Η δυστοπία του μέλλοντος είναι ήδη εδώ

vivlio.jpg

ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ  «Πόλη χωρίς θεούς»  Μυθιστόρημα  Μεταίχμιο, 2016  Σελ. 308 ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ «Πόλη χωρίς θεούς» Μυθιστόρημα Μεταίχμιο, 2016 Σελ. 308

Η τρέχουσα κρίση και οι πολλαπλές επιπτώσεις της κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο. Πληθώρα πολιτικών, οικονομικών και εν γένει κοινωνιολογικών βιβλίων και μελετών προσπαθούν να κατανοήσουν τα αίτιά της και να συγκροτήσουν μια διέξοδο από αυτήν.

Η κρίση όμως επιδέχεται και άλλες προσεγγίσεις και αναγνώσεις. Η λογοτεχνία, αίφνης, μπορεί να βρει σ’ αυτήν ένα πεδίο ισχυρής έμπνευσης και άσκησης. Με τους δικούς της αφηγηματικούς τρόπους και την ελευθερία και τη φαντασία της μυθοπλαστικής διαπραγμάτευσης, έχει τη δυνατότητα να συλλάβει και να αποδώσει την τρέχουσα οδυνηρή οικονομική, κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση και την ατομική και συλλογική της πρόσληψη.

Ο Μάκης Καραγιάννης, στο τρίτο του μυθοπλαστικό βιβλίο, μετά από μια συλλογή διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα, επιχειρεί να προσεγγίσει σφαιρικά την κρίση. Στο μυθιστόρημά του «Πόλη χωρίς θεούς», η κρίση δεν είναι μόνο το φόντο της αφήγησης αλλά και ο κινητήριος μοχλός της. Αυτή υπαγορεύει τις κινήσεις των ηρώων της και καθορίζει την κατάστασή τους.

Χώρος εκτύλιξης της εξιστόρησης είναι μια μεγάλη πόλη, η οποία δεν κατονομάζεται, έχει φανταστικές οδούς και τοποθεσίες και παραπέμπει μάλλον σε μια σύνθεση της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ο χρόνος της είναι μελλοντικός, με πολλά ευδιάκριτα στοιχεία του παρόντος.

Ο Φώντας, ένας βιοτέχνης ρούχων, είναι ο βασικός ήρωάς της. Είναι ο τυπικός φορέας ενός συγκεκριμένου τρόπου μικροπαραγωγής που άνθησε στην Ελλάδα τις περασμένες δεκαετίες αλλά η έκρηξη της παγκοσμιοποίησης και η εγχώρια τρέχουσα κρίση τον κατέστρεψαν οριστικά. Ο συγγραφέας αποτυπώνει σχεδόν με ακρίβεια όχι μόνο τις οικονομικές δραστηριότητες και αντιλήψεις του ήρωά του αλλά και τη συνολική του στάση ζωής.

Η τυπική μικροαστική έπαρση του αυτοδημιούργητου, η αδυναμία του να κατανοήσει τις επερχόμενες αλλαγές, οι χαοτικές οικονομικές και διαχειριστικές πρακτικές του, η εκμετάλλευση της «μαύρης» εργασίας, η υποταγή του στον εύκολο δανεισμό, ο νεοπλουτίστικος και ο όλος τρόπος ζωής αναδεικνύονται όχι από έναν «εξωτερικό» περιγραφικό λόγο του αφηγητή αλλά από την ίδια τη μυθοπλαστική ανέλιξη.

Μαζί του είναι η νοικοκυρά γυναίκα του, παθητική και παραιτημένη πλέον, αλλά δέσμια και αυτή των μικροαστικών ιδεολογιών της κοινωνικής ανόδου, με σημαντικό μερίδιο ευθύνης σ’ αυτόν τον τρόπο ζωής.

Η κόρη, τέλος, μια αδιάφορη φοιτήτρια, εμφανίζεται πνιγμένη στην όλη συνθήκη ζωής της οικογένειας και εξεγείρεται διά της φυγής από το σπίτι. Η αφήγηση ακολουθεί κυρίως τον Φώντα στις κινήσεις, στις συμπεριφορές και στις επαφές του, αλλά και την κόρη του στις δικές της και συνθέτει έτσι μια πανοραμική εικόνα της ζωής στην πόλη της κρίσης και των πολλών συμβάντων σ’ αυτήν.

Αυτό που κυριαρχεί βέβαια είναι η πτώση του χρεοκοπημένου Φώντα, όπως εκδηλώνεται με τη σταδιακή έκπτωση από όλες τις ιδιότητές του, ακόμα και του πατέρα, την απώλεια κάθε ηθικής αναστολής απέναντι στη βία, την κάθοδό του στην προσωπική και στην κοινωνική κόλαση.

Σκιαγραφούνται αδρά η παρακμή της βιοτεχνίας του, η αγωνία για τα χρέη του, οι μάταιες προσπάθειες είσπραξης των οφειλομένων, η αναζήτηση από μέρους του μιας ερωτικής και ανθρώπινης συμπόνιας, ακόμα και πληρωμένης.

Περιγράφεται ζωντανά η ιδιαίτερη εκμετάλλευση των μεταναστών και η άσκηση κάθε είδους βίας εις βάρος τους μετά τις απελπισμένες συμπεριφορές τους και τα ματαιωμένα τους όνειρα. Προβάλλεται η εμφάνιση της ρατσιστικής βίας εναντίον των μεταναστών αλλά και των αστέγων και των εξωθημένων στο περιθώριο.

Η ερωτική σχέση δε της κόρης του Φώντα με έναν νεαρό άνεργο, αναρχικών και μηδενιστικών απόψεων, δίνει την ευκαιρία στην εξιστόρηση, πέρα από την αναφορά στις ακραίες ριζοσπαστικές και ιδιαίτερα απλοϊκές ιδέες που αναπτύσσονται, να αποτυπώσει τις διαδηλώσεις, τις συγκρούσεις με τις μονάδες καταστολής και τις πιο δυναμικές και βίαιες ενέργειες.

Η ίδια αυτή κόρη όμως, με τις επιλογές της, αναδεικνύει και την ανθρωπιστική ακτιβιστική δράση που αναπτύσσεται υπέρ των αστέγων. Ενας τέτοιος περιφερόμενος άστεγος καταλήγει και ο Φώντας όταν χρεοκοπεί οριστικά και χάνει την επιχείρηση, την οικογένεια και το σπίτι του. Ζει από τα συσσίτια και συναναστρέφεται με ανθρώπους που βρίσκονται στην ίδια θέση μ’ αυτόν.

Ο Καραγιάννης περιγράφει την κόλαση του Φώντα και των άλλων αστέγων με εκπληκτική πειστικότητα και ενάργεια. Ιχνογραφεί σχεδόν έναν πίνακα του Ιερώνυμου Μπος, όπου οι άνθρωποι, απεκδυόμενοι πλέον κάθε ιδιότητά τους, προσπαθούν να επιβιώσουν με οποιονδήποτε τρόπο. Η μυθοπλαστική αυτή ανάπτυξη των διαφόρων συμβάντων και καταστάσεων δεν είναι αυθαίρετη ούτε ασύνδετη, αλλά υπακούει σε μια συγκεκριμένη αφηγηματική οικονομία και τάξη.

Ολα αυτά εκτυλίσσονται στην πόλη της κρίσης, η οποία αναπαρίσταται εξαιρετικά και με έντονο τον ζόφο που αναδίδει. Τα κλειστά καταστήματα, οι ρημαγμένες κατασκευές, η αποσύνθεση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας, οι κατεστραμμένοι άνθρωποι, η έκδηλη φτώχεια, η πανταχού παρούσα βία όλων εναντίον όλων, η γενικευμένη μιζέρια και παρακμή συνθέτουν την εικόνα της, η οποία συμπληρώνεται συμβολικά με μια επιδρομή κατσαρίδων που κατακλύζουν όλους τους χώρους.

Δανειζόμενος ο συγγραφέας και στοιχεία από μελλοντολογικά μυθιστορήματα και κινηματογραφικά έργα, δημιουργεί στο εσωτερικό της πόλης την Απαγορευμένη Πόλη, τη φρουρούμενη συνοικία των πλουσίων και των ισχυρών, από την οποία αποκλείονται οι φτωχοί και οι απελπισμένοι. Η πόλη της αφήγησης λειτουργεί πλήρως ως μεταφορά της κοινωνίας και της χώρας της σαρκοβόρας κρίσης.

Ο Καραγιάννης πετυχαίνει σχεδόν απόλυτα τους στόχους του. Γράφει ένα σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα, με στρωτή γλώσσα και σχετικά παραδοσιακούς αφηγηματικούς τρόπους, διαπλάθει πειστικούς και ζωντανούς χαρακτήρες, δεν υποκύπτει στον ελκυστικό καταγγελτικό λογοτεχνίζοντα λαϊκισμό, ούτε αφήνεται, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, στη δοκιμιακού τύπου επεξήγηση των εξιστορούμενων. Η μυθιστορηματική σύνθεση που συγκροτεί τελικά είναι μια ευκρινέστατη προβολή του κοντινού δυστοπικού μέλλοντος στο ήδη εφιαλτικό παρόν.