Το μήνυμα του Ιησού

stavrosi.jpg

Ο Ιησούς υπογραμμίζει ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έχει μια αξιοπρέπεια, υποστηρίζει την ισότητα μεταξύ των ατόμων, ελεύθερων ή δούλων, πλούσιων ή φτωχών, ανδρών ή γυναικών, Εβραίων ή μη Εβραίων

Φιλόσοφος και κοινωνιολόγος των θρησκειών, ο Φρεντερίκ Λενουάρ είναι συγγραφέας πολλών έργων, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο του «Ο Χριστός φιλόσοφος» (Πόλις, 2010). Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «L’ Obs».

■ Το 2007 δημοσιεύσατε ένα δοκίμιο με τίτλο «Ο Χριστός φιλόσοφος». Γιατί να εξετάσουμε το μήνυμα του Χριστού από τη σκοπιά της φιλοσοφίας;

Δεν είμαι ο πρώτος που το έκανε. Τον τίτλο του βιβλίου μου τον εμπνεύστηκα από τον Ερασμο, ο οποίος σε μια επιστολή του προς έναν άλλο ουμανιστή στοχαστή των αρχών του 16ου αιώνα, τον Πάουλ Φολτς, μιλάει για τη «φιλοσοφία του Χριστού». Γιατί ο ουμανισμός της Αναγέννησης δεν εμπνέεται μόνον από την ελληνική φιλοσοφία, αλλά -το έχουμε σχεδόν λησμονήσει- και από το μήνυμα του Χριστού όπως αυτό εκφράζεται στα Ευαγγέλια. Ο Ιησούς υπογραμμίζει ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έχει μια αξιοπρέπεια, υποστηρίζει την ισότητα μεταξύ των ατόμων, ελεύθερων ή δούλων, πλούσιων ή φτωχών, ανδρών ή γυναικών, Εβραίων ή μη Εβραίων. Σαρώνοντας τις διαφορές που συνδέονται με την ηλικία, την κοινωνική θέση, το φύλο, αλλά και με τους οικογενειακούς δεσμούς, το βάρος των θεσμών και της παράδοσης, ο Ιησούς καθιστά το άτομο αυτόνομο, το χειραφετεί από την ομάδα συνδέοντάς το απευθείας με τον Θεό. Και το μήνυμά του είναι γι’ αυτόν τον λόγο ένα ουσιώδες θεμέλιο του ουμανισμού και έπειτα της σκέψης του Διαφωτισμού, ακόμη και -με μια ουσιαστικά εκκοσμικευμένη μορφή- του σύγχρονου κινήματος για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό μπορεί προφανώς να φαίνεται παράξενο σε ένα σύγχρονο πνεύμα, που ταυτίζει πλήρως τον Χριστό και τη σκέψη του με την Εκκλησία, η οποία καταδίκασε τον Διαφωτισμό και έπειτα, τον επόμενο αιώνα, καταδίκασε και τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Χρειάζεται ωστόσο να κατανοήσουμε ότι στην πορεία των αιώνων η Εκκλησία εδραίωσε την εξουσία της πραγματοποιώντας μια ριζική αντιστροφή των ευαγγελικών αξιών, που ήταν υπερβολικά ανατρεπτικές, υπερβολικά απαιτητικές, προσιτές μόνον σε θαρραλέα και φωτισμένα άτομα. Στον 19ο αιώνα, ο Κίρκεγκορ, φλογερός χριστιανός αλλά παθιασμένος αντικληρικός, είναι ένας από τους πρώτους που το διατύπωσε: γι’ αυτόν, όταν έγινε, στον 4ο αιώνα, η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μαζική θρησκεία, η χριστιανική Εκκλησία έστρεψε τα νώτα της στην Καινή Διαθήκη. Ο Κίρκεγκορ το καταγγέλλει αυτό σαν «έγκλημα». Παράλληλα με το πνευματικό του μήνυμα, ο Ιησούς κληροδοτεί μια ηθική διδασκαλία οικουμενικής εμβέλειας, στον αντίποδα των παρεκκλίσεων του εκκλησιαστικού θεσμού ιδίως μέσω της Ιεράς Εξέτασης. Εκθειάζει τη μη βία, την αγάπη για τον πλησίον, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ελευθερία επιλογής, τον διαχωρισμό της πνευματικής και της πολιτικής εξουσίας.

■ Ο Ιησούς μπορεί να είχε επηρεαστεί από ορισμένα φιλοσοφικά κινήματα του καιρού του;

Είναι προφανώς αδύνατο να το αποδείξουμε, επειδή τα Ευαγγέλια δεν κάνουν καμιά νύξη γι’ αυτό. Εγώ όμως λέω πάντα ότι η σκέψη του Ιησού μαρτυρούσε μια συνάντηση, μια σύνθεση του ιουδαϊσμού και του στωικισμού. Ηταν βαθιά ριζωμένη στην ιουδαϊκή παράδοση, την οποία γνώριζε πολύ καλά, αφού ανήκε στο περιβάλλον των μορφωμένων φαρισαίων. Γνώριζε όμως οπωσδήποτε και τη στωική σκέψη. Αφού αναδύθηκε περί το 300 π.Χ., αυτή είχε γίνει στην εποχή του η πιο διαδεδομένη φιλοσοφία, ήταν παρούσα σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ασκούσε σημαντική πνευματική επιρροή στην Ιουδαία. Επειδή οι Εβραίοι γοητεύονταν τότε από την ελληνική σκέψη, μάθαιναν αυτή τη γλώσσα, σύχναζαν σε φιλοσοφικές σχολές. Εκπαιδευμένος στην καρδιά της αρχαίας εβραϊκής σκέψης, ο Ιησούς την ξεπέρασε με τη διδασκαλία του, επαναλαμβάνοντας για λογαριασμό του ορισμένες θεματικές των στωικών: την ισότητα μεταξύ όλων των ανθρώπινων υπάρξεων, την ιδέα μιας οικουμενικής αδελφοσύνης ή εκείνη μιας σωτηρίας που περνάει μέσα από μια προσωπική δέσμευση, από μια αλλαγή ζωής και όχι από μια θρησκευτική μεσολάβηση.

■ Για να μείνουμε στο πεδίο της ελληνικής φιλοσοφίας, θα μπορούσαμε μήπως να πούμε, με όλες τις προφυλάξεις που επιβάλλονται, ότι η μοίρα του Ιησού μοιάζει αρκετά με εκείνη του Σωκράτη;

Τα μηνύματά τους δύσκολα μπορούν να συγκριθούν. Εκπροσωπώντας την αθηναϊκή ολιγαρχική δημοκρατία, ο Σωκράτης είναι ελιτιστής, εκτιμά περισσότερο τους άνδρες από τις γυναίκες, τους καλλιεργημένους ανθρώπους από τους αμαθείς. Η διδασκαλία του Χριστού είναι σαφώς βασισμένη περισσότερο στην αγάπη. Εκτός από το ότι και οι δυο τους είναι πεισμένοι για την αθανασία της ψυχής, είναι δύσκολο να βρούμε αληθινά κοινά σημεία στις διδασκαλίες τους. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι λιγότερο οι συγκλίσεις στη σκέψη τους και περισσότερο εκείνες στον τρόπο της ζωής και της διδασκαλίας τους. Και οι δυο τους είναι νομάδες στοχαστές, που τους αρέσει να είναι στον δρόμο, που δεν κλείνονται σε σχολές όπως πολλοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας. Και οι δυο τους αρνούνται να γράψουν, σαν να πίστευαν ότι ο ζωντανός τους λόγος, που ξέρει να προσαρμόζεται τέλεια σε κάθε συνομιλητή, θα χαραχτεί κάποτε πάνω στο μάρμαρο. Τα πεπρωμένα τους είναι επίσης όμοια: και οι δυο τους καταδικάζονται σε θάνατο από θεσμούς που δεν αποδέχονται τις αλήθειες που κηρύττουν. Και οι δυο τους αποδέχονται την καταδικαστική απόφαση παραμένοντας πιστοί στις ιδέες τους.

■ Πώς, κατά την Αναγέννηση, οι ουμανιστές επαναλαμβάνουν για λογαριασμό τους το μήνυμα του Χριστού;

Μετά τον Πίκο ντέλα Μιράντολα, ο Ερασμος συμβολίζει χαρακτηριστικά αυτό το φαινόμενο. Με τον ειρωνικό του τρόπο, τον τόσο έξυπνο, είναι ένας από τους πρώτους στοχαστές που επιτίθενται μετωπικά στον εκκλησιαστικό θεσμό. Για να το κάνει αυτό, επιστρέφοντας στο κείμενο των Ευαγγελίων ξαναζωντανεύει τη διδασκαλία του Ιησού, την ίδια στιγμή που η Ιερά Εξέταση την ποδοπατάει. Ενώ η Εκκλησία αρνείται στους Ινδιάνους του Νέου Κόσμου την ιδιότητα των ανθρώπινων υπάρξεων, ο Δομινικανός ιεραπόστολος Βαρθολομαίος ντε Λας Κάζας είναι ένας από τους λίγους ιερωμένους που βλέπουν σε αυτούς τους «εν Χριστώ αδελφούς» των Ευρωπαίων. Ο Ερασμος γράφει χαρακτηριστικά: «Βάλε μπροστά σου τον Χριστό ως τον μοναδικό σκοπό όλης της ζωής».

Η εικόνα αλλάζει στον αιώνα του Διαφωτισμού. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα δεν είναι άθεοι. Αυτοί προωθούν μια ντεϊστική φυσική θρησκεία και έρχονται σε ρήξη με τον εκκλησιαστικό θεσμό. Και εδώ ακόμη όμως η έμπνευσή τους προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τα Ευαγγέλια. Ο άνθρωπος οφείλει να ακολουθεί τη συνείδησή του και να λατρεύει τον Θεό στον εσωτερικό ναό του πνεύματός του, ενώ οι θρησκευτικές μεσολαβήσεις είναι δευτερεύουσες. Ο θεμελιώδης λόγος του Διαφωτισμού για την ανεκτικότητα στηρίζεται επίσης σε πολυάριθμες αναφορές στο μήνυμα του Χριστού.

Ο Βολτέρος στην «Πραγματεία για την ανεκτικότητα» (1763) γράφει για παράδειγμα: «Ρωτώ σήμερα αν είναι η ανεκτικότητα ή η μισαλλοδοξία αυτή που προέρχεται από το θείο δίκαιο. Αν θέλετε να μοιάσετε στον Ιησού Χριστό, να γίνετε μάρτυρες και όχι δήμιοι». Το παράδοξο της σκέψης του Διαφωτισμού είναι ότι απελευθερώνει το άτομο και την κοινωνία από τη θρησκεία, ότι προάγει την ελευθερία της συνείδησης, στηριζόμενη εν μέρει στο φιλοσοφικό μήνυμα του Ιησού. […]

Μέλος της
ΕΝΕΔ