Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Πώς να μειώσετε τον κίνδυνο της διαταραχής μετατραυματικού στρες σε έναν κόσμο μετά τον Covid-19». «Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η πανδημία του κορονοϊού μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμο συναισθηματικό τραύμα, σε πλανητική κλίμακα, άνευ προηγουμένου». «Η επιδημία απειλεί να αφήσει εκατομμύρια επιζώντες με διαταραχή μετατραυματικού στρες». Πόσο τοις μετρητοίς πρέπει να παίρνουμε δημοσιεύματα σαν τα παραπάνω που αφθονούν το τελευταίο διάστημα στα διεθνή ΜΜΕ και κατά πόσο αφορούν την Ελλάδα, που ομολογουμένως πέρασε το πρώτο κύμα της πανδημίας με σχετικά μικρές απώλειες;

Το παράθυρο ευκαιρίας μετά το τέλος της καραντίνας και πριν από την επόμενη κρίση –που όλοι προβλέπουν είτε ως δεύτερο κύμα επιδημίας είτε ως οικονομική ύφεση– έχει αφήσει την ελληνική κοινωνία αμήχανη. Οι έρευνες κοινής γνώμης για το «ποιους εμπιστεύονται οι Ελληνες μετά την επιδημία» δίνουν αντικρουόμενα μηνύματα, ενισχύοντας την πολιτική σεναριολογία για ένα καυτό καλοκαίρι και ένα επεισοδιακό, ενδεχομένως εκλογικό, φθινόπωρο.

«Οι Ελληνες δεν έχουν υπάρξει ποτέ τόσο αισιόδοξοι και σίγουροι για το μέλλον όσο σήμερα». Σε αυτό το φαινομενικά αναπάντεχο συμπέρασμα καταλήγει πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις, που πραγματοποιήθηκε εν μέσω της καραντίνας. «Σήμερα το 85,7% των Ελλήνων πιστεύουν ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Πρόκειται για ένα ανεπανάληπτο ποσοστό», σημειώνουν οι ερευνητές, συγκρίνοντάς το με έρευνες των τελευταίων οκτώ ετών, στις οποίες «με ελάχιστες εξαιρέσεις η πλειοψηφία των ερωτηθέντων πίστευε σταθερά ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά».

Γίναμε πράγματι τόσο αισιόδοξοι εν μέσω υγειονομικής κρίσης ή πρόκειται για μαγική εικόνα που ενδεχομένως έχει ήδη ανατραπεί; «Το ποσοστό αισιοδοξίας είναι εμφανώς διογκωμένο σε σχέση με το πρόσφατο δημοσκοπικό παρελθόν, όπως έχει καταγραφεί από διάφορες εταιρίες και οργανισμούς τα τελευταία χρόνια», διαπιστώνει ο διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης Παναγιώτης Κουστένης, θέτοντας όμως τους εξής προβληματισμούς:

Πρώτον, δεν υπάρχει συγκεκριμένη συγκριτική μέτρηση στις προηγούμενες εκδόσεις της έρευνας της διαΝΕΟσις, από το 2015 ώς το 2020.

Δεύτερον, συμπληρώνει, «η έννοια αισιοδοξία είναι γενικόλογη, ενώ σε ένα βαθμό οι τιμές του δείκτη ενδέχεται να είναι συγκυριακά επηρεασμένες από τα θετικά αποτελέσματα του χειρισμού της πανδημίας».

Ο κορονοϊός κάνει καλό… στην εμπιστοσύνη;

Με μια πρώτη ανάγνωση, η υγειονομική κρίση, και η πετυχημένη μέχρι στιγμής διαχείρισή της, μας έφερε πιο κοντά στους, εγχώριους, κεντρικούς θεσμούς άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Αυτό είναι το κοινό εύρημα τριών ερευνών (διαΝΕΟσις, Σχολή Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών). Αυξημένη κατά 15% σε σχέση με το 2018 είναι η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στον πρωθυπουργό και στην κυβέρνηση, προσεγγίζοντας το 70% και το 64% αντίστοιχα, σύμφωνα με τη διαΝΕΟσις.

«Οι τιμές του συγκεκριμένου δείκτη αγγίζουν τα υψηλότερα όριά του, προσεγγίζοντας σε αρκετές περιπτώσεις ποσοστά ισοδύναμα με εκείνα της πρώτης αντίστοιχης έρευνας, του Απριλίου 2015», σχολιάζει ο Παναγιώτης Κουστένης, βάζοντας όμως δύο αστερίσκους: «Η ανάκαμψη αυτή είχε ξεκινήσει να καταγράφεται ήδη από την έρευνα του 2018 (ως προς το 2017, όπου είχαν εμφανιστεί και οι μικρότερες τιμές των δεικτών), ειδικά σε ό,τι αφορά τους θεσμούς της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού».

Επιπλέον, συνεχίζει ο ίδιος, «φαίνεται ότι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της συγκυρίας και των χειρισμών στο θέμα του κορονοϊού έχει επηρεάσει σημαντικά τις απαντήσεις, γεγονός που αποτυπώνεται στη σημαντική πτώση της εμπιστοσύνης προς την Ε.Ε. (έφτασε στο 27,3%), του μόνου θεσμού που παρουσίαζε συνεχή (αλλά σταθερή) μείωση εμπιστοσύνης μεταξύ 2015-2018».

Οι απαγορεύσεις βασίζονται στο συνέρχεσθαι και στο συνευρίσκεσθαι. Είναι υπαρξιακό το ζήτημα

Το ταξιδιωτικό γραφείο στο οποίο δουλεύει ο Στάθης έχει ανοίξει εδώ και δύο βδομάδες. Ομως το τηλέφωνο παραμένει βουβό και σπάνια εμφανίζεται κάποιος από την είσοδο. «Είμαστε οκτώ ώρες στο γραφείο και απλά κοιταζόμαστε μεταξύ μας», λέει. Ως αρχηγός των ελληνικών γκρουπ, τα τελευταία χρόνια ταξιδεύει συνήθως στην Ιορδανία και στο Ντουμπάι.

Για τον Στάθη δεν υπάρχει καμία επιστροφή στην κανονικότητα. «Τα τουριστικά γραφεία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι σε αναστολή και η καλοκαιρινή περίοδος είναι χαμένη. Το ποσοστό που λένε ότι θα έρθει, το 20% του περσινού τουρισμού, σημαίνει πως στην Ελλάδα θα έρθουν 7 εκατομμύρια τουρίστες από 35 εκατομμύρια που είχε πέρυσι». Αυτό συνεπάγεται πως πολλά γραφεία δεν θα καταφέρουν να βγάλουν ούτε τα έξοδά τους και πως οι δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι των τουριστικών γραφείων θα μείνουν μετέωροι.

«Κανονικότητα είναι να δουλεύεις κανονικά, να πληρώνεσαι και να παίρνεις τις άδειές σου», απαντά ο Στάθης στο ερώτημά μας για το πώς βλέπει την «κανονικότητα» που πολυδιαφημίζει η κυβέρνηση. «Δεν ξέρουμε καν με ποιους όρους θα ανοίξουμε. Οταν οι ίδιες οι χώρες δεν ξέρουν τι θα κάνουν, πώς να συνεχίσουμε εμείς; Ρίχνουν ρολά όλες οι χώρες πρώτη φορά στα χρονικά. Πέρυσι το 40% των Γερμανών δήλωνε ότι θέλει να κάνει τουρισμό έξω από τη Γερμανία, φέτος δηλώνει το ίδιο μόνο το 19%. Η πίτα είναι στο μισό».

Το τηλέφωνο του Στάθη δεν χτυπάει σχεδόν ποτέ και όταν χτυπήσει, σπάνια στην άλλη μεριά της γραμμής είναι πελάτες που σκοπεύουν τα ταξιδέψουν. «Είναι νεκρά τα γραφεία μας. Και το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα αντέξουμε». Τα ταξιδιωτικά γραφεία, όπως όλοι οι εργασιακοί κλάδοι, πέρασαν και εκείνα τον δικό τους Γολγοθά την περίοδο της κρίσης. Τον ρωτάμε αν βλέπει κοινά μεταξύ της κρίσης που ξέσπασε τότε και την κρίση που φαίνεται να πλησιάζει απειλητικά σήμερα. «Στην κρίση του 2011 μπορούσες να αντιμετωπίσεις κάποια πράγματα. Μετά το 2016 υπήρξε ανάκαμψη, άρχισε να ταξιδεύει ο κόσμος και κοντεύαμε να φτάσουμε σε προ κρίσης επίπεδα. Ηρθε, όμως, ο κορονοϊός και τα διέλυσε όλα».

Για τον Στάθη το μέλλον είναι ζοφερό, όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και ως προς τις ψυχολογικές επιπτώσεις που αυτό επιφυλάσσει. «Ηξερες το 2011 ότι κάποια στιγμή θα μπει στις ράγες το τρένο και θα τσουλήσει. Εδώ έχεις τον ψυχολογικό παράγοντα. Οι απαγορεύσεις κινούνται σε δύο βασικά πεδία: στο συνέρχεσθαι και στο συνευρίσκεσθαι. Πλήττεσαι στον πυρήνα σου, είναι υπαρξιακό το ζήτημα. Στην περίοδο της κρίσης αναπτύχθηκε η αλληλεγγύη, να είναι ο ένας δίπλα στον άλλο. Σήμερα μας το κόβουν αυτό. Είναι όπλο ο φόβος. Ο φόβος με τα χημικά και το ξύλο αντιμετωπίζεται, ο φόβος που ντύνεται με υγειονομικό μανδύα πώς αντιμετωπίζεται;»

Μετά την καραντίνα, ο τοξικός φόβος

Η ψυχίατρος Μαρίνα Οικονόμου-Λαλιώτη, καθηγήτρια Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συντόνισε την επιστημονική ομάδα της τηλεφωνικής γραμμής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης για τον κορονοϊό 10306. Της ζητήσαμε να συγκρίνει τα αιτήματα των καλούντων πριν και μετά την καραντίνα.

«Από τις πρώτες στιγμές της εισβολής της πανδημίας και την αξιολόγηση των αιτημάτων, σε ένα επίπεδο ποσοτικής ανάλυσης των πρώτων αποτελεσμάτων αναδεικνύονται τα περιοριστικά μέτρα παρά ο ιός αυτός καθ’ εαυτός ως μείζον πρόβλημα, ενώ παράλληλα οι σκέψεις και οι ανησυχίες για τα οικονομικά ζητήματα υπονόμευαν τα συναισθήματα και μεταφράζονταν σε άγχη, φόβους και αγωνίες.

»Μετά το τέλος της καραντίνας στο λυκόφως των περιοριστικών μέτρων, στο λυκαυγές του έξω, ο φόβος αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο αίσθημα.

Ενας φόβος παθολογικός που εν τέλει γίνεται ένα τοξικό συναίσθημα. Φόβος μόλυνσης από τον ιό, φόβος επανάκαμψης της επιδημίας, φόβος για νέα περιοριστικά μέτρα αν η επιδημιολογική εικόνα δεν εξελιχθεί καλά, φόβος για το άγνωστο. Εντονος αναδεικνύεται και ο φόβος για τα οικονομικά ζητήματα, φόβος για την επερχόμενη ύφεση, φόβος για την απώλεια εργασίας είτε του ίδιου του καλούντα είτε μέλους της οικογένειάς του, φόβος για τις συνεπαγόμενες δυσκολίες να αντεπεξέλθει σε οικονομικές υποχρεώσεις».

Υπάρχει αναλογία με την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που λειτούργησε επίσης τηλεφωνική γραμμή SOS για την κατάθλιψη; «Τα οικονομικά προβλήματα και τότε και τώρα φαίνεται να έχουν τεράστια σημασία, διότι είναι εκείνα τα προβλήματα που συνδέονται με την οικονομική ανασφάλεια, με τον φόβο απώλειας της εργασίας και με την εν δυνάμει στοχοποίηση.

Σήμερα φαίνεται να ξεσκεπάζεται όμως το βίωμα του παρελθόντος της κατάθλιψης που αναδείχτηκε σε μάστιγα για τον ελληνικό πληθυσμό κατά τη διάρκεια της υπερ-δεκαετούς οικονομικής ύφεσης, με τα ποσοστά της να εκτινάσσονται από 3,3% πριν την κρίση (2008) στο 12,4% το 2012. Υπό αυτό το πρίσμα, η πανδημική κρίση του COVID-19 επανενεργοποιεί προηγούμενες καταθλιπτικές επεξεργασίες, φέρνοντας στην επιφάνεια επώδυνα συναισθήματα και τραυματικές μνήμες.