«Εγώ κι ο θάνατός μου»

Μ’ αυτόν τον τίτλο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ροές το βιβλίο που υπογράφει ο Αλέξανδρος Βέλιος και θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα: Αν μπορεί ο θάνατος να είναι προσωπική επιλογή του καθένα μας, να αποφασίζουμε οι ίδιοι την κατάλληλη στιγμή και να έχουμε τη σωστή επαγγελματική βοήθεια, ώστε να μην υποχρεωθούμε να περάσουμε τις δυσκολίες της αυτοκτονίας μόνοι, αυτοσχεδιάζοντας και με κίνδυνο να αποτύχουμε.

Ο συγγραφέας ασχολείται με το θέμα του πόνου. Οταν η αρρώστια εξελίσσεται έτσι ώστε ο πόνος να γίνεται ανυπόφορος, να χρειάζονται όλο και περισσότερα φάρμακα, όλο και πιο ανίσχυρα απέναντί του, ενώ ταυτόχρονα ο ασθενής έχει τη διαύγεια για να αντιλαμβάνεται αυτό το τρομερό που τον περιμένει.

Ξέρει δηλαδή ότι ο πόνος θα συνεχίσει για όσον καιρό τα ζωτικά του όργανα συνεχίσουν να λειτουργούν, προδίδοντάς τον χαιρέκακα: είσαι λιώμα, υποφέρεις αδιάκοπα, αλλά η καρδιά εκεί, δεν παύει να χτυπάει ώστε να σου χαρίσει επιτέλους τον λυτρωτικό θάνατο, ο εγκέφαλος απτόητος, δίνει σωστά όσες εντολές χρειάζονται για να συνεχίσεις να αναπνέεις και να πονάς.

Μπορεί, όμως, και να μην πονάς. Μπορεί να έχεις χάσει τη δυνατότητα να νιώθεις οτιδήποτε, ακόμα και τον πόνο. Μπορεί να είσαι για χρόνια κατάκοιτος σε ένα κρεβάτι, να τρέφεσαι με σωληνάκια και με ορούς, να μην έχεις τον έλεγχο καμιάς από τις λειτουργίες σου, να μην αναγνωρίζεις κανέναν, ούτε σύντροφο ούτε παιδιά, ούτε καν το άτομο που σε φροντίζει καθημερινά.

Μπορεί να μην ξέρεις πια αν είναι μέρα ή νύχτα, αν κάνει κρύο ή ζέστη, αν οι άλλοι γύρω σου υπάρχουν ή όχι. Δεν χαίρεσαι, δεν λυπάσαι, δεν αναστατώνεσαι, δεν ελπίζεις, δεν υποφέρεις. Κι αυτή η ρημάδα η καρδιά σε κρατάει μετέωρο σε μια κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, για έναν ατέλειωτο χρόνο απόλυτης απραξίας.

Ο γύρω κόσμος, οι αληθινά ζωντανοί φτιάχνουν και χαλάνε σχέσεις, κάνουν σχέδια, πηγαινοέρχονται φουριόζοι στις δουλειές τους. Κι εσύ είσαι μια από τις δουλειές τους.

Σε φροντίζουν, σε τρέφουν, σε καθαρίζουν. Συχνά πονάνε για σένα. Μερικές φορές σε ξεχνάνε για λίγο, γιατί η ζωή γύρω τους τρέχει με ταχύτητες που δεν φτάνουν μέχρι το δικό σου ακίνητο δωμάτιο. Συχνά σκέφτονται τον θάνατό σου.

Συνήθως τον απεύχονται. Νομίζουν ότι αν σ’ έχουν εκεί, σ’ ένα κρεβάτι, στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, σε έχουν πραγματικά. Ομως δεν έχουν εσένα. Εχουν ένα κουφάρι που τυχαίνει να ζει και να αναπνέει ακόμα. Θέλει πολλή δύναμη για να ευχηθούν τον θάνατό σου κι ας ξέρουν πως στον άνθρωπο που υπήρξες κάποτε δεν αξίζει αυτή η επίφαση ζωής.

Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για το τέλος; Αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Σε πολλές χώρες του κόσμου, συνηθίζεται οι ασθενείς στα τελικά στάδια να ορίζουν ότι δεν θέλουν μηχανική υποστήριξη για να συνεχίσουν να ζουν.

Με διαφορετικές σε κάθε τόπο διαδικασίες, υπογράφονται τα σχετικά έγγραφα, και στο κρεβάτι του αρρώστου μπαίνει μια σήμανση – για να τη λάβουν υπόψη τους γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και οι οικείοι του, όταν ο ίδιος έχει βαρύνει τόσο ώστε να χρειάζεται μηχανική υποστήριξη για να επιζήσει. Σε μας εδώ δεν έχει τεθεί ποτέ τέτοιο θέμα. Το συνηθισμένο μότο γιατρών, ασθενών και συγγενών είναι ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Υπάρχουν πολλά ηθικά και νομικά ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν όταν τίθεται το ερώτημα της ευθανασίας. Με το τολμηρό του βιβλίο, ο Αλέξανδρος Βέλιος κάνει μια αρχή. Χωρίς υποκρισία και χωρίς στείρους συναισθηματισμούς, υποστηρίζει, η κοινωνία οφείλει να αναγνωρίσει στους ανθρώπους το δικαίωμα να ζήσουν ο καθένας τη ζωή που θέλει. Και να τους επιτρέψει να πεθαίνουν με αξιοπρέπεια, όσο ακόμα μπορούν να αποφασίζουν μόνοι για τον εαυτό τους.