Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον συναντούσαμε χρόνια στις μπουάτ της Πλάκας – από τους πρώτους και τελευταίους τροβαδούρους του τραγουδιού που επικράτησε με την ονομασία «Νέο Κύμα» (από το γαλλικό Nouvelle Vague). Πρωτακούστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και κράτησε κοντά μια τριακονταετία με εξαιρετικά (και ανθεκτικά ώς τις μέρες μας) τραγούδια, ερμηνευτές κι ένα φανατικό κοινό – κυρίως νεανικό.

Είναι ο Γιώργος Ζωγράφος, που έφυγε από τη ζωή πριν από δέκα χρόνια. «Ηταν ο πιο σπαραχτικός τραγουδιστής της εποχής του, με ένα από τα ιδιόμορφα ηχοχρώματα», γράφει ο Νότης Μαυρουδής, φίλος και συνεργάτης του, στο βιβλίο του Δημήτρη Μπαγέρη «Γιώργος Ζωγράφος – Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο» (με κείμενα και φωτογραφίες του τραγουδιστή, μαζί μ’ ένα cd με 25 τραγούδια του, εκδ. «Μετρονόμος»).

Και συνεχίζει: «Γεννημένος στις 4 Αυγούστου του 1936, συμπλήρωσε 69 χρόνια ζωής έως τη στιγμή του θανάτου του – πιθανολογούμε γύρω στις 13 Αυγούστου του 2005. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία, αφού οι οικείοι του τον βρήκαν τραγικά μόνο, δίχως ψυχή, ακίνητο πλέον, στο δωμάτιό του, μετά από αρκετές ημέρες». Είχε ήδη, προσθέτω, αποσυρθεί από το τραγούδι περιμένοντας μια τιμητική σύνταξη που δεν του είχε δοθεί ακόμα. Κηδεύτηκε με δημοτική δαπάνη στο νεκροταφείο Καισαριανής.

Επέλεξα την αναφορά αυτή του Μαυρουδή για τον επιπλέον λόγο ότι ο Ζωγράφος δεν ξανοιγόταν, ακόμα και στους πιο στενούς του φίλους, στην προσωπική του ζωή.

Οσοι τον είχαμε γνωρίσει από κοντά, αναγνωρίζαμε έναν γνήσιο, έναν ευαίσθητο καλλιτέχνη, που υπηρετούσε με ιεραποστολική ζέση το τραγούδι (ακόμα και τα μαύρα χρόνια της χούντας), πράγμα που ενίσχυε και η εμφάνισή του: Κλειστό μαύρο πουλόