Η διείσδυση της Ακροδεξιάς στο κράτος

lathos.jpg

Η εκκλησία, είναι ο θεσμός ο οποίος είναι λιγότερο «προσεκτικός» αναφορικά με τη σχέση του με την Ακροδεξιά | Μ. ΦΑΪΣ

Με δεδομένο ότι το προσεχές διάστημα η ελληνική δικαιοσύνη θα κληθεί να αποφανθεί για την υπόθεση των προφυλακισμένων, με την κατηγορία της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, βουλευτών και στελεχών της Χρυσής Αυγής (Χ.Α.), το θέμα της σχέσης μεταξύ ελληνικού κράτους και Ακροδεξιάς αποκτά, ξανά, ιδιαίτερη σημασία. Η συγκεκριμένη σχέση είναι διαχρονική και πολλαπλώς επιβεβαιωμένη, με πιο πρόσφατη ένδειξη τα ποσοστά της Χ.Α. μεταξύ των αστυνομικών στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, όπου, σύμφωνα με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, η Χ.Α. συγκέντρωσε τουλάχιστον 40% των ψήφων.

Στην εισαγωγή του στον παρόντα συλλογικό τόμο ο Δημήτρης Χριστόπουλος αναφέρεται διεξοδικά στα «δυναμικά ειδύλλια» μεταξύ Ακροδεξιάς και εξουσίας. Η μαγιά αυτής της συνύπαρξης είναι, βέβαια, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός και ο σεξισμός, στοιχεία που δεν σταμάτησαν να είναι παρόντα στον δημόσιο λόγο, και μάλιστα εντατικοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια λόγω του μεταναστευτικού, της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και της οικονομικής κρίσης. Αντίστοιχα, ο Δημήτρης Κουσουρής, στο κείμενό του για το φασιστικό φαινόμενο στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα, αναφέρει ότι οι στιγμές ανάδυσης του φασισμού στη χώρα ήταν πάντα συνδεδεμένες με διεθνείς κρίσεις, ενώ ανατρέχει σε φασίζουσες οργανώσεις όπως η «Χ», καθώς και στον κεντρικό ρόλο του στρατού στη μετεμφυλιοπολεμική περίοδο.

Στην ξεχωριστή ανάλυσή του για τη σχέση Ακροδεξιάς και Αστυνομίας, ο Χριστόπουλος προσθέτει τη συσχέτιση μεταξύ νεαρού της ηλικίας και χαμηλού ιεραρχικού βαθμού των αστυνομικών από τη μια μεριά και συμπάθειας προς την Ακροδεξιά από την άλλη: όσο πιο νεαροί σε ηλικία και όσο πιο χαμηλόβαθμοι τόσο περισσότερο ακροδεξιοί και ανεκτικοί απέναντι σε περιστατικά ρατσιστικής βίας. Βέβαια, τονίζεται ότι πρόκειται μάλλον για μια ρευστή παρά για μια παγιωμένη κατάσταση: σε καμιά περίπτωση τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η Αστυνομία είναι παραδομένη ή πρέπει να παραδοθεί στον δεξιό εξτρεμισμό.

Για τον στρατό, ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος υπογραμμίζει ότι πλήρης αποχουντοποίηση δεν έγινε ποτέ και ότι τα περίφημα «σταγονίδια» εξακολουθούν να υπάρχουν, κάνοντας σε αρκετές περιπτώσεις την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Πέραν αυτού, σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια τάση ενίσχυσης της «αστυνομικής» λειτουργίας του στρατού, τόσο με τον ρόλο του σε απεργίες όσο και με ειδικές ασκήσεις αντιμετώπισης εξεγέρσεων. Σε κάθε περίπτωση, το ακροδεξιό ρεύμα απέχει πολύ από το να είναι κυρίαρχο εντός του στρατού και μάλλον οι ένοπλες δυνάμεις είναι ο φορέας όπου το πρόβλημα υπό συζήτηση είναι λιγότερο έντονο σήμερα, παρά τα ανησυχητικά περιστατικά που έχουν δει κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας.

Η εκκλησία, από την άλλη, είναι ο θεσμός ο οποίος είναι λιγότερο «προσεκτικός» αναφορικά με τη σχέση του με την Ακροδεξιά. Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου σημειώνει στο κείμενό του ότι οι δεσμοί της εκκλησίας με την Ακροδεξιά είναι παραδοσιακοί, ενώ η εκκλησία υπήρξε ιδεολογικός στυλοβάτης της χούντας. Ακόμα και ο «μοντέρνος» αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δεν φειδόταν ύμνων για τον Στυλιανό Παττακό. Η σχέση τμημάτων της εκκλησίας ειδικά με τη Χ.Α. είναι, βέβαια, σχετικά καινούργια και ενισχύθηκε κυρίως μετά τα γεγονότα του θεάτρου «Χυτήριο» και της παράστασης «Corpus Christi».

Αφήνουμε τελευταίο τον θεσμό της δικαιοσύνης, τόσο λόγω της επικαιρότητας της επικείμενης δίκης, όσο και γιατί, όπως σημειώνεται στον επίλογο του τόμου, αποτελεί την πιο κρίσιμη περίπτωση, λόγω της αυτονομίας της και του μεγάλου θεσμικού της εκτοπίσματος.

Στο κείμενο για τη δικαιοσύνη, η Κλειώ Παπαντολέων, βασισμένη και σε εμπειρική έρευνα σε δικαστές, αναδεικνύει τον συντονισμό του βηματισμού μεταξύ του κράτους και ενός κυρίαρχου ρατσιστικού λόγου από τη μια μεριά και της αντίστοιχης κουλτούρας μεταξύ ορισμένων δικαστών από την άλλη.

Αναφέρει εκεί διάφορα παραδείγματα, όπως την απαλλακτική πρόταση του εισαγγελέα για τον Κασιδιάρη για την υπόθεση ξυλοδαρμού στην Πανεπιστημιούπολη, την υπόθεση των οροθετικών ιερόδουλων, τη δίκη του Κωνσταντίνου Πλεύρη, τη δικαστική ατιμωρησία σε αρκετά περιστατικά αστυνομικής βίας, αλλά και τις υποθέσεις βλασφημίας.

Κεντρική είναι εδώ η ιδέα ότι η δικαστική αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων δεν είναι ουδέτερη, αλλά διαμορφώνει ευρύτερες ηθικές αντιλήψεις περί του τι είναι ανεκτό και δίκαιο σε μια κοινωνία. Και το τελευταίο είναι εξόχως κρίσιμο εν όψει της δικαστικής αντιμετώπισης της Χ.Α. που θα απασχολήσει την επικαιρότητα το επόμενο διάστημα.

Μέλος της
ΕΝΕΔ