«Αν δεν φας το φαγητό σου, θα το στείλω στα παιδάκια στην Αφρική που πεινάνε». Η φράση-κλισέ παραπέμπει σε μια καρικατούρα Ελληνίδας μάνας, που μπουκώνει το παιδί της ενώ το φοβερίζει με το φάσμα της πείνας, που είναι πάντα κάπου μακριά από μας. Ο μπαμπούλας της πείνας συνδυάζεται με τις εικόνες των υποσιτισμένων παιδιών για τα οποία διαβάζουμε στις στατιστικές του ΟΗΕ και αγοράζουμε τα Χριστούγεννα κάρτες της UNICEF για να τα βοηθήσουμε. Τα δικά μας τα παιδιά είναι ροδομάγουλα και στρουμπουλά, όχι απλώς στρουμπουλά, είναι από τα πιο παχύσαρκα της Ευρώπης και τώρα με την πανδημία τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, αφού κάθονταν ενάμιση χρόνο σπίτι, με τηλεμάθηση και ντελίβερι.
Κι όμως, όπως επιβεβαιώνουν οι δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ αλλά και οι έρευνες οργανισμών όπως το Ινστιτούτο Prolepsis, το φάσμα της διατροφικής ή επισιτιστικής ανασφάλειας (ανάλογα με το πώς αποδίδεται ο όρος food insecurity), με ή χωρίς πείνα είναι μια υπόθεση πολύ πιο κοντινή και γνώριμη από ό,τι νομίζουμε. Επιπλέον, η ανεπάρκεια τροφής δεν συνυπάρχει απλώς με την παχυσαρκία και τις ασθένειες που σχετίζονται με αυτή, αλλά προκύπτει από τις ίδιες γενεσιουργούς αιτίες, τη φτώχεια, την υλική στέρηση, την κοινωνική ανισότητα.
Το ράλι στις τιμές των πρώτων υλών, το οποίο έχει περάσει ήδη στα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης, σε συνδυασμό με το έμφραγμα στην εφοδιαστική αλυσίδα ως μία από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημικής κρίσης, απειλεί να βυθίσει όλο και μεγαλύτερα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού σε συνθήκες μέτριας ή σοβαρής διατροφικής ανασφάλειας. Μόνο που δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να καταγράψουμε τον παγκόσμιο χάρτη της επισιτιστικής ανασφάλειας. Με διαφορετική μορφή από ό,τι στην Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, η ανεπάρκεια τροφής ζει και βασιλεύει και μάλιστα καλπάζει, στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, απειλώντας περισσότερο τα πιο ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού, τα παιδιά, τις γυναίκες, τις μονογονεϊκές οικογένειες.
Στην Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία για το 2020, πριν καταγραφούν επαρκώς οι επιπτώσεις του κορονοϊού, αυξήθηκαν τα παιδιά ως 17 ετών που ζουν σε συνθήκες υλικής στέρησης από το 17,6% στο 19,4%, η μεγαλύτερη αύξηση από όλες τις ηλικιακές ομάδες, ενώ ακόμα περισσότερα είναι τα παιδιά που ζουν σε κίνδυνο φτώχειας, 21,4%.
Ένας από τους δείκτες της υλικής στέρησης είναι η αδυναμία να τραφείς κάθε δεύτερη μέρα με κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ισοδύναμης θρεπτικής αξίας. Η συγκεκριμένη μορφή διατροφικής ανασφάλειας αφορά το 45,8% των φτωχών νοικοκυριών και το 5,3% των μη φτωχών. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, φτωχά είναι τα νοικοκυριά που βγάζουν λιγότερα από 11.064 ευρώ τον χρόνο, για δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών ή όσοι έχουν εισόδημα κάτω από 5.269 ευρώ ετησίως για τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά. Με βάση τα στοιχεία του 2020, πάνω από 3 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στην Ελλάδα βρίσκονται στο κατώφλι της φτώχειας, το 28,9% του πληθυσμού, ποσοστό που παραμένει υψηλό παρά την αύξηση του μέσου διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος.
Όμως δεν είναι μόνο οι φτωχοί που υποφέρουν από κάποιο βαθμό διατροφικής ανασφάλειας, η οποία περιλαμβάνει και την κακή διατροφή. Πάντα με βάση τα στοιχεία του 2020, το 13,2% των νοικοκυριών ανησύχησε ότι δεν θα μπορέσει να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες των μελών της οικογένειας αναφέροντας μια κατάσταση «κατά την οποία υπάρχει στενοχώρια, αγωνία, άγχος, φόβος, ανησυχία ότι δεν θα υπάρχει επαρκής ποσότητα τροφής ή η τροφή θα τελειώσει λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων». Ακόμα υψηλότερο, 14,1%, είναι το ποσοστό όσων απάντησαν θετικά στην ερώτηση αν «έστω και ένα μέλος του νοικοκυριού αναγκάστηκε να καταναλώσει περιορισμένη ποικιλία τροφών, να καταναλώνει την ίδια τροφή ή απλώς περιορισμένο αριθμό τροφών καθημερινά».
