Εφημερεύον φαρμακείο

Καλοκαίρι - δέκα βλέμματα

Για έκτη συνεχή χρονιά, φιλοξενούμε πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δέκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας και αφηγηματικής ροπής, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες επίμενουν τόσο στην κριτική πυξίδα όσο και στη λογοτεχνική απόλαυση). Μετά τη Βασιλική Ηλιοπούλου, τον Δημήτρη Φιλιππίδη, τον Παντελή Μπουκάλα, τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, τον Γιάννη Γορανίτη, τη Μαρία Στασινοπούλου, την Ξένια Κουναλάκη, τον Δημήτρη Καρακίτσο, τη Μυρσίνη Γκανά το νήμα ξετυλίγει, κλείνοντας και τη φετινή διηγηματογραφική σειρά, ο Χρίστος Κυθρεώτης (βιβλιοκριτικός του Ανοιχτού Βιβλίου, κριτικός στην επιτροπή βραβείων του «Αναγνώστη», αλλά και βραβευμένος πεζογράφος).

Καλό φθινόπωρο, λοιπόν, αναμένοντας τη νέα βιβλιογραφική παραγωγή και φέτος…

Ηταν το καλοκαίρι που ανατέθηκαν στην Ελλάδα οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ημουν τότε δεκαοχτώ χρονών, ετοιμαζόμουν να σπουδάσω στη νομική. Είχα σημειώσει την ψηλότερη επίδοση στον νομό μας και μία από τις τοπικές εφημερίδες της Αρτας φιλοξενούσε συνέντευξή μου. Η συνέντευξη είχε τίτλο «Τα νιάτα της πόλης μας αριστεύουν» και ο πατέρας μου είχε κρατήσει την εφημερίδα όλο το καλοκαίρι, ανοιχτή στην επίμαχη σελίδα.

Υπήρχε και φωτογραφία – ένα πορτρέτο όπου τα χαρακτηριστικά μου ξεχώριζαν σε διαφορετικές αποχρώσεις του μαύρου, θυμίζοντας κάτι που είχε διαβρωθεί από οξύ. Παρόλο που είχα χαρεί κι εγώ για την επιτυχία μου, η αλήθεια ήταν πως η γενικευμένη χαρά είχε αρχίσει κάπως να με κουράζει. Πλέον ανυπομονούσα να έρθει το φθινόπωρο όχι μόνο για να μετακομίσω στην Αθήνα, αλλά και γιατί εκ των πραγμάτων είναι πιο μελαγχολικό.

Ολα αυτά τα χρόνια, τα χρόνια της εφηβείας μου, που τα πέρασα σε σχολεία και φροντιστήρια και σε οικογενειακά γεύματα, είχα ονειρευτεί πολλές φορές τη στιγμή που θα έφευγα. Πίστευα πως θα έφευγα για να ξεφύγω απ’ τη μιζέρια και τη δυστυχία – ποτέ μου δεν είχα φανταστεί πως θα έτρεχα για να γλιτώσω από την ευτυχία.

Την πρώτη φορά κατέβηκα μαζί με τον πατέρα μου, για να ψάξουμε σπίτι. Ηταν τέλη Αυγούστου και επικρατούσε εορταστική ατμόσφαιρα. Μπλουζάκια με το λογότυπο Athens 2004 είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν και ο κόσμος τα φορούσε παντού, στο τρένο, στις καφετέριες, ακόμα και στα σπίτια τους είχα την εντύπωση. Ολα αυτά τα παρατηρούσα φευγαλέα, καθώς πηγαινοερχόμασταν ασταμάτητα στους δρόμους, ψάχνοντας για ενοικιαστήρια. Οι ιδιοκτήτες μάς ξεναγούσαν στα διαμερίσματα εκθειάζοντας τις αρετές τους με ενθουσιασμό που ο πατέρας μου επέλεγε στρατηγικά να μη συμμεριστεί.

Επινοούσε ελαττώματα για να ρίξει το νοίκι, δυσλειτουργίες στα ηλεκτρικά, ραγίσματα και ενδείξεις υγρασίας που θα μου έκαναν τη ζωή κόλαση: Κανονικά θα έπρεπε να με πληρώνουν για να μένω σε αυτά τα σπίτια. Δυστυχώς οι ιδιοκτήτες επέμεναν στις απαιτήσεις τους. Ούτε που θυμάμαι σε πόσες πολυκατοικίες χρειάστηκε να μπούμε, σε πόσα περίπτερα σταματήσαμε για να αναπληρώσουμε τα υγρά που χάναμε, πόσες αντεγκλήσεις αντάλλαξε ο πατέρας μου. Τελικά έγινε το θαύμα. Βρήκαμε ένα διαμέρισμα στην οδό Μαυρομιχάλη, πέντε λεπτά από τη σχολή. Ηταν κάπως μικρό και στους διαδρόμους κυριαρχούσε μια μυρωδιά από βρασμένο κουνουπίδι που υποψιαζόμουν πως ήταν μόνιμη, όμως δεν με ένοιαζε: ήταν δικό μου.

Καθίσαμε σε μια καφετέρια και ο πατέρας μου με έβαλε να μελετήσω το μισθωτήριο. Το είχαμε αγοράσει από το περίπτερο εμείς οι ίδιοι, όμως αυτό κατά τη γνώμη του δεν αρκούσε για να διασφαλίσει την αντικειμενικότητα του περιεχομένου. Μια συμπαιγνία μεταξύ περιπτεράδων και ιδιοκτητών δεν μπορούσε να αποκλειστεί και ο πατέρας μου επέμεινε πως, αφού τώρα είχαμε καταφέρει να μπω στη νομική, θα έπρεπε να εκμεταλλευτούμε τις γνώσεις μου, έστω κι αν δεν τις είχα ακόμα.

Οπότε αναγκάστηκα να περάσω μισή ώρα πάνω από τα γραμματάκια του συμφωνητικού, που σύντομα σταμάτησαν στο μυαλό μου να σχηματίζουν λέξεις και θύμιζαν κάτι με το οποίο κάποιος είχε λερώσει το χαρτί. Αναπλήρωσα την άγνοιά μου με ένα περισπούδαστο ύφος, που έδειχνε ότι συμφωνούσα μεν με όσα διάβαζα, όχι όμως χωρίς τον απαραίτητο προβληματισμό που πηγάζει από τη γνώση. Δεν είχε σημασία έτσι κι αλλιώς, αφού πριν προλάβω να τελειώσω, άκουσα τον πατέρα μου να τσακώνεται με τον σερβιτόρο για την αναλογία ζάχαρης στον καφέ του. Καταλάβαινα πως ήταν θέμα χρόνου να με βάλει να εξηγήσω στον σερβιτόρο ότι δεν ήμασταν νομικά υποχρεωμένοι να πληρώσουμε για αυτόν τον καφέ.

Μόνο όταν επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο και ο πατέρας μου έπεσε για ύπνο, κατάφερα να ηρεμήσω. Ο τρόπος με τον οποίο εκδήλωνε την περηφάνια του με είχε εξαντλήσει περισσότερο από την πεζοπορία. Ο πατέρας μου ήταν γιος δασκάλου και δάσκαλος ο ίδιος, υποστηρικτής της άποψης πως η μόρφωση είναι το μονοπάτι που οδηγεί στα πάντα. Σε ηλικία είκοσι χρονών είχε εγκαταλείψει προσωρινά τις σπουδές του για να πιάσει δουλειά σε φούρνο και να βοηθήσει τον μικρό του αδερφό, τον θείο Στέλιο, να σπουδάσει.

Ο θείος μου είχε περάσει στη Φιλοσοφική, την οποία δεν τελείωσε ποτέ, αφού προτίμησε να μπαρκάρει σε έναν σκυλοπνίχτη και να αφιερωθεί σε μια ζωή που χρησίμευε ως παράδειγμα προς αποφυγή σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Το να μη σπουδάσει κανείς ήταν ολέθριο, γιατί θα γινόταν σαν τον θείο Στέλιο, και αυτό ήταν αυταπόδεικτα κακό. Οσο κι αν από μικρός έβλεπα τα χάσματα σε αυτόν τον συλλογισμό, δεν μπορώ να πω ότι έμεινα ανεπηρέαστος. Ετσι διάβαζα και βρέθηκα στη νομική, και ο πατέρας μου βρέθηκε τώρα να ροχαλίζει υπερήφανα δίπλα μου, σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Ξενοφών. Αργότερα ξύπνησε με πονοκέφαλο και με έστειλε να ψάξω για ασπιρίνες.

Ηταν Σάββατο απόγευμα και τα περισσότερα ήταν κλειστά. Στεκόμουνα μπροστά στα κατεβασμένα ρολά και διάβαζα τις λίστες με τα εφημερεύοντα, όμως μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά με το σύστημα των εφημεριών στην Αθήνα. Καθώς η λίστα του ενός κλειστού φαρμακείου με οδηγούσε μερικά τετράγωνα πιο πέρα, σε κάποιο άλλο φαρμακείο, επίσης κλειστό, ύστερα από λίγη ώρα βρέθηκα να περιπλανιέμαι σε πιο μακρινούς, εντελώς άγνωστους δρόμους. Κάθισα σε ένα παγκάκι και περίμενα να περάσει από μπροστά μου κάποιος για να τον ρωτήσω πού ακριβώς βρισκόμουν και πώς θα γυρνούσα, όμως δεν βιαζόμουν.

Είχε πάει οκτώ και ο ήλιος έγερνε αργά προς την πλευρά ενός βουνού, που μάλλον ήταν το Αιγάλεω∙ το πορτοκαλί φως περνούσε μέσα από τα δέντρα και έπεφτε θρυμματισμένο στο πεζοδρόμιο, τα αυτοκίνητα κυλούσαν μπροστά μου και σε ένα μπαλκόνι απέναντι μια γυναίκα άπλωνε ένα πιτσιλωτό σεντόνι: όλα μου φαίνονταν ίδια και ταυτόχρονα διαφορετικά από όσα είχα συνηθίσει, λες και η πόλη έψαχνε μια ασήμαντη λεπτομέρεια για να μου συστηθεί. Μιας και δεν βιαζόμουν να γυρίσω πουθενά, έμεινα πάνω από μία ώρα σε εκείνο το παγκάκι και ήθελα όλα να γίνουν πολύ πολύ αργά.

Ο Χρ. Κυθρεώτης εμφανίστηκε με τη συλλογή διηγημάτων «Μια χαρά» (Πατάκης, 2014, Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2015)

  

Έντυπη έκδοση
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις
 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας