κάλτσες (δικής του έμπνευσης) αποτελούν τη λιτή διακόσμηση.

«Θα ακολουθήσει μετά αγώνας πινγκ πονγκ», είπε χαριτολογώντας ο αγαπητός συγγραφέας, που μας υποδέχτηκε ορεξάτος, χαμογελαστός, έχοντας αφήσει πίσω τη δύσκολη περιπέτεια με την υγεία του. Μάλιστα, έβαλε και τη μουσική της ταινίας «Επικίνδυνες αποστολές» για να δημιουργήσει... σασπένς για το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Το κλαρινέτο», το οποίο από χθες βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων (εκδ. Μεταίχμιο).

«Ο τρόπος μου να μιλάω είναι να γράφω», είπε ο Βασίλης Αλεξάκης, ο οποίος για πρώτη φορά ξεκίνησε να γράψει μυθιστόρημα πρώτα στα ελληνικά και στη συνέχεια στα γαλλικά. «Το θέμα του είναι ο θάνατος του επί 40 χρόνια εκδότη μου στη Γαλλία Ζαν-Μαρκ Ρομπέρτς. Επαθε καρκίνο πριν από πέντε χρόνια.

»Ετσι, περιγράφω την πορεία προς το τέλος του ελπίζοντας πως δεν θα υπάρξει, και ταυτόχρονα ο αφηγητής μου, σαν και μένα, επιστρέφει κάθε λίγο στην Ελλάδα και παρατηρεί την κατάρρευση της χώρας. Δηλαδή, αφήνει τον έναν καρκίνο εκεί και βρίσκει τον άλλον εδώ...».

Ο Β. Αλεξάκης αναζητά διαρκώς γέφυρες ανάμεσα στις δύο ζωές του, στη Γαλλία και την Ελλάδα, δύο γλώσσες, δύο κουλτούρες. Και στο τέλος του βιβλίου, τον βρίσκουμε στην Τήνο περιμένοντας να δει τη σκιά του πύργου του Αϊφελ πάνω στη θάλασσα...

«Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα χρειάζεται δύο θέματα, όπως το πλέξιμο που γίνεται με δύο βελόνες», μας είπε. «Ετσι, το ένα θέμα είναι ο θάνατος του εκδότη μου και το άλλο το ελληνικό δράμα. Εδώ ήρθα σε επαφή με άστεγους, πούλησα τη “Σχεδία”, πήγα στα συσσίτια, έκανα έρευνα σοβαρά. Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα είναι θέμα φαντασίας, αλλά αυτό δεν μου επιτρέπει τα λάθη. Δεν το λέω για να με επαινέσετε. Με βοηθάει να έχω στο μυαλό μου πραγματικούς ανθρώπους».

Οσο για τον τίτλο του νέου βιβλίου του, προήλθε από τη φθορά της μνήμης. «Συγκεκριμένα τη δική μου», συνέχισε. «Μια μέρα συνειδητοποίησα στο σπίτι μου, στο Παρίσι, ότι έχω ξεχάσει τη λέξη κλαρινέτο στα ελληνικά. Με έπιασε πανικός. Βγαίνω στους δρόμους και βλέπω τον πύργο του Αϊφελ σαν ένα τεράστιο κλαρινέτο, αλλά δεν ξέρω το όνομα.

»Ρωτάω έναν περαστικό στον δρόμο και ήταν Κινέζος τουρίστας. Τελικά πήγα στον εκδότη μου, του περιέγραψα το όργανο και μου έγραψε τη λέξη “κλαρινέτο” λέγοντας: “Αυτός είναι ωραίος τίτλος”.

»Εψαξα όμως και στο Κέντρο Ερευνας του Εγκεφάλου έξω από το Παρίσι, όπου ρώτησα τις νευρολόγους: “Είναι δυνατόν ποτέ να ξεχάσεις τη μορφή σου;” Μου απάντησαν, βέβαια, μπορεί κάποιος να πηγαίνει στον καθρέφτη του μπάνιου του και να νομίζει πως βλέπει κάποιον άλλον.

»Οι αντιδράσεις είναι ή να εκνευριστεί, συχνότερα όμως πιάνει φιλίες μαζί του. Καταλήγει να είναι ο τελευταίος φίλος που του έχει απομείνει. Εχω κι εγώ την εντύπωση πως γράφοντας βιβλία είμαι ένα είδος φίλου του μπάνιου. Που δεν απουσιάζει ποτέ».

Χαρακτηρίζει τον εαυτό του μετανάστη. «Οταν ζεις από το 1969 στο Παρίσι, η Ελλάδα γίνεται μια μυθική χώρα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα της κρίσης προσγειώθηκα στην πραγματικότητα. Κατάλαβα ότι η χώρα δεν είναι αυτό που νόμιζα εγώ όταν έκανα μπάνια τα καλοκαίρια στην Τήνο. Γνώρισα όμως και μια κυρία 105 χρόνων, τη Λιλή Αλιβιζάτου -σύζυγος γιατρού και αδελφή του Γιώργου Θεοτοκά-, με την οποία κλείνει το βιβλίο.

Αυτή μου είπε: “Αφού θα μιλήσετε για τον τόπο μας, κάντε το με γλυκύτητα, με κατανόηση, μη μας ταπεινώσετε”. Ετσι, νιώθω υποχρεωμένος να είμαι αισιόδοξος... Ασφαλώς, ζούμε πολύ δύσκολα χρόνια, βλέπω την κατάθλιψη των φίλων, είναι στιγμές που νομίζεις ότι έχουμε χάσει τον ελληνικό ήλιο, αλλά παραμένω αισιόδοξος. Από αγάπη για την Ελλάδα», τονίζει. «Είναι μια χώρα όπου γυρίζεις, παρά φεύγεις».

Επιπλέον, πιστεύει ότι το «ταξίδι» ενισχύει την ελληνική ταυτότητα. «Δεν προδίδουμε την Ελλάδα ταξιδεύοντας, αλλά αρνούμενοι το γεγονός ότι περνάει ο χρόνος, ότι έχουμε διανύσει χιλιάδες χρόνια από την αρχαιότητα, ότι πρέπει να τελειώνουμε με ορισμένα πράγματα, όπως με τα θέματα της Εκκλησίας, και άλλα που τα εκμεταλλεύεται και η Ακρα Δεξιά...

Υπάρχει ένα είδος νοσταλγίας που δίνει την εντύπωση ότι το μέλλον είναι πίσω μας. Οι παραδόσεις όμως χρειάζονται και αμφισβήτηση. Πρέπει να δεχτούμε ότι είμαστε σε μια πορεία, αλλιώς προδίδουμε το μέλλον μας».

Μέλος της
ΕΝΕΔ