Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν ζούσε σήμερα ο Τζέιμς Ντιν, θα ήταν 84 ετών. «Εφυγε» όμως πριν από 60 χρόνια (30 Σεπτεμβρίου 1955), στα 24 του, οδηγώντας μια ασημί Πόρσε Σπάιντερ 550 (δεν έχω ιδέα από αμάξια, αλλά νομίζω ότι το συγκεκριμένο ήταν μια πρόκληση στον θάνατο).

Οχι πάντως τόσο επειδή έτρεχε με 90 χιλιόμετρα, αλλά επειδή από το αντίθετο ρεύμα ερχόταν με ταχύτητα μια Φορντ. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Η Πόρσε διαλύθηκε, ο Ντιν βρήκε ακαριαίο θάνατο, ενώ αντίθετα επέζησαν ο μηχανικός συνοδός του και ο οδηγός της Φορντ.

Ο θάνατός του προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση, ειδικότερα στους νέους, που είχαν ταυτιστεί με τους ήρωες που είχε ενσαρκώσει (ως η προσωποποίηση της νεανικής επαναστατικότητας), στις δυο πρώτες ταινίες του: «Ανατολικά της Εδέμ», σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν (βασισμένη σε μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ), και «Επαναστάτης χωρίς αιτία», του Νίκολας Ρέι.

Μια τρίτη, «Ο Γίγας» του Τζορτζ Στίβενς, προβλήθηκε μετά τον θάνατό του (γράφτηκε μάλιστα ότι κάποιες φανατικές θαυμάστριες συμπατριώτισσές του τον ακολούθησαν στον θάνατο).

Η δόξα του Ντιν έφτασε και στην Ελλάδα, δίπλα σε αυτήν του Μάρλον Μπράντο, με τους νέους να μιμούνται τις συμπεριφορές και το ντύσιμό του, με κυρίαρχα τα τι-σερτ και τα μπουφάν.

Ειδικότερα μετά τον τραγικό θάνατό του, που εκμεταλεύτηκαν ποικιλότροπα εμπορικά οι συμπατριώτες του Αμερικανοί, διαιωνίζοντας τον μύθο του.

Η Ελλάδα του ’50

Ας θυμίσω, με την ευκαιρία, τι έτρεχε τη δεκαετία εκείνη στα ημέτερα εδάφη – ό,τι χωρέσει:

● Ο Εμφύλιος είχε λήξει το 1949, αλλά η νικήτρια παράταξη διατηρούσε την εμφυλιοπολεμική ατμόσφαιρα, με εκτελέσεις κομμουνιστών (μεταξύ των οποίων και του Νίκου Μπελογιάννη το 1952), εξορίες, διώξεις «αντιφρονούντων» και πιστοποιητικά «κοινωνικών φρονημάτων».

● Η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση απορφάνιζαν την περιφέρεια και γενικά τον τόπο από το πιο εύρωστο δυναμικό του. Η πρωτεύουσα γέμιζε από επαρχιώτες, που βολεύονταν σε άχαρα οικήματα ή πολυκατοικίες, που αυξάνονταν και πληθύνονταν άναρχα λόγω «αντιπαροχής» (σπίτια, πάντως, και μάλιστα ολόκληρες πολυκατοικίες μοίραζε η ΕΣΗΕΑ με το περίφημο Λαχείο Συντακτών).

● Σε κοινωνικό επίπεδο ίσχυε ο θεσμός της προίκας, όπως και της παρθενίας, με τα εγκλήματα «για λόγους τιμής». Υπήρχε όμως και η υψηλή βασιλική προστασία με την προίκα σε άπορα κορίτσια (1.000 δραχμές, που ώσπου να ενηλικιωθούν μπορούσαν να φτάσουν ώς τις 20.000, καθώς οι τιμές κρατούσαν χρόνια).

● Το 1952, ωστόσο, υπήρξε ιδιαίτερα αποδοτικό για τους κατέχοντες, καθώς με απόφαση του τότε υπουργού Συντονισμού Σπύρου Μαρκεζίνη, στην κυβέρνηση Παπάγου, διπλασιάστηκαν οι αξίες της χρυσής λίρας και του δολαρίου: η πρώτη από τις 150 δραχμές σαλτάρισε στις 300 και το δεύτερο από τις 15 δραχμές στις 30 (όλα άλλωστε τότε αποτιμώντο σε λίρες).

«Παλιοκοινωνία»!

● Τα δεινά της φτωχολογιάς καταγράφονταν στις ελληνικές ταινίες (από τις πιο προσιτές ψυχαγωγίες του λαϊκόκοσμου – «έναρξη από 10ης πρωινής») και τα λαϊκά τραγούδια, για τα οποία δεινά όμως αίτιος ήταν η «άπονη ζωή» και η «παλιοκοινωνία» και όχι η εξουσία, που δεν τολμούσε κανένας να θίξει.

● Μια μερίδα των νέων πάντως «την έβρισκε» στα πάρτι, με κυρίαρχο το ροκ εν ρολ, που είχε ήδη ενσκήψει, αρχής γενομένης από την αμερικάνικη ταινία «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα», με τον Μπιλ Χάλεϊ (τον οποίο λίγο αργότερα επισκίασε ο Ελβις Πρίσλεϊ). Οσο για την «καλή κοινωνία», διασκέδαζε στις κοσμικές δεξιώσεις και στην αναβίωση του θεσμού των καλλιστείων, με πρώτη νικήτρια, το 1952, τη 17χρονη Νταίζη Μαυράκη.

● Οι πολίτες ενημερώνονταν, για τα ελληνικά και τα ξένα συμβάντα, από τις εφημερίδες και τους δυο ραδιοφωνικούς σταθμούς: την κρατική ΕΡΑ και την ΥΕΝΕΔ (του στρατού). Οι δε ανήσυχοι βιβλιόφιλοι σιτίζονταν πνευματικά από τα απαγορευμένα κυρίως βιβλία.

● Ηταν βέβαια και η Ελλάδα των διαδηλώσεων – κυρίως στην Αθήνα: για την Κύπρο, για το 114 (το ακρογωνιαίο άρθρο του Συντάγματος, που όριζε ότι η τήρησή του αφηνόταν στον πατριωτισμό των Ελλήνων), την «προίκα στην Παιδεία», την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, αλλά και τον αφανισμό του εναπομείναντος ελληνισμού στην Τουρκία, με τους βανδαλισμούς τον Σεπτέμβριο του 1955 – τον μήνα που «έφυγε» και ο Τζέιμς Ντιν…

στο πλαίσιο

☛ Και τώρα, μετά το θριαμβικό, ακόμα και για τους πιο αισιόδοξους αποτέλεσμα –κόλαφος για πολέμιους και δημοσκόπους– δουλειά. Καθότι μεγάλος ο λογαριασμός που απαιτεί το τρίτο και πιο φαρμακερό Μνημόνιο (οπότε… τυχεροί οι που ξέμειναν στην αντιπολίτευση). Εκεί θα καταφανεί η ικανότητα των κυβερνώντων και η αντοχή (και ανοχή) του κόσμου (του λαού, θα ήθελα να γράψω, αλλά τόσο πια πολυμεταχειρισμένο, ακόμα και από τους ελάχιστους που μιλάνε για λογαριασμό του).

☛ Υψηλή, υψηλότατη η αποχή (που περιέργως οι ηττημένοι ισχυρίζονται ότι αυτοί τους «έκαψαν», λες και όλοι είναι δικοί τους). Και οι πιθανές εξηγήσεις: πλήξη και απέχθεια για πολιτικούς και πολιτικό σύστημα. Βαρεμάρα. «Οποιοι και να έρθουν το ίδιο θα ’ναι, αφού είμαστε εξαρτημένοι». Κι αυτή η λίστα, που δεν επέτρεπε να «σταυρώσουμε» κάποιον «δικό μας». Γενικά σκεπτικισμός και απουσία ενθουσιασμού (πού είναι οι εποχές που οι ψηφοφόροι της νικήτριας παράταξης ξεχύνονταν πανηγυρίζοντας στους δρόμους;).

☛ «Η κόρη μου η Μυρτώ», σύστησε με υπερηφάνεια πριν από μερικά χρόνια η ηθοποιός και ποιήτρια Κατερίνα Γώγου, σε επίσκεψη στην «Ελευθεροτυπία», για μια συνέντευξη. Παράκληση, στη συνέντευξη να μπει και μια φωτογραφία με την κόρη (αμφότερες κούκλες) – πράγμα που έγινε. Η Κατερίνα έφυγε από τη ζωή το 1993 στα 53 της. Ο πατέρας της Μυρτώς, Παύλος Τάσιος (σκηνοθέτης, μεταξύ άλλων, της ταινίας «Παραγγελιά» – εκεί και η Κατερίνα να χορεύει) το 2011 στα 69 του. Και η Μυρτώ, που είχε δοκιμαστεί κι αυτή στην ποίηση με τη συλλογή «Η Αλίκη δεν μένει πια εδώ» (εκδ. «Καστανιώτη», 2014), μόλις την περασμένη εβδομάδα, στα 48 της. Τι ζωές…

ΚΑΙ… Λεβέντης. Απ’ όλα έχει ο μπαξές…