ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αφροδίτη Τζιαντζή
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επρεπε να εμφανιστούν οι πρώτες ελλείψεις στη χονδρική και να μπει πλαφόν σε αλυσίδες σουπερμάρκετ στη λιανική, για να αποφασίσει εκ των υστέρων η κυβέρνηση να ξεκινήσει τη διαδικασία καταγραφής των αποθεμάτων της χώρας σε βασικά τρόφιμα και αγροτικές πρώτες ύλες.

Η τροπολογία της τελευταίας στιγμής σε άσχετο νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος για την «επισιτιστική ασφάλεια και την αποφυγή αθέμιτων εμπορικών πρακτικών» επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά τα αντανακλαστικά Ραν Ταν Πλαν μιας κυβέρνησης που επί μήνες κώφευε επιδεικτικά στις εκκλήσεις φορέων και καταναλωτών να πάρει μέτρα για την ακρίβεια που καλπάζει. Φαίνεται πως έπρεπε να πάρει φωτιά ο σιτοβολώνας της Ευρώπης για να αποφασίσει το ελληνικό κράτος, με ατελή και σπασμωδικό τρόπο, να αρχίσει να κάνει το αυτονόητο: να ξέρει ποια και πόσα είναι τα εθνικά αποθέματα σε βασικά διατροφικά αγαθά και πρώτες ύλες και πόσο θωρακισμένοι είμαστε σε ελλείψεις και πληθωριστικές εκρήξεις.

«Είναι αδιανόητο μια χώρα να μη γνωρίζει ποια είναι τα αποθέματά της σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, όταν ήδη πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία ευρωπαϊκές χώρες συσσώρευαν αποθέματα σε βασικά προϊόντα λόγω της αύξησης των τιμών και της ενεργειακής κρίσης» λέει στην «Εφ.Συν.» ο ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Χαράλαμπος Κασίμης, πρώην γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής & Διαχείρισης Κοινοτικών Πόρων. Ο ίδιος φέρνει το παράδειγμα της Γαλλίας αλλά και της Ουγγαρίας που προέβησαν σε κινήσεις προστατευτισμού, καθώς «ανησυχούσαν τι θα συμβεί με την εκτίναξη των τιμών, που όντως τελικά εκτινάχτηκαν».

Μπορεί η Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ να χτυπάει το καμπανάκι του κινδύνου για νέες επισιτιστικές κρίσεις πρωτίστως σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι θωρακισμένη. Κάθε άλλο. «Μετά τη Ρουμανία είμαστε η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό δαπανών επί του οικογενειακού προϋπολογισμού για είδη διατροφής στην Ε.Ε.» συνεχίζει ο καθηγητής.

Το 23,1% των μέσων μηνιαίων δαπανών των ελληνικών νοικοκυριών πηγαίνει σε τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 14,8% – με βάση τα στοιχεία του 2020. Αυτό σημαίνει ότι οι Ελληνες είναι πιο εκτεθειμένοι στην άνοδο των τιμών των τροφίμων από τους κατοίκους άλλων ευρωπαϊκών χωρών, ενώ ακόμα πιο ακριβά πληρώνουν τις ανατιμήσεις στο διατροφικό καλάθι τα φτωχότερα νοικοκυριά. Τα νοικοκυριά που ανήκουν στο 1ο και χαμηλότερο «πεντημόριο» ισοδύναμης δαπάνης, δηλαδή το φτωχότερο 20%, ξοδεύουν το 35,5% του μηνιαίου προϋπολογισμού για διατροφή, ενώ αντίθετα το πλουσιότερο 20% δαπανά μόλις το 13,4% των εξόδων του για να τραφεί.

Οσον αφορά τις ελλείψεις, η Ελλάδα μπορεί να έχει βελτιώσει το συνολικό αγροτικό της ισοζύγιο, όμως εξακολουθούμε να είμαστε ελλειμματικοί σε ερυθρά κρέατα (ώς και 90% σε βόειο), σε γαλακτοκομικά προϊόντα όπως το αγελαδινό γάλα, αλλά και σε βασικά προϊόντα όπως το μαλακό σιτάρι το οποίο έχει έρθει στο προσκήνιο λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

«Ενώ σε σκληρά σιτηρά έχουμε πλεόνασμα και εξάγουμε κυρίως στην Ιταλία για ζυμαρικά, στο μαλακό σιτάρι καλύπτουμε μόνο το 10% των αναγκών μας, τα υπόλοιπα είναι εισαγόμενα» εξηγεί ο Χ. Κασίμης. Ως και το 1/3 των εισαγωγών σιτηρών καλύπτεται από τις Ρωσία και Ουκρανία, όμως αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ενα πολύ σημαντικό στοιχείο είναι η εξάρτησή μας από εισαγόμενες γεωργικές εισροές, λιπάσματα και ζωοτροφές. «Η Ρωσία ελέγχει το 23% της παγκόσμιας αγοράς σε αμμωνία, το 17% σε κάλιο, το 10% σε φωσφορικά άλατα, ουσίες που περιέχονται στα λιπάσματα, ενώ επίσης “δυνατός” παίκτης στον χώρο είναι και η Λευκορωσία» προσθέτει ο καθηγητής, θυμίζοντας ότι η Ε.Ε. καλύπτει το 30% των εισαγωγών σε λιπάσματα από τη Ρωσία, ενώ από την Ουκρανία εισάγει ώς και το 25% των αναγκών σε ηλιέλαιο και ώς και το 50% του καλαμποκιού, που είναι και βασική ζωοτροφή.

Απουσία πρόβλεψης και πρόληψης

Του Βαγγέλη Αποστόλου*

Οι διατροφικές κρίσεις δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο. Εχουν εμφανιστεί στο παρελθόν είτε λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών -καύσωνας στη Ρωσία το 2010-, είτε μολυσματικών κρίσεων -νόσος των τρελών αγελάδων-, είτε χρηματιστηριακών κερδοσκοπικών κινήσεων.

Οι επιπτώσεις της κάθε κρίσης στη χώρα μας εξαρτώνται από την εφαρμοζόμενη πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει επιλέξει να παραδώσει τους καταναλωτές στα χέρια του κεφαλαίου στο όνομα της ανάπτυξης και της επενδυτικής αναβάθμισης της χώρας. Οσο και να διατείνονται οι υπουργοί της ότι τα ελληνικά νοικοκυριά είναι υπό την προστασία της κυβέρνησης, αποδεικνύεται καθημερινά ότι είναι πίσω από τις εξελίξεις και τα όποια μέτρα λαμβάνονται έχουν πυροσβεστικό χαρακτήρα.

Η αδυναμία εφοδιασμού της χώρας μας με δημητριακά και ηλιέλαιο εξαιτίας της εγκληματικής εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτελεί ένα παράδειγμα της απουσίας πρόβλεψης και πρόληψης της κατάστασης και μη εφαρμογής πολιτικών διαχείρισης κινδύνου από τα κυβερνητικά κλιμάκια. Από τη μία έχουν επιτρέψει σε κάποιους να μην πουλούν τα αποθέματά τους περιμένοντας να κερδοσκοπήσουν, και από την άλλη δεν έχουν προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για τη μείωση του κόστους καλλιέργειας (λιπάσματα, ρεύμα, πετρέλαιο). Χρειάζονται πλέον στοχευμένες παρεμβάσεις στον αγροδιατροφικό τομέα για την ενίσχυση της πρωτογενούς παραγωγής, της μεταποίησης και της εμπορίας τροφίμων.

Επίσης θα πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες μελέτες για τις εθνικές ανάγκες και τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών, έτσι ώστε να γίνεται αποθεματοποίηση δημητριακών καρπών και σογιάλευρου σε επίπεδο χώρας και να μην παραδίδονται ανεξέλεγκτα στα χέρια των ιδιωτών. Τέλος, το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί από το Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας της Ε.Ε. και σε εθνικό επίπεδο να γίνουν διμερείς διπλωματικές συνέργειες για άρση των περιορισμών εισαγωγής δημητριακών καρπών στη χώρα μας από χώρες όπως είναι η Βουλγαρία και η Ρουμανία.

*Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας, πρ. υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων