Στη γενικότερη προσπάθεια των κομμάτων να ανασυνταχθούν κεντρικό ρόλο κατέχουν οι διεργασίες στην Κεντροαριστερά.
Ο πολιτικός χώρος που καλύπτει το φάσμα της σοσιαλδημοκρατίας, κατακερματισμένος και συρρικνωμένος τα τελευταία χρόνια, αποπειράται να ανασυγκροτηθεί και να ενώσει τα διάσπαρτα κόμματα, τις κινήσεις και τις συλλογικότητες, στη λογική ενός κοινού σχήματος-ομπρέλα και ενός ομόφωνα αποδεκτού προγραμματικού πλαισίου.
Το σχέδιο προβλέπει ως κατάληξη τη δημιουργία ενός πραγματικά ενιαίου και αυτόνομου φορέα, ο οποίος θα προκύψει από ένα ανοιχτό ιδρυτικό συνέδριο, με την εκλογή νέας ηγεσίας από τη βάση των μελών και των φίλων του.
Το σημερινό Θέμα της «Εφ.Συν.» θυμάται τη διαδρομή των δυνάμεων του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς από τον εμφύλιο μέχρι τις ημέρες μας και αφιερώνει τις επόμενες σελίδες του στις σχετικές διαβουλεύσεις, στα διακυβεύματα, τους στόχους και τους προβληματισμούς γύρω από το εν λόγω εγχείρημα μέσα από τη ματιά κορυφαίων στελεχών του χώρου, αναλυτών και πολιτικών επιστημόνων.
O χώρος μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ ψάχνεται εδώ και καιρό. Μετά τη μαζική εκλογική υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ και τη μετακίνηση στελεχών του -κυρίως όμως οπαδών και ψηφοφόρων του- στον ΣΥΡΙΖΑ, οι παράγοντες της παράταξης προσπαθούν, χωρίς επιτυχία μέχρι τώρα, να την αναστήσουν.
Οι απόψεις πολλές, οι προσωπικές στρατηγικές επίσης και η απουσία μιας χαρισματικής προσωπικότητας εκκωφαντική. Ο,τι επιχειρήθηκε μέχρι τώρα, παρά τις τυμπανοκρουσίες που το συνόδευσαν και τη στήριξη που είχε από μηχανισμούς ενημέρωσης, δεν είχε συνέχεια…
◼ Μετά τον εμφύλιο, δύο ήταν τα πρόσωπα που κυριάρχησαν στη συγκεκριμένη πολιτική περιοχή. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Μοιάζει με οικογενειακή υπόθεση αλλά δεν ήταν. Πατέρας και γιος είχαν διαφορετικές παραστάσεις και διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αποσκευές. Αυτό φάνηκε στην πορεία με πολλές αφορμές. Για την ανάδειξη του πρώτου σε κεντρική θέση στην πολιτική σκηνή βοήθησαν τα μέγιστα ο αμερικανικός παράγοντας και το παλάτι.
Η πρεσβεία των ΗΠΑ (το βασικό κέντρο εξουσίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα) και το εγχώριο κατεστημένο είδαν με τρόμο την καθημαγμένη και διωκόμενη Αριστερά, δέκα χρόνια μετά τη στρατιωτική ήττα της, να καταλαμβάνει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Σύμφωνα με τη φιλολογία της εποχής, ο κομμουνιστικός κίνδυνος επέστρεφε με κοινοβουλευτικό μανδύα και έπρεπε πάση θυσία να εξουδετερωθεί. Πίεσαν τους κομματάρχες του Κέντρου να αφήσουν κατά μέρος τις φιλοδοξίες τους και να ενταχθούν στην Ενωση Κέντρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Το σύστημα για να μην απειληθεί από τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών χρειαζόταν ένα κόμμα εξουσίας το οποίο θα είχε διπλή αποστολή: θα λειτουργούσε ως αντίπαλον δέος στη Δεξιά με αξιώσεις διακυβέρνησης και ως δεξαμενή υποδοχής των κυνηγημένων αριστερών που ασφυκτιούσαν από τον αυταρχισμό του κράτους και την αχαλίνωτη δράση του παρακράτους.
Επελέγη ως ο καταλληλότερος γι’ αυτή τη δουλειά ο Γεώργιος Παπανδρέου. Διέθετε άλλωστε όλα τα τυπικά προσόντα. Είχε περάσει με άριστα τις εξετάσεις τη δεκαετία του ‘40, η αφοσίωσή του στο αστικό καθεστώς δεν αμφισβητούνταν, ενώ ο αντικομμουνισμός του ήταν το απαραίτητο διαβατήριο για το ταξίδι του προς την κορυφή.
Η συνέχεια είναι γνωστή: εκλογές βίας και νοθείας, συρρίκνωση της ΕΔΑ, ανένδοτος, εκλογικός θρίαμβος της Ενωσης Κέντρου, αποστασία, δικτατορία. Η πρώτη μετά τον πόλεμο συστηματική προσπάθεια φιλελευθερισμού διεκόπη βιαίως.
◼ Τη γραμμή του διμέτωπου που ακολούθησε με συνέπεια ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν την υιοθέτησε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πέρασε μακριά από την Ελλάδα τα ταραγμένα χρόνια που επηρέασαν καθοριστικά τον πατέρα του. Οι διαφωνίες τους για τον προσανατολισμό του κόμματος είχαν ξεκινήσει από νωρίς και σε ορισμένες φάσεις είχαν πάρει μεγάλες διαστάσεις. Για τη Δεξιά της δεκαετίας του ‘60 ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένας συνοδοιπόρος του κομμουνισμού.
Το 1974 αντί, όπως περίμεναν πολλοί, να αναλάβει την ηγεσία της Ενωσης Κέντρου, που του προσφέρθηκε χωρίς όρους και προϋποθέσεις, δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ. Η ιδρυτική πράξη του νέου κόμματος, η στρατηγική του, οι πολιτικές θέσεις και η ρητορική του αρχηγού δεν είχαν καμία σχέση με το προδικτατορικό Κέντρο. Παρέπεμπαν στις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές της Αριστεράς, με τα κόμματα της οποίας το ΠΑΣΟΚ μέχρι το 1986 συνεργαζόταν στενά και σταθερά στον συνδικαλισμό, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ενίοτε στο Κοινοβούλιο, ποτέ όμως στην κυβέρνηση.
Η φυσιογνωμία του Ανδρέα Παπανδρέου δέσποσε στην πολιτική ζωή του τόπου για πολλά χρόνια. Το Κέντρο εξαφανίστηκε και η Αριστερά, παρά τις ελπίδες που γέννησε ο ενιαίος Συνασπισμός, δεν μπόρεσε να πρωταγωνιστήσει.
Τα μνημόνια όμως ανέτρεψαν τα πάντα. Πρώτα το ΠΑΣΟΚ μόνο του και στη συνέχεια παρέα με τη Δεξιά ανέλαβαν να σώσουν τη χώρα. Ο κόσμος της Κεντροαριστεράς, διαπαιδαγωγημένος από τον Ανδρέα Παπανδρέου, δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ο προαιώνιος εχθρός έγινε ξαφνικά κυβερνητικός εταίρος και από κοινού δαιμονοποιούσαν την Αριστερά, την οποία ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ θεωρούσε δυνάμει σύμμαχο. Στράφηκε μαζικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ, που του θύμιζε σε πολλά το ΠΑΣΟΚ στα πρώτα βήματά του.
Σήμερα ο χώρος είναι ξανά διασπασμένος. Η σημαντικότερη διαφορά με τις προηγούμενες περιόδους είναι ότι τα σχήματα που τον συγκροτούν κουβαλούν το φορτίο της μεγάλης ήττας και επιπλέον λείπει από την εικόνα ένας ηγέτης ικανός να συσπειρώσει και να εμπνεύσει.
Ετσι, ο στόχος δεν είναι να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πόλο στο πολιτικό σύστημα, αλλά να μπει σφήνα ανάμεσα στην ανερχόμενη Δεξιά και στον ταλαιπωρημένο ΣΥΡΙΖΑ. Να γίνει ένας χρήσιμος παίκτης και κυρίως ο απαραίτητος μπαλαντέρ για τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας.
