Από την Πάτρα ώς την Κομοτηνή

skia.jpg

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η εμφανής και αφανής εκτός Αθηνών και Θεσσαλονίκης Ελλάδα δεν είναι αμέτοχη σε όσα γίνονται στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Μ’ αυτή την προϋπόθεση, θα ήταν σκόπιμο να διερευνηθεί αν η τοπική ιστορία και κουλτούρα επηρεάζει τη γραφή και τον προβληματισμό των συγγραφέων ή οι δημιουργοί μετέχουν κι αυτοί, όπως οι των μεγάλων αστικών κέντρων, σε μια πανελλήνια κοινή κοσμοαντίληψη. Ας πούμε, ο πατρινός μικρόκοσμος αρδεύεται πέρα από το γηγενές πελοποννησιακό υπόστρωμα και από τα Επτάνησα ή την Ιταλία; Ή η κομοτηναίικη κουλτούρα τροφοδοτείται πέρα από την ντόπια θρακική επικράτεια και από τους γειτονικούς βουλγαρικούς και τουρκικούς «παραποτάμους»;

Σπύρος Λ. Βρεττός «Ενας αόριστος άνθρωπος» Διηγήματα Γαβριηλίδης, 2016 Σελ. 157 |

Ο εκ Πάτρας ορμώμενος Σπύρος Βρεττός υποβάλλει την ιδέα ότι το διήγημα τρέχει πιο γρήγορα από το μυθιστόρημα, είναι στημένο στη γωνία και προλαβαίνει την επικαιρότητα, τη φωτογραφίζει ακαριαία και μετά την επεξεργάζεται με φότοσοπ και τεχνικές που τη μετουσιώνουν σε συναίσθημα ή σε σκέψη. Το διήγημα είναι πιο έτοιμο να συγκλονιστεί από το παρόν και να το εικονοποιήσει, ελπίζοντας ότι θα το κάνει διαχρονικό και –γιατί όχι;– αθάνατο. Το διήγημα μιλά για το σήμερα με όρους του σήμερα και γι’ αυτό κερδίζει όλο και περισσότερο την εκτίμησή μας, χωρίς να ξεχνάμε τις μορφολογικές του δυνατότητες που συμβάλλουν σ’ αυτή την καταγραφή και απαθανάτιση της ζωής.

Ο συγγραφέας εμπνέεται από την έλευση των προσφύγων, από την παντοδυναμία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, από τις ληστείες στις τράπεζες, από την πυρκαγιά στο «Norman Atlantic», από την τοποθέτηση βομβών, από την ίδια τη σοβούσα κρίση κ.ά., για να γράψει τις δώδεκα ιστορίες του. Αυτό το υλικό προσφέρεται στον Σπ. Βρεττό, ο οποίος θέτει στην αρχή –και στο κέντρο– των διηγημάτων του έναν πυρήνα βίας, αφού πολλά από αυτά ξεκινάνε με μια βιαιότητα ή μια ανωμαλία στην ομαλότητα της ζωής.

Από εκεί και έπειτα αναλαμβάνει δράση ο χρωστήρας του λογοτέχνη που προσπαθεί να σκιαγραφήσει τη συνάντηση των προσώπων (και των αναγνωστών) μ’ αυτήν τη φλέγουσα πραγματικότητα.

Ο θάνατος μπορεί –από τύχη– να χτυπήσει τον διπλανό ή εσένα, η δυστυχία των άλλων μπορεί να μετατραπεί σε κέρδος για μερικούς, η ματαιοδοξία μπορεί να εξελιχθεί στην επιδίωξη φωτογραφήσεων δίπλα σε επωνύμους, η ζωή ενδέχεται να είναι για μερικούς τραγωδία και για άλλους φάρσα, ενώ η κρίση είναι η πλημμύρα που όλοι φοβούνται («Ο υπαρκτός ιαγουάρος»). Απ’ όσα είπα ίσως φαίνεται το γεγονός ότι κάθε συμβάν δεν μένει στη μιντιακή του απόδοση, αλλά συχνά ανάγεται σε ένα δεύτερο επίπεδο, όπως η επίσκεψη στη Φλωρεντία οδηγεί στη βομβιστική ενέργεια του 1993 κι από εκεί στη διασαλευμένη σχέση του Νίκου με την Ελένη («Γκαλερί Ουφίτσι»).

Δεν θα ήθελα να παραλείψω μερικά διηγήματα που δεν έχουν επίκαιρη αφετηρία, αλλά με διακειμενικό τρόπο (α λα Οσκαρ Ουάιλντ) μεταφέρουν έντεχνα συναισθήματα, πλάγιους προβληματισμούς για την τέχνη και γόνιμες νύξεις για τη σχέση της με την πραγματικότητα («Η κλοπή των ροδιών»).

Η Θράκη από την άλλη είναι πιο απογειωμένη από την ειδησεογραφική πραγματικότητα, πιο ριζωμένη στον διονυσιακό, μεταφυσικό και μαιναδικό αέρα της φαντασίας και της παράλληλης πραγματικότητας. Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης αρπάζει το παραφυσικό στοιχείο και –λίγο ηθογραφικά, λίγο παιγνιωδώς– το ζυμώνει στις ιστορίες του, που μυρίζουν τα νερά του Βοσβόζη, αντηχούν τους ζουρνάδες των Γύφτων και αντιλαλούν ντόπιες παραδόσεις.

Χρήστος Χαρτοματσίδης «Μπαρ “Οι νεράιδες”» Διηγήματα Μανδραγόρας, 2016 Σελ. 90 Χρήστος Χαρτοματσίδης «Μπαρ “Οι νεράιδες”» Διηγήματα Μανδραγόρας, 2016 Σελ. 90 |

Η ατμόσφαιρα δονείται από προφητείες, παιδιά-θαύματα που επικοινωνούν με το υπερπέραν και γιατρεύουν πληγές, προβλέπουν το μέλλον, υπερφυσικές δυνάμεις που αιωρούνται ανάμεσα στους κατοίκους, ανεξήγητα φαινόμενα που παρατηρούνται, νεράιδες που κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

Ολα αυτά είναι μορφές ενός σχεδίου, ενός πεπρωμένου που εξελίσσεται χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ή μια απάτη, μια δεισιδαιμονία και μια ομαδική παράκρουση; Νομίζω ότι ο συγγραφέας, αν και παίζει με τους ήρωές του, δεν κατεδαφίζει τέτοιες εμφανίσεις, αλλά τις αφήνει να εκκρεμούν σαν κομμάτι μιας παράλληλης πραγματικότητας.

Συχνά εμφιλοχωρούν νότες ειρωνείας, αλλά παράλληλα η συναισθηματική γλυκύτητα, με την οποία ο διηγηματογράφος λ.χ. παρουσιάζει τη νεκρή μητέρα να μιλά μέσω του τρελού του χωριού («Αγγελιοφόρος»), κλείνει το μάτι και στο εξωλογικό στοιχείο.

Το πιο δυνατό ωστόσο διήγημα της συλλογής είναι το πρώτο («Smash»), το οποίο έχει αλληγορικές διαστάσεις.

Ο πρωταγωνιστής είδε τον Θεό, ένιωσε τη δύναμή του, θεολόγησε για τη φύση του, φιλοσόφησε για το κακό που εκπορεύεται από αυτόν, προβληματίστηκε για τον Δαίμονα…

Σταδιακά καταλαβαίνουμε ότι αυτός δεν είναι άνθρωπος, ότι ο Χαρτοματσίδης έφτιαξε μια μαγική αλληγορία όπου η σχέση ανθρώπων και Θεού περνάει από το ζωικό βασίλειο και τις δικές του αυταπάτες για ό,τι φαίνεται ανώτερο και επιβλητικό. Ετσι, το «Smash» εντάσσεται αμέσως στη χορεία των θεολογικών διηγημάτων που προσπαθούν να συλλάβουν –και να αποκαθηλώσουν– την έννοια του Θεού.

Δεν ξέρω αν οι επαρχιώτες συγγραφείς νιώθουν αποκλεισμένοι από το αθηναϊκό κέντρο, αλλά το κέντρο νιώθει ότι υπάρχουν φωνές που φυγόκεντρα ποικίλλουν τη λογοτεχνία μας.

Μέλος της
ΕΝΕΔ