Ενα ερωτικό μυθιστόρημα που διεκδικεί την επιστροφή απωθημένων επιθυμιών

Με δεδομένη την εγγενή αυθαιρεσία και τον ιμπρεσιονισμό της κριτικής ματιάς, προσπαθώντας να αποτυπώσω την προσωπική μου ανάγνωση του καινούργιου μυθιστορήματος της Χαράς Κοσεγιάν, «Ναϊρί» (εκδ. Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2016), ελπίζοντας να μην παραβιάζω την προθετικότητά του, ξεκινώ από την ερμηνευτική πυξίδα του τίτλου.

Ναϊρί, που είναι το ασσυριακό όνομα της Αρμενίας για τους πρωτοαρμένιους, σημαίνει κίνηση και συνάντηση των νερών, ενώ το συμπυκνωμένο σημειωτικό του βάρος αποκαλύπτεται σταδιακά καθώς οι ζωές των ηρώων διασταυρώνονται αξεδιάλυτα και υφαίνουν ένα παλίμψηστο από μνήμες, από θαμμένες στο παρελθόν ιστορίες και από σύγχρονες αναφορές στην αναγνωρίσιμη επικαιρότητά μας ή στην προσωπική τους συγχρονία.

Το σίγουρο είναι ότι διαφαίνεται η αλληλεπιδραστική σχέση, άμεση ή έμμεση, της δημόσιας σφαίρας και ιστορίας με την προσωπική τους ζωή, καθώς ο τροχός της ιστορίας στην κίνησή τους αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στις ατομικές τους ιστορίες.

Στο Ναϊρί, οι μικροϊστορίες διαχεόμενες μέσα στη μακροϊστορία αποτελούν κομμάτια του ιστορικού παζλ στο γεμάτο εναλλαγές τοπίο της γραφής της Χαράς Κοσεγιάν και στο κατ’ αναλογία δύσβατο της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου.

Μέσα από τη διήγηση, η μνήμη εκμηδενίζει την απόσταση που τη χωρίζει από το παρελθόν και αποκτά παροντική ποιότητα.

Η αφαιρετική έννοια της ιστορίας ανεξάρτητης από το ανθρώπινο υποκείμενο καταρρίπτεται και η ιστορία μετατρέπεται σε ένα δίκτυο βιωμένων νοημάτων καθημερινών ανθρώπων, που εκδιπλώνονται σε εσωτερικούς μονολόγους.

Το αφηγηματικό σκηνικό βάθος χτίζεται σε τρία διαφορετικά ιστορικά επίπεδα, τα οποία διαπλέκονται μέσα από τις αναδρομές ή τον σχολιαστικό λόγο των προσώπων.

Από τη μία, στοιχεία από τη ματωμένη ιστορία του κατατρεγμού και της εξαπάτησης των Αρμενίων· από την άλλη, η γεμάτη πληγές ιστορία της Κύπρου από την αποικιοκρατία ώς την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα, τον ρόλο της χούντας και τον «Αττίλα»· και τέλος, η πρόσφατη επικαιρότητα, τόσο η θλιβερή ελληνική, της παγκοσμιοποίησης, των μνημονίων, της αλλοτρίωσης και των αδιέξοδων, όσο και εκείνη της κυπριακής πολιτείας.

Ολα διαπλέκονται και παρουσιάζονται άλλοτε με κριτικό αποστασιοποιημένο λόγο και άλλοτε με βιωματική συγκινησιακή ανάλυση που επιτρέπει μεγάλη γκάμα προσεγγίσεων, από τον προβληματισμό μέχρι την ταύτιση.

Το έργο αντιστέκεται στην αυστηρή ειδολογική κατάταξη.

Η αμφισημία της γραφής μεταξύ ποίησης και λογοτεχνίας, η ταλάντευση μεταξύ δράσης και στοχασμού συνθέτουν μια υβριδική μορφή που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και πολυειδία, κινούμενη από το φιλοσοφικό δοκίμιο έως το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, το αισθηματικό και κοινωνικό μυθιστόρημα, του μυστηρίου και του σασπένς.

Αντίστοιχα, στον μυθιστορηματικό κόσμο της Κοσεγιάν οι σαφείς διακρίσεις ανάμεσα στον συγγραφέα ως φυσικό πρόσωπο, υπονοούμενο και αφηγητή καταργούνται, και οι τρεις υποστάσεις του γράφοντος συχνά συγκλίνουν συνηχώντας σε έναν λόγο αξεδιάλυτα συνυφασμένο από στοιχεία και των τριών οπτικών, ενισχυμένα συχνά και από τη φωνή του ήρωα, σφραγισμένη από την προσωπική της κοσμοθεωρία, έτσι που να επιτυγχάνεται αρμονική συγχώνευση των αφηγηματικών φωνών.

Η ωριμότητα της επεξεργασίας των καταστάσεων από πλευράς των μυθιστορηματικών προσώπων φέρει αναντίρρητα την αύρα της στιβαρής συγγραφικής περσόνας.

Στο «Ναϊρί» η Χ.Κ. πειραματίζεται με την πολυεστιακή αφήγηση δύο πρωτοπρόσωπων αφηγητριών, της δημοσιογράφου Λυδίας και της νεαρής Γαλλο-αρμένισσας, Ντενίζ, που συναντιούνται ως εισηγήτριες σε συνέδριο γλωσσολογίας.

Αυτό, σε συνδυασμό με μια τριτοπρόσωπη ψυχοαφήγηση, επιτρέπει τη διείσδυση στην ψυχολογία και στα κίνητρα και των υπόλοιπων προσώπων.

Παραπέρα διακρίνουμε έναν ευαίσθητο γυναικείο ψυχισμό, που επιμερίζεται και διαχέεται στις επινοημένες περσόνες επιτρέποντας τη σχεδόν διαφανή θέαση του εσωτερικού κόσμου, διαποτισμένη και εκείνη από τη χαρακτηριστική λυρική ροπή της συγγραφέως.

Ως προς τη γλώσσα, ο λόγος δεν είναι αφηγηματικά ευθύγραμμος, αλλά παραγωγικά τεθλασμένος και πολυστρωματικός.

Η αφήγηση αναπτύσσει διαρκώς φυγόκεντρες τάσεις, περιπλανώμενη σε διάφορα θεματικά κέντρα, ενώ καθώς στρέφεται στο β' πρόσωπο, η απευθυνσιμότητα του λόγου προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη να τοποθετηθεί κριτικά.

Παρά τις όποιες κλιμακώσεις και περιπλοκές, όμως, η αφηγηματική πορεία διαγράφει μια καθαρή καμπύλη που κατατείνει στην εκτόνωση των παθών και την αποκατάσταση του δικαίου, στην ανάδειξη του έρωτα ως μέσου εξαγνισμού, κάθαρσης και μεταρσίωσης της καθημερινότητας σε πραγματική ζωή, την εξύμνηση της αγάπης, της ανθρωπιάς και της κατανόησης ως μοναδικής επιλογής σε έναν κόσμο παραλογισμού και παιχνιδιών εξουσίας.

Ετσι, το «Ναϊρί» είναι πάνω από όλα ένα ερωτικό μυθιστόρημα που διεκδικεί λυτρωτικά την επιστροφή από την εξορία των απωθημένων επιθυμιών, ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει την ευρυμάθεια της συγγραφέως, τις προσωπικές επιστημονικές ή καλλιτεχνικές της αναζητήσεις, τη φιλολογική της εμβρίθεια, το βαρύ πληροφοριακό υλικό που διασπείρεται στην αφηγηματική ροή και αποκαλύπτει την ταυτότητά της.

*δρ Ελληνικής Λογοτεχνίας

Μέλος της
ΕΝΕΔ