Το «πατάρι» του Λουμίδη το οποίο δημιουργήθηκε ως προσθήκη του καφεκοπτείου της οδού Σταδίου 38 δίπλα στο Βιβλιοπωλείο της «Εστίας». Σε μια δύσκολη περίοδο όπως αυτή της μεταξικής δικτατορίας, άρχισε σταδιακά να μεταμορφώνεται σε ένα πρότυπο λογοτεχνικό καφενείο για τα δεδομένα της εποχής, συγκεντρώνοντας την αφρόκρεμα των πολιτικών, δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, συγγραφέων και σε πολλές περιπτώσεις απλό κόσμο που ήθελε να συναντήσει από κοντά τα ινδάλματά του.
Σε μια χωροταξικά κομβική θέση, δίπλα σε γραφεία εφημερίδων, επιχειρήσεων, καλλιτεχνικών θεαμάτων και κυρίως δίπλα στο πιο ιστορικό βιβλιοπωλείο της εποχής, το έκαναν αναπόφευκτα σημείο αναφοράς για την κουλτούρα (ιδεολογική, φιλοσοφική, πολιτική και καλλιτεχνική) της Αθήνας με διάφορα «σκαμπανεβάσματα» μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Μια από τις κάπως άγνωστες ιστορίες για το «πατάρι» είναι αυτή των «ΣοσιαλΛουμίδηδων». Μια ιστορία με πολιτικά, φιλοσοφικά και κυρίως αριστερών αποχρώσεων χαρακτηριστικά στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια.
Ας την ψηλαφίσουμε με τη βοήθεια κομματιών από ένα άρθρο του Τάσου Βουρνά που δημοσιεύτηκε μετά το κλείσιμο του «παταριού» το 1974 στην «Αυγή»:
«Το ”πατάρι” που χάνεται είναι πράγματι ιστορικό για τα φιλολογικά μας καθέκαστα και ιδιαίτερα της Αριστεράς. Ακμασε στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου και υπήρξε ένα είδος ουδέτερης ”Ελβετίας” σε εκείνη την εποχή όπου αλληλοσκοτωνόμαστε οι Ελληνες.
Και ενώ γύρω μας ο σκληρός αντίχτυπος του Εμφυλίου γέμιζε ζόφο την πολιτική και πνευματική ζωή της χώρας, στο πατάρι του Λουμίδη, ιδιαίτερα από τις έντεκα το πρωί ώς τις τρεις το απομεσήμερο, επικρατούσε μια αδιατάρακτη γαλήνη και μια ιδεολογική ανεκτικότητα που έφτανε ώς το ύψος της κατάπτωσης ενός αδιατάρακτου διαλόγου.
Εκεί μπορούσες να πεις ό,τι ήθελες, χωρίς να σε καταδώσει ο διπλανός σου.
Γιατί παρ’ όλες τις ιδεολογικές αντιθέσεις οι άνθρωποι που σύχναζαν εκεί είχαν γίνει φίλοι μεταξύ τους και εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον».
Μια αναφορά στη σχέση της «δεύτερης Ακαδημίας» όπως χαρακτήριζαν το «πατάρι» και της Αριστεράς που σε κάποιο σημείο με τον εξής εμβληματικό τρόπο σημείωνε:
«Ημασταν συνήθως τόσο απελπιστικά λίγοι οι τολμούντες ώστε θυμάμαι πως κάποτε μας χλεύασε η ”Βραδυνή” σε άρθρο της υπό τον τίτλο ”Χαλκοκουρούνες”»!
Η παρέα στην οποία αναφερόμαστε αποτέλεσε την συνέχεια της φιλολογικής παρέας της Δεξαμενής των αρχών του 20ού αιώνα (1908-1910), όπου εκεί μαζευόταν η διανόηση της Αθήνας, ενώ αν κάποιος θα ήθελε να κάνει και έναν πιθανώς άτοπο συνειρμό (διάδοση επαναστατικών ιδεών) θα μπορούσε να το συνδέσει και με το πατάρι της οδού Κοραή.
Η φιλολογική παρέα της Δεξαμενής ήταν το στέκι των λογίων και των πνευματικών ανθρώπων της Αθήνας με συζητήσεις που έδιναν κι έπαιρναν για ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, από πολιτική μέχρι ποίηση.
Οσο για το πατάρι της οδού Κοραή της περιόδου 1908-1910 ήταν το μέρος εκείνο όπου μαζεύονταν οι πρώτοι Ελληνες σοσιαλιστές για να ανταλλάξουν απόψεις και ιδέες.
Στην παρέα της Δεξαμενής μεταξύ των θαμώνων ήταν: η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και άλλοι.
Στο «πατάρι» του Λουμίδη, από εκείνη την παρέα συμμετείχε ο Μάρκος Αυγέρης, ώς το 1952, έχοντας άτυπα τον ρόλο του προέδρου, ενώ στην παρέα κάποιος θα μπορούσε να βρει τoν Ηλία Βενέζη, τον Στρατή Σωμερίτη, τον Τάσο Βουρνά, τον Γιάννη Μαρή, τον Στάθη Δρομάζο. Τον Κοσμά Πολίτη, τον Δημήτρη Χριστοδούλου, αραιά και πού τον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον Κώστα Βάρναλη, την Καίτη Δρόσου, τον ηθοποιό Γιώργο Γληνό, αδελφό του Δημήτρη Γληνού, και πολλούς άλλους.
Μια παρέα σε έναν χώρο βαθιάς ιδεολογικής αναζήτησης και πολιτικής δράσης, που για τα δεδομένα της εποχής εκείνης ήταν ιδιαίτερα σημαντική.
Μια εποχή και μια συνθήκη αρκετά δύσκολες. Από τα τέλη του 1950 όπου η ζωή στην Ελλάδα άρχισε να βρίσκει κατά κάποιο τρόπο τον δρόμο της και με τις πρώτες κυβερνήσεις του Κέντρου να κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια για ειρήνευση, χωρίς όμως να τους «επιτρέπεται», το «πατάρι» του Λουμίδη αποτέλεσε από πολλές απόψεις σημείο αναφοράς.
Ο κόσμος ανεξαρτήτως ηλικίας μαζευόταν για να δει και να ακούσει τους σοφούς της εποχής Από τις 12 μέχρι τις 3 ήταν όλοι εκεί. Για έναν καφέ ή ακόμη και για ένα ποτό κάνοντας συζητήσεις επί παντός επιστητού.
Εύλογα, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί διαβάζοντας το άρθρο, καλά η Ασφάλεια που εκείνη την εποχή σε συλλάμβανε για το παραμικρό, πώς είχε αφήσει να λειτουργεί και μάλιστα χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό ένας χώρος στον οποίο συγκεντρώνονταν και μάλιστα ανοιχτά ιδεολογικοί της αντίπαλοι.
Ηξερε και κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσαμε να πούμε πως είχε προνοήσει. Δύο άνθρωποί της είχαν εγκατασταθεί σε ένα τραπέζι της γωνιάς και έλεγχαν τα πάντα.
Μάλιστα, μια φορά κατά τη διάρκεια της πρώτης δίκης του Μπελογιάννη ήρθε ένας Αγγλος δικηγόρος που έπρεπε να την παρακολουθήσει, αλλά αρρώστησε με εξανθηματική ασθένεια στο πρόσωπο.
Ο συνήγορος του Μπελογιάννη, Μηνάς Γαλέος, τον έφερε στο «πατάρι» για να βρεθεί κάποιος γιατρός.
Η Ασφάλεια των Πανόπουλου, Ρακιντζή και Κροντήρη είχε καταφέρει να βρει λύση σε ένα πρόβλημα το οποίο στην αρχή θεωρούσε ασήμαντο, αλλά στη συνέχεια -όπως αποδείχτηκε- ήταν ιδιαίτερα σοβαρό.
Ο διευθυντής της Αστυνομίας, Κροντήρης, άνθρωπος με ενεργό ανάμειξη στην υπόθεση Μπελογιάννη, είχε βαφτίσει την παρέα «ΣοσιαλΛΟΥΜΙΔΗΔΕΣ», όνομα που υπήρχε και στους φακέλους τους χαρακτηρίζοντας την παρέα του «παταριού» ως ακίνδυνη.
Μετά το πέρας των δικών και την εκτέλεση του Μπελογιάννη, με αφορμή τον Αγγλο δικηγόρο και τα όποια συνέβησαν μετά (έντονη παρακολούθηση από την Ασφάλεια), κάποιοι από την παρέα, σύμφωνα με όσα γράφει ο Τάσος Βουρνάς, συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν στον Αϊ-Στράτη.
Ιστορία μιας άλλης εποχής, με όνειρα, οράματα, κουλτούρα και παρά τα δράματα, πολιτικά και μη, είχε μια νότα ελπίδας.
Με στοιχεία και χαρακτηριστικά που μιλούσαν με απλό και λιτό τρόπο στην ψυχή και την καρδιά όλων των ανθρώπων.
Σε μια εποχή «Μοιραίων», που έγραφε και ο Βάρναλης, υπήρχε μια γωνιά στην Αθήνα που εξέπεμπε άπλετο φως.
