Ηγεμονία και δημοκρατία

gramsci-630.jpg

 Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937) Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937)

Συμπληρώθηκαν φέτος 80 χρόνια από τον θάνατο του Ιταλού κομμουνιστή ηγέτη και μεγάλου στοχαστή Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937). Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του ιστορικού της πολιτικής σκέψης και μελετητή του γκραμσιανού έργου Τζουζέπε Βάκα «Modernità alternative. Il Novecento di Antonio Gramsci» (Einaudi, 2017)

[…] Τα βασικά εργαλεία με τα οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί η «αυτοκυβέρνηση» των πολιτών είναι [σύμφωνα με τον Γκράμσι] τα κόμματα και τα συνδικάτα. Και για να κατανοήσουμε το πώς αυτά συγκροτούν τη φυσιολογία των σύγχρονων κοινωνιών, δεν αρκεί να αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία μόνον στην τεχνική-διαδικαστική της όψη, αλλά χρειαζόμαστε και μια «ιστορική-ρεαλιστική» της έννοια, την οποία μπορούμε να «αντλήσουμε» μόνο σε σχέση με την έννοια της ηγεμονίας:

«Μεταξύ των τόσων εννοιών δημοκρατίας, η πιο ρεαλιστική και συγκεκριμένη νομίζω ότι μπορεί να αντληθεί σε σύνδεση με την έννοια της ηγεμονίας. Στο ηγεμονικό σύστημα, υπάρχει δημοκρατία μεταξύ της ηγετικής ομάδας και των καθοδηγούμενων ομάδων στον βαθμό που η ανάπτυξη της οικονομίας, και επομένως η νομοθεσία που εκφράζει αυτήν την ανάπτυξη, ευνοεί τη μοριακή μετάβαση από τις καθοδηγούμενες ομάδες στην ηγετική ομάδα». Δεν νομίζω ότι μπορούμε να παρερμηνεύσουμε αυτές τις έννοιες.

Τζουζέπε Βάκα Ο μελετητής του γκραμσιανού έργου Τζουζέπε Βάκα |

Αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την αντιπαράθεση ανάμεσα σε «τυπική δημοκρατία» και «ουσιαστική δημοκρατία» που έκανε ο διαδεδομένος μαρξισμός. Μπορεί να λεχθεί, όπως υποστήριζαν ορισμένοι Ιταλοί σοσιαλιστές στη δεκαετία του 1970, ότι αυτές αποκλείουν τον πλουραλισμό;

Το ερώτημα είναι ανώφελο και άστοχο. Κατά τον Γκράμσι, το νεότερο κράτος και η πολιτική επιστήμη που γεννιέται μαζί με αυτό αναδύονται όταν στην κοινωνία έχει ήδη διαμορφωθεί ένας πλουραλισμός κοινωνικών τάξεων και ομάδων, οι οποίες, για να μπορέσουν να αναπτυχθούν, πρέπει να ενοποιηθούν εδαφικά. […]

Αν έπειτα περάσουμε στη σύγχρονη εποχή, δεν μπορούν να υπάρχουν αμφιβολίες για τη σκέψη του: η έννοια της ηγεμονίας αντιτίθεται σε εκείνη της δικτατορίας: «Το σύγχρονο κράτος αντικαθιστά τον μηχανικό συνασπισμό των κοινωνικών ομάδων με μια καθυπόταξή τους στην ενεργητική ηγεμονία των κυρίαρχων και ηγετικών ομάδων, και επομένως καταργεί ορισμένες αυτονομίες, οι οποίες όμως αναγεννώνται με άλλη μορφή, όπως κόμματα, συνδικάτα, ενώσεις κουλτούρας.

Οι σύγχρονες δικτατορίες καταργούν νομικά και αυτές τις νέες μορφές αυτονομίας και προσπαθούν να τις ενσωματώσουν στην κρατική δραστηριότητα: η νομική συγκέντρωση όλης της εθνικής ζωής στα χέρια της κυρίαρχης ομάδας γίνεται “ολοκληρωτική”». Το θέμα εισάγει στη μελέτη των ολοκληρωτικών καθεστώτων που υπήρχαν στην Ευρώπη στον Μεσοπόλεμο: του φασισμού, του σταλινισμού και του ναζισμού. Δεν μπορούμε όμως να εντάξουμε τον Γκράμσι στους θεωρητικούς του «ολοκληρωτισμού».

Και τα τρία αυτά καθεστώτα βασίζονται σε ένα μοναδικό κόμμα και στην ταύτισή του με το κράτος· αλλά αντιπαρατίθενται και για να τα κατανοήσουμε δεν μπορούμε να περιοριζόμαστε στην καταγραφή των θεσμικών αναλογιών. Ο Γκράμσι θεωρεί «οπισθοδρομικά» τα φασιστικά καθεστώτα και «προοδευτικό» το σοβιετικό κράτος· δεν εγκρίνει ωστόσο τον σκελετό του.

Κατά τον Γκράμσι, η δικτατορία, όποια και αν είναι η κυρίαρχη τάξη, είναι έκφραση ανικανότητας για ηγεμονία, αντιπροσωπεύει μια «πρωτόγονη» μορφή της πολιτικής, που αντιστοιχεί σε μια «οικονομική-συντεχνιακή» φάση της κυρίαρχης ομάδας και δεν είναι μόνον παθολογική αλλά και υποχρεωτικά προσωρινή. […] Δεν υπάρχει επομένως ηγεμονία χωρίς δημοκρατία, ούτε μπορεί να υπάρχει δημοκρατία αν η «κανονική» άσκηση της ηγεμονίας διακόπτεται ή υπονομεύεται.

Η προϋπόθεση της δημοκρατίας είναι ο πλουραλισμός (όχι μόνον των κοινωνικών ομάδων αλλά και των οικονομικών και πολιτικών οργανώσεών τους) των σύγχρονων κοινωνιών· η ανάπτυξη της υποκειμενικότητας από το «οικονομικό-συντεχνιακό» στο «ηθικό-πολιτικό» προϋποθέτει την άρθρωση μεταξύ «πολιτικής κοινωνίας» και «κοινωνίας πολιτών»· η ίδια η πολιτική είναι αντιπροσώπευση, και όχι μόνον απόφαση, και αποτελείται από επικοινωνία μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, ηγετών και καθοδηγούμενων.

Ο Γκράμσι επομένως δεν μπορεί να εξομοιώνεται με τους επικριτές της δημοκρατίας, ούτε να θεωρείται εχθρικός ή αδιάφορος προς αυτήν, όπως υπήρξε σχεδόν όλο το κομμουνιστικό κίνημα στη διάρκεια της σύντομης ιστορίας του. Η κριτική του Γκράμσι δεν στρέφεται εναντίον της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά αποβλέπει αντίθετα στο να καταστήσει την αντιπροσωπευτική αρχή πιο συνεκτική και ελεύθερη από οικονομικές εξαρτήσεις. […]

Η κριτική του σοβιετικού κομμουνισμού διαπερνά το υφάδι των «Τετραδίων της φυλακής» και νομίζω ότι, αν ανασυγκροτούσαμε λεπτομερειακά το πρόγραμμα έρευνας του Γκράμσι, θα προέκυπτε ότι είναι το κύριο κίνητρό του. Οπως πολλές φορές υπογραμμίσαμε, ο Γκράμσι θεωρεί την ΕΣΣΔ μια «πρωτόγονη», «οικονομικο-συντεχνιακή» μορφή εργατικού κράτους.

Πράγματι, επαναλαμβάνοντας τον κεντρικό λόγο της κριτικής που άσκησε στις αντιπολιτεύσεις με την επιστολή του προς την Κεντρική Επιτροπή του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος τον Οκτώβριο του 1926, θεωρεί φανερή εκδήλωση «οικονομισμού» το ότι δεν κατανοούσαν πως, για να διευθύνουν όλη την κοινωνία, είναι αναγκαίο «η ηγετική ομάδα να κάνει θυσίες οικονομικού-συντεχνιακού χαρακτήρα».

Ο «αγροτικός πόλεμος» έχει επομένως μοιραίες συνέπειες για το σοβιετικό κράτος και καταδεικνύει ότι η σταλινική ηγετική ομάδα έχει μια στρατιωτική αντίληψη για την πολιτική. Ο Γκράμσι υπογραμμίζει πάνω απ’ όλα τον αναχρονισμό αυτής της αντίληψης, επειδή στην εποχή του «πολέμου θέσεων» το καθαυτό στρατιωτικό στοιχείο έχει υποκατάστατη και δυνητική αξία (η δύναμη των όπλων έχει κυρίως αποτρεπτική αξία).

Η στρατιωτικοποίηση όμως της πολιτικής φανερώνει και μιαν άλλη μορφή του «οικονομισμού»: αυτή αφορά τις «λεγόμενες θεωρίες της αδιαλλαξίας», που χαρακτηρίζονται από την «άκαμπτη από θέση αρχής αποστροφή τους προς τους λεγόμενους συμβιβασμούς, η οποία έχει ως εξαρτημένη εκδήλωση εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε “ο φόβος των κινδύνων”».

Σημειώνει ο Γκράμσι: «Το ότι η από θέση αρχής αποστροφή προς τους συμβιβασμούς συνδέεται στενά με τον οικονομισμό είναι σαφές, στον βαθμό που η αντίληψη πάνω στην οποία βασίζεται αυτή η αποστροφή δεν μπορεί να είναι άλλη από τη σιδερένια πεποίθηση ότι υπάρχουν για την ιστορική ανάπτυξη αντικειμενικοί νόμοι του ίδιου χαρακτήρα με τους φυσικούς νόμους».

Αυτή επομένως συνεπάγεται «την πεποίθηση μιας μοιρολατρικής τελεολογίας παρόμοιας με τη θρησκευτική», που ματαιώνει «κάθε εθελούσια πρωτοβουλία που τείνει στην προετοιμασία των συνθηκών της επιτυχίας με βάση ένα σχέδιο». Από πρώτη άποψη, η κριτική στις «λεγόμενες θεωρίες της αδιαλλαξίας» είναι αναδρομική, στον βαθμό που αναφέρεται στις αντιλήψεις του Μπορντίγκα, τις οποίες ο Γκράμσι είχε νικήσει στα χρόνια 1924 έως 1926.

Είναι όμως γνωστό ότι στη «στροφή» του 1930 αυτός διέβλεπε μια πτώση ολόκληρου του κομμουνιστικού κινήματος σε εκείνες τις θέσεις. Επομένως, ο στόχος του ήταν ο Στάλιν. Η στρατιωτικοποίηση αφορά τόσο την εσωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ όσο και την Κομμουνιστική Διεθνή, η οποία ήδη είχε υποδουλωθεί στον Στάλιν.

Ο Γκράμσι κάνει αναφορά στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πιθανότατα έχει στον νου του και τη γερμανική κατάσταση. Η «στροφή» του 1930, η πολιτική «τάξη εναντίον τάξης», θεωρείται αιτία «συλλογικών καταστροφών» και «ανώφελων θυσιών». […]

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας