«Αυτές οι εκλογές θα καθορίσουν την πορεία της χώρας για την επόμενη δεκαετία, ίσως και παραπάνω. Εχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές για την Αμερική».
Παραμονές των κρίσιμων εκλογών για το Κογκρέσο την ερχόμενη Τρίτη, οι οποίες προβλέπονται δύσκολες για το κυβερνών κόμμα, ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν επιδίδεται σε μια περιοδεία της τελευταίας στιγμής σε φιλικές προς τους Δημοκρατικούς πολιτείες προκειμένου να κινητοποιήσει το εκεί ακροατήριο. Τα παραπάνω τα είπε στην Καλιφόρνια, στην κομητεία του Σαν Ντιέγκο, σε προεκλογική συγκέντρωση υπέρ του δημοκρατικού βουλευτή Μάικ Λέβιν, η επανεκλογή του οποίου τίθεται εν αμφιβόλω. Προηγουμένως είχε επισκεφτεί το Νέο Μεξικό. Σειρά θα έπαιρνε χθες το Ιλινόις, ενώ σήμερα Σάββατο αναμένεται να εμφανιστεί στην Πενσιλβάνια μαζί με τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα προκειμένου να στηρίξει τον εκεί υποψήφιο γερουσιαστή Τζον Φέτερμαν και τον υποψήφιο κυβερνήτη Τζος Σαπίρο.
Το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να κινηθεί σε σχετικά σε ασφαλές έδαφος, αντί να επισκεφτεί περισσότερο αμφίρροπες πολιτείες, ερμηνεύεται από ορισμένους αναλυτές ως μια έμμεση, πρόωρη παραδοχή της επερχόμενης ήττας και μια προσπάθεια απλώς να διατηρηθούν κάποια κεκτημένα.
«Ετοιμαστείτε! Αυτό σας λέω μόνο», τόνιζε παράλληλα ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ από την Αϊόβα την Πέμπτη, λέγοντας στο κοινό του ότι «είναι πολύ, πολύ, πολύ πιθανό να το ξανακάνω» και επιβεβαιώνοντας έμμεσα την έντονη φημολογία των ημερών ότι σκοπεύει να ανακοινώσει επίσημα την υποψηφιότητά του για το 2024 την επόμενη ή μεθεπόμενη εβδομάδα, εφόσον το αποτέλεσμα της κάλπης θα είναι θετικό για τους Ρεπουμπλικανούς, όπως προβλέπεται.
Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν τους Ρεπουμπλικανούς να κερδίζουν τουλάχιστον τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ προβλέπουν ένα αρκετά πιο αμφίρροπο παιχνίδι για τη Γερουσία. Tην ίδια στιγμή, η δημοτικότητα του Τζο Μπάιντεν παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, μετά τη μικρή άνοδο που είχε σημειώσει μέσα στο καλοκαίρι. Σύμφωνα με τον εκλογικό ιστότοπο fivethirtyeight.com, που συγκεντρώνει τον μέσο όρο των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, το 53,2% των πολιτών αποδοκιμάζει το έργο του Αμερικανού προέδρου έναντι του 42,3% που την επιδοκιμάζει.
Η καθοδική πορεία για τη δημοτικότητα του Μπάιντεν, η οποία άρχισε να σημειώνεται μετά την άλωση της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν και την άναρχη αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 2021, δεν λέει να σταματήσει. Η φιλόδοξη νομοθετική ατζέντα σταμάτησε κάπου στο πακέτο-μαμούθ σχεδόν 3 δισ. δολαρίων για την ενίσχυση της οικονομίας από τις συνέπειες του κορονοϊού, το οποίο εγκρίθηκε χωρίς ούτε μία ψήφο από την πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία. Στη συνέχεια, άλλα φιλόδοξα νομοσχέδια, όπως αυτό για την ενίσχυση και κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων ή για την αναμόρφωση της αστυνομίας, ναυάγησαν στην αμήχανη ισοπαλία μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών στο Σώμα, καθώς και στην αρνητική στάση μερικών δεξιόστροφων Δημοκρατικών γερουσιαστών.
Παρόμοια τύχη είχε και το γενναίο, σαρωτικό νομοσχέδιο ύψους 4,5 δισ. δολαρίων για την ανανέωση των υποδομών, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και την οικολογική μετάβαση που ο Μπάιντεν είχε διαφημίσει μετά φανών και λαμπάδων. Ο,τι απέμεινε από αυτό ήταν ένα συναινετικό νομοσχέδιο γύρω στο 1 δισ. για τις υποδομές και μερικά πασαλείμματα για το κοινωνικό κράτος και το περιβάλλον, πολύ κατώτερα τόσο των αρχικών εξαγγελιών όσο και των αναγκών των πολιτών.
Ο πληθωρισμός, ο οποίος πέρυσι τέτοια εποχή χτύπησε ρεκόρ 40ετίας, η παγκόσμια οικονομική ανασφάλεια που επιδεινώθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία και η αδυναμία της κυβέρνησης να εκφέρει ένα σαφές μήνυμα προς τους πολίτες που ανησυχούν για το αύριο υπέσκαψαν τη δημοφιλία των Δημοκρατικών. Πολλοί επίσης δεν τους συγχωρούν το γεγονός ότι πιάστηκαν κυριολεκτικά στον ύπνο στο θέμα των αμβλώσεων, ενώ ήταν γνωστό από καιρό ότι το δεξιό πλέον (χάρη στον Τραμπ) Ανώτατο Δικαστήριο θα ακύρωνε τον ιστορικό νόμο «Ρόου εναντίον Γουέιντ» του 1973 που κατοχύρωνε τη νομιμότητά τους σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η δε υπόσχεση του Μπάιντεν να κωδικοποιήσει νομικά το δικαίωμα στην άμβλωση θα παραμείνει και αυτή ανεκπλήρωτη μεταξύ πολλών άλλων εάν οι Ρεπουμπλικανοί πάρουν στα χέρια τους το Κογκρέσο, όπως είναι πολύ πιθανό.
«Κακά μαντάτα για τους Δημοκρατικούς», προέβλεπε το CNN σε τελευταία δημοσκόπηση που πραγματοποίησε σε πανεθνικό επίπεδο. Εκτός από το γνωστό πρόβλημα της χαμηλής δημοτικότητας του Μπάιντεν, το αμερικανικό δίκτυο εστίαζε στα εξής: το 51% των δυνητικών ψηφοφόρων θεωρεί την οικονομία το κύριο ζήτημα που θα καθορίσει την ψήφο τους. Δεύτερο έρχεται το θέμα των αμβλώσεων, αλλά σε πολύ μεγάλη απόσταση, μόλις στο 15%. Το 75% θεωρεί πως η χώρα βρίσκεται σε ύφεση, όσο κι αν αυτό σηκώνει μεγάλη συζήτηση, ενώ το 61% πιστεύει πως ο Μπάιντεν δεν έχει ρίξει την απαραίτητη προσοχή στα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα.
Εχοντας παραμελήσει για καιρό το θέμα της οικονομίας στην καμπάνια και έχοντας γνώση ότι το όψιμο ενδιαφέρον ίσως να μην είναι ιδιαίτερα πειστικό, οι Δημοκρατικοί και ο πρόεδρος επισείουν το καθ’ όλα υπαρκτό φόβητρο της Ακροδεξιάς και του εξτρεμισμού που καλλιεργείται μεταξύ του φανατικού κοινού του Ντόναλντ Τραμπ. «Μην έχετε καμία αμφιβολία, στην κάλπη κρίνεται η δημοκρατία για όλους μας», διεμήνυσε ο Μπάιντεν σε ομιλία του την Τετάρτη προς το έθνος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε τον προκάτοχό του ότι σπέρνει θυμό, μίσος και βία καθώς, ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει το εκλογικό αποτέλεσμα του 2020. Ως παράδειγμα για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτό το μίσος έφερε τον πρόσφατο σοβαρό τραυματισμό του Πολ Πελόζι, συζύγου της προέδρου της Βουλής Νάνσι Πελόζι, από άντρα που εισέβαλε στην κατοικία του ζεύγους στο Σαν Φρανσίσκο με στόχο να επιτεθεί στην πρόεδρο.
Η κυβέρνηση εξέδωσε την περασμένη εβδομάδα οδηγίες προς τις υπηρεσίες τήρησης του νόμου με την επισήμανση της «αυξημένης απειλής» για εξτρεμιστική βία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, προσθέτοντας ότι οι υποψήφιοι αλλά και οι εργαζόμενοι στα εκλογικά κέντρα θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο ατόμων με «ιδεολογικές αιτιάσεις». Ηδη, εδώ και καιρό, σε αρκετά σημεία των ΗΠΑ, εκλογικοί αντιπρόσωποι και εργαζόμενοι έχουν γίνει στόχος απειλών ή επιθέσεων.
Η δε άποψη του Τραμπ περί «μεγάλης εκλογικής νοθείας» το 2020 δείχνει να έχει εντυπωθεί για τα καλά όχι μόνο στα μυαλά εκατομμυρίων οπαδών του, αλλά και αρκετών Ρεπουμπλικανών υποψηφίων για το Κογκρέσο. Ερευνα των Reuters/Ipsos την περασμένη εβδομάδα έδειχνε ότι οι περίπου μισοί Αμερικανοί ψηφοφόροι πιστεύουν ότι η νοθεία συνιστά εκτεταμένο πρόβλημα. Επίσης, σύμφωνα με καταγραφή του CBS, από τους 595 Ρεπουμπλικανούς που κατεβαίνουν υποψήφιοι για κάποιο αξίωμα σε αυτές τις εκλογές, οι 306 –περισσότεροι δηλαδή από τους μισούς– έχουν εγείρει αμφιβολίες σχετικά με τις προεδρικές του 2020. Εύλογες λοιπόν οι ανησυχίες μήπως ορισμένοι από αυτούς αμφισβητήσουν ένα εκλογικό αποτέλεσμα που δεν θα τους ευνοεί. Κάποιοι μάλιστα το έχουν ήδη δηλώσει ανοιχτά.
Με όλα αυτά τα δεδομένα και εφόσον επαληθευτούν τα γκάλοπ, ο Μπάιντεν κινδυνεύει από το 2023 και μέχρι το τέλος της θητείας του να βρεθεί αντιμέτωπος με το πιο σκληρό, ρεβανσιστικό Κογκρέσο συγκριτικά με οποιονδήποτε προκάτοχό του τις τελευταίες δεκαετίες. Ακόμα και η απώλεια μόνο της Βουλής θα αποτελέσει σοβαρή τροχοπέδη στο νομοθετικό του έργο και χειρότερο πισωγύρισμα σε μια σειρά θεμάτων, από τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ μέχρι την κοινωνική ασφάλιση, τις εργασιακές σχέσεις και την προστασία του περιβάλλοντος.
Ενα άλλο ζήτημα που ενδέχεται να επηρεάσει η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στο Κογκρέσο είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αρκετοί Ρεπουμπλικανοί, με πρώτο τον Κέβιν Μακάρθι που προαλείφεται για μελλοντικός πρόεδρος της Βουλής, θεωρούν ότι οι ΗΠΑ είναι υπερβολικά γενναιόδωρες απέναντι στο Κίεβο. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι μόνο 57 Ρεπουμπλικανοί της Βουλής και 11 της Γερουσίας υπερψήφισαν το πακέτο βοήθειας των 40 εκατομμυρίων δολαρίων τον περασμένο Μάιο. Στις αρχές Οκτωβρίου, μάλιστα, ο Μακάρθι δήλωσε πως μια Βουλή υπό τη δική του ηγεσία δεν θα υπογράφει «λευκή επιταγή» για την Ουκρανία. Μολονότι αυτή η τάση δεν είναι πλειοψηφική στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, δηλώνει μια «κούραση» η οποία θα μεγαλώνει όσο παρατείνεται ο πόλεμος. Ενδεικτική ήταν μάλιστα η πρόσφατη επιστολή βουλευτών της ριζοσπαστικής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος προς τον Μπάιντεν –την οποία τελικά απέσυραν– με την οποία ζητούσαν την επίσπευση εξεύρεσης διπλωματικής λύσης.
Τέλος, ένα κακό αποτέλεσμα την Τρίτη θα ψαλιδίσει τις πιθανότητες του Μπάιντεν να κατέβει ξανά υποψήφιος το 2024. Ενα ενδεχόμενο ούτως ή άλλως ισχνό λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, παρά τις διακηρύξεις περί του αντιθέτου. Αγνωστες μάλιστα οι επιπτώσεις και για το μέλλον της «εξαφανισμένης» από το προσκήνιο αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρις. Ηδη, άρθρο γνώμης της Washington Post πριν από λίγες μέρες τόνιζε πως για το καλό του Δημοκρατικού Κόμματος ούτε ο Μπάιντεν ούτε η Χάρις θα πρέπει να είναι υποψήφιοι το 2024…
Το διακύβευμα των ενδιάμεσων εκλογών
Στις ενδιάμεσες εκλογές την Τρίτη 8 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα εκλέξουν τα νέα μέλη της Βουλής και μέρους της Γερουσίας, κυβερνήτες σε περισσότερες από τις μισές Πολιτείες των ΗΠΑ, καθώς και γενικούς εισαγγελείς, ενώ θα αποφανθούν και για θέματα τοπικού ενδιαφέροντος.
Συγκεκριμένα, στις εκλογές αυτές θα ανανεωθούν και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και οι 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας. Η θητεία για τους βουλευτές θα είναι διετής και για τους γερουσιαστές εξαετής. Παράλληλα, σε 36 από τις 50 Πολιτείες θα εκλεγούν νέοι κυβερνήτες.
Η μεγαλύτερη βαρύτητα, φυσικά, πέφτει στο Κογκρέσο, από τη σύνθεση του οποίου εξαρτάται αν ο εκάστοτε πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να περνά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα τη νομοθετική ατζέντα του. Καθώς είθισται οι ενδιάμεσες εκλογές να αποτελούν ένα είδος δημοψηφίσματος για τον πρόεδρο και το κυβερνών κόμμα, ήταν λίγες οι φορές που ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν έχασε τουλάχιστον το ένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Οπως σημείωνε το Associated Press, οι μόνοι πρόεδροι που είδαν το κόμμα τους να σημειώνει κέρδη στο Κογκρέσο κατά τη διάρκεια της θητείας τους ήταν ο Ρούζβελτ το 1934, ο Μπιλ Κλίντον το 1998 (μιλάμε μόνο για αύξηση του αριθμού τον εδρών, αφού το 1994 είχε χάσει και τη Βουλή και τη Γερουσία, με τους Ρεπουμπλικανούς να ελέγχουν ολόκληρο το Κογκρέσο για πρώτη φορά μετά το 1952) και ο Τζορτζ Μπους ο Β’ το 2002, ένα χρόνο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου κι ενώ ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» βρισκόταν στο απόγειό του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, οι Δημοκρατικοί θα κέρδιζαν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Εν συνεχεία, οι Δημοκρατικοί το 2010 επί Μπαράκ Ομπάμα έχασαν 63 έδρες στη Βουλή η οποία πέρασε υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών και 6 στη Γερουσία, καταφέρνοντας ωστόσο να διατηρήσουν την πλειοψηφία. Και αυτή όμως χάθηκε στις ενδιάμεσες εκλογές του 2014, φέρνοντας τον πρόεδρο αντιμέτωπο με ένα εχθρικό Κογκρέσο για το υπόλοιπο της θητείας του. Το 2018 ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τη Βουλή από τους Δημοκρατικούς, αλλά κράτησε τη Γερουσία. Ενα σενάριο που είναι αρκετά πιθανό να επαναληφθεί και για τον Τζο Μπάιντεν, σύμφωνα τουλάχιστον με τις δημοσκοπήσεις.
Πώς και γιατί οι Ρεπουμπλικανοί χτυπούν το δικαίωμα στην ψήφο
Της Χριστίνας Πάντζου
Λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 8ης Νοεμβρίου, σχεδόν ένας στους τρεις (29%) Αμερικανούς και περισσότεροι από έξι στους δέκα (61%) εξακολουθούν να πιστεύουν το τραμπικό αφήγημα των «κλεμμένων εκλογών», πεισμένοι πως ο πρόεδρος Μπάιντεν κέρδισε με νοθεία την προεδρία των ΗΠΑ το 2020.
Η δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μόνμαουθ επιβεβαιώνει πως «αυτές οι εκλογές αποτελούν ουσιαστικά μια κάλπη για το μέλλον του ίδιου του δικαιώματος ψήφου στις ΗΠΑ», όπως τονίζει το Ιδρυμα Μπρούκινγκς, σημειώνοντας πως σε αυτή την αναμέτρηση μετέχουν 345 υποψήφιοι Ρεπουμπλικανοί που μοιράζονται την άποψη περί «παρανομιών και ατασθαλιών» της εκλογικής διαδικασίας και παράνομης θητείας Μπάιντεν.
Το πραγματικό πρόβλημα των Ρεπουμπλικανών δεν είναι ότι κάποιος τους έκλεψε τις εκλογές πριν από δύο χρόνια, αλλά πώς να οχυρωθούν έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες να χάσουν ξανά. Γι’ αυτό, όπως τεκμηριώνει έρευνα του του Κέντρου Μπρέναν για τη Δικαιοσύνη, από τον Ιανουάριο του 2021 ώς τον Σεπτέμβριο του 2022 τουλάχιστον 21 Πολιτείες όπου επικρατούν Ρεπουμπλικανοί υιοθέτησαν 42 νόμους που περιορίζουν το δικαίωμα στην ψήφο, από τους οποίους οι 33 ισχύουν για τις φετινές ενδιάμεσες εκλογές.
Παρά τις επιμέρους διαφορές τους και την ευρύτητα των διατάξεών τους «συνιστούν ως σύνολο μια δραματική περιοριστική στροφή στους κανόνες που διέπουν τις εκλογές», όπως σημειώνει το Κέντρο, δυσχεραίνοντας την εγγραφή σε εκλογικούς καταλόγους, διευκολύνοντας τον αποκλεισμό από αυτούς, επιβάλλοντας πρόσθετα έγγραφα και διαδικασίες ταυτοποίησης, μειώνοντας δραστικά τον αριθμό καλπών έτσι που απαιτείται μεγαλύτερη απόσταση (και κόστος σε χρόνο και χρήμα) για να ψηφίσουν οι πολίτες. «Νομοθεσίες που στην ουσία αποθαρρύνουν την άσκηση του δικαιώματος στην ψήφο και δυσχεραίνουν τη συμμετοχή των μειονοτήτων που συνήθως στηρίζουν τους Δημοκρατικούς, λειτουργώντας αποσταθεροποιητικά για τη δημοκρατία».
Με πρόφαση το ψέμα ότι το 2020 «ψήφισαν νεκροί, άτομα που διέμεναν σε άλλες Πολιτείες και μη Αμερικανοί πολίτες» 7 Πολιτείες με νέους νόμους επέβαλαν την «εκκαθάριση» των εκλογικών καταλόγων στη βάση αναξιόπιστων μητρώων εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας ή και απλών καταγγελιών ότι κάποιος πολίτης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να μπορεί νόμιμα να ψηφίσει. Οπως γίνεται στην Τζόρτζια, όπου συντηρητικές ομάδες έχουν ζητήσει τη διαγραφή από τους εκλογικούς καταλόγους χιλιάδων πολιτών, έπειτα από τον σχετικό νόμο που δίνει δικαίωμα σε κάθε πολίτη να προσφεύγει ενάντια σε οποιονδήποτε και οσουσδήποτε θεωρεί πως δεν δικαιούνται να ψηφίσουν στην Πολιτεία. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι οργανωμένες ομάδες πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι για να διαπιστώσουν αν τα άτομα που έχουν δηλώσει αυτή τη διεύθυνση διαμένουν εκεί ή ακόμη και ζητώντας να υπογράψουν σχετική δήλωση.
Επιπλέον, 11 Πολιτείες έχουν επιβάλει αυστηρότερες προϋποθέσεις και περισσότερα έγγραφα ταυτοποίησης των ψηφοφόρων, κάτι που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε μια χώρα όπου εκατομμύρια πολίτες δεν έχουν δελτία ταυτότητας με φωτογραφία. Αυτό δυσχεραίνει ιδίως τις επιστολικές ψήφους ή αυτές που κατατίθενται πρόωρα στις ειδικές ταχυδρομικές κάλπες. Το παράδειγμα του Τέξας είναι ενδεικτικό για τις συνέπειες αυτών των μέτρων: μετά την ισχύ ανάλογου νόμου, στις προκριματικές του Μαρτίου δεν θεωρήθηκε έγκυρη μία στις οκτώ επιστολικές ψήφους (12,4%) ενώ στις εκλογές του 2020 είχε απορριφθεί μόνο το 0,8% αυτών.
Στη βάση αυτού του fake news, ότι δηλαδή η αύξηση της ψήφου διά αλληλογραφίας που σημειώθηκε το 2020 συνέβαλε καταλυτικά στη «νοθεία», υιοθετήθηκαν 21 νόμοι που περιορίζουν δραστικά και το δικαίωμα στην επιστολική ψήφο. Αυτή που είναι η μόνη επιλογή για πολλούς ψηφοφόρους, ανάμεσά τους άτομα με αναπηρίες, ηλικιωμένοι, πολίτες που δεν έχουν μέσα και χρήμα για να μετακινηθούν στα εκλογικά κέντρα. Σε Πολιτείες σαν την κατά παράδοση ρεπουμπλικανική Αριζόνα (όπου βρίθουν ανάλογες συνωμοσιολογικές θεωρίες ιδίως μετά την επικράτηση του Μπάιντεν το 2020 με μόλις 11.000 ψήφους διαφορά), ομάδες συντηρητικών –κάποιοι με όπλα- φρουρούν δίπλα στις ειδικές κάλπες για την κατάθεση της πρόωρης ψήφου παρακολουθώντας, εκφοβίζοντας ή ακόμη και απειλώντας τους ψηφοφόρους.
Ο δε τραμπικός κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, έφτασε ακόμη και να δημιουργήσει ειδική αστυνομική μονάδα για «τη νοθεία» ενώ περιόρισε τις ώρες που μπορούν οι πολίτες να καταθέτουν το ψηφοδέλτιό τους στις ειδικές ταχυδρομικές κάλπες και ποινικοποίησε ακόμη και τη διανομή νερού και φαγητού στις ουρές έξω από τα εκλογικά τμήματα. Αυτό που δείχνει η έρευνα του Κέντρου Μπρέναν είναι ότι οι φυλετικές προκαταλήψεις έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτό το κύμα νομοθεσιών που περιορίζουν το δικαίωμα στην ψήφο. Νομοθέτες στα πιο λευκά διαμερίσματα Πολιτειών που έχουν τον πιο διαφοροποιημένο φυλετικά πληθυσμό, είναι αυτοί που κυρίως προωθούν αυτές τις νομοθεσίες κατά της ψήφου. Στην ουσία οι Ρεπουμπλικανοί αλλάζουν τους εκλογικούς κανόνες για να «αντιμετωπίσουν μια νοθεία» που δεν υπήρξε το 2020. Στόχος τους, να νικήσουν με κάθε τίμημα.
Είναι ο υπερπληθωρισμός, ηλίθιοι…
Του Γιώργου Τσιάρα
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο σημαντικότερος λόγος πίσω από τη διαφαινόμενη συντριβή των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές είναι η οικονομία – και οι Αμερικανοί, άλλωστε, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι, ψηφίζουν πρώτα με την… τσέπη και μετά με την καρδιά. Και η αλήθεια είναι πως ο Μπάιντεν και το επιτελείο του, στη φρενήρη προσπάθειά τους να διατηρήσουν την… Αρ-Πάξ Αμερικάνα, την παγκόσμια αμερικανική ηγεμονία, και να ξαναδέσουν στο άρμα μάχης τους την Ευρώπη και άλλες περιοχές-κλειδιά, τίναξαν στον αέρα τις διεθνείς αγορές ενέργειας, μετάλλων και χρήματος, κι έτσι υπονόμευσαν την ίδια την οικονομία τους, πέφτοντάς στον λάκκο που έσκαψαν για τη Ρωσία, την Κίνα και φυσικά τους… συμμάχους τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Τα νούμερα είναι αδιάψευστα. Πριν από λίγες μέρες, σε μια ύστατη προσπάθεια να συμμαζέψει τον ανεξέλεγκτο, ιστορικά υψηλό πληθωρισμό που τρέχει με πάνω από 8%, η ομοσπονδιακή τράπεζα Fed αύξησε ξανά, για έκτη φορά από τον περασμένο Μάρτιο(!), τα δύο βασικά επιτόκιά της στο 3,75% και 4% αντίστοιχα, που είναι το υψηλότερο επίπεδο από την πιστωτική κρίση του 2008. Το μήνυμα της Fed υποτίθεται ότι ήταν καθησυχαστικό για τις αγορές, αλλά οι δείκτες της Wall Street υποχώρησαν άτακτα. Γιατί; Διότι οι πάντες καταλαβαίνουν ότι η κλασική συνταγή της αύξησης επιτοκίων δεν λειτουργεί, αφού οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, διαρκή αγαθά και υπηρεσίες συνεχίζονται: απλώς αυξάνεται το κόστος δανεισμού, στραγγαλίζοντας την πραγματική οικονομία και επιβεβαιώνοντας αυτό που ήδη βλέπει ο μέσος καταναλωτής-ψηφοφόρος, ότι δηλαδή η νέα Μεγάλη Υφεση είναι αναπόφευκτη…
Στην πραγματική ζωή, ο πληθωρισμός είναι ο υψηλότερος απ’ ό,τι έχουν βιώσει ποτέ οι περισσότεροι Αμερικανοί, εκτοξεύοντας τους λογαριασμούς του σουπερμάρκετ, τα ενοίκια και τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και άλλων δαπανών. Ετσι, εκμηδενίζονται οι λιγοστές οικονομικές επιτυχίες της κυβέρνησης Μπάιντεν –όπως π.χ. η ταχεία αύξηση των θέσεων εργασίας και η χαμηλή ανεργία– και πάει στράφι η σχετική συγκράτηση στις τιμές της ενέργειας, καθώς η Αμερική δεν βρίσκεται στη δεινή θέση εξάρτησης για τα καύσιμά της, όπως είναι π.χ. η Ευρώπη· αντίθετα, οι κολοσσοί της θησαυρίζουν κιόλας, πουλώντας υγροποιημένο αέριο τέσσερις φορές ακριβότερα στα αλυσοδεμένα πελατάκια της Γηραιάς Ηπείρου. Αλλά τι να το κάνεις, όταν π.χ. το κοτόπουλο έχει ακριβύνει 27% από πέρσι και σχεδόν 40% από το ’20, ενώ οι μισθοί είναι ουσιαστικά παγωμένοι;
Οταν λοιπόν ο Μπάιντεν προειδοποιεί προχθές πανικόβλητος για «πολιτικό χάος» που απειλεί τις ΗΠΑ, ξέρει πως αυτό που πάνω απ’ όλα θα πληρώσει είναι ο υπερπληθωρισμός. Σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση, το 36% των Αμερικανών θεωρεί πως το πιο «επείγον» ζήτημα για τη χώρα είναι ο πληθωρισμός. Πολύ μακρινό δεύτερο πρόβλημα είναι το δικαίωμα στην άμβλωση (10%), ενώ η αμφισβήτηση των εκλογικών διαδικασιών από τους τραμπικούς συγκινεί ένα μηδαμινό 6%…
Η πραγματική αχίλλειος πτέρνα της αμερικανικής αυτοκρατορίας, βέβαια, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά, δεν είναι η σημερινή κρίση του υπερπληθωρισμού, αλλά τα… Ιμαλάια του χρέους. Δεκαετίες τώρα η Αμερική (όπως βέβαια και η Ευρώπη) στήριζε την τεχνητή ευημερία της, τον στρατό της, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της διαγουμίζοντας τις πρώτες ύλες του αναπτυσσόμενου κόσμου και τυπώνοντας… αέρα – τρισεκατομμύρια χάρτινα δολάρια. Αυτό γίνεται γιατί το δολάριο παραμένει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και αρα οι αποτιμώμενοι σε αυτό τίτλοι, όπως τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, θεωρούνται ακόμη ασφαλής επένδυση, έστω και ως «παρκάρισμα». Ομως η μονοκρατορία του δολαρίου (και αντιστοίχως του ευρώ) ήδη απειλείται από τις νέες ανερχόμενες δυνάμεις των BRICS+, ιδίως μετά την πρόσφατη… αποστασία της Σαουδικής Αραβίας. Και αυτό αλλάζει τα πάντα και στο μέτωπο της οροσειράς του χρέους, που ξαφνικά δεν μοιάζει καθόλου στιβαρή.
Από τις αρχές του 2020 το κρατικό χρέος της αυξήθηκε κατά 8 τρισεκατομμύρια δολάρια, ξεπερνώντας τα 31 τρισ.! Οταν ανέλαβε ο Ομπάμα, το 2009, το χρέος ήταν «μόλις» 10,6 τρισ. δολάρια, μέχρι το ’17 πήγε στα 19,9 και ο Τραμπ το έφτασε στα 27,8 τρισ.! Αυτό σημαίνει ότι μόνο για πληρωμή τόκων οι ΗΠΑ θα πρέπει να πληρώσουν σχεδόν 10 τρισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία – ένα χρέος που όλοι γνωρίζουν πως δεν πρόκειται ποτέ να αποπληρωθεί – αλλά κανείς οικονομολόγος δεν τολμά να μιλήσει για τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Το μόνο που κάνουν οι υπουργοί του Μπάιντεν είναι να πετούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια των φορολογουμένων στη «μαύρη τρύπα» της Ουκρανίας και να εκτοξεύουν πυροτεχνήματα για αυξήσεις στη φορολογία των υψηλών εισοδημάτων και των υπερκερδών των μεγάλων εταιρειών· αλλά, όπως έδειξε και η διάσωση με δημόσιο χρήμα των αμαρτωλών τραπεζών από Μπους και Ομπάμα στην προηγουμένη πιστωτική κρίση, το παλιρροϊκό κύμα της οποίας χαντάκωσε κι εμάς τους Ελληνες, η εξάρτηση του πολιτικού συστήματος από τις τράπεζες και το μεγάλο κεφάλαιο είναι τόσο εκτεταμένη, που κανείς δεν πρόκειται να αγγίξει τους δισεκατομμυριούχους…
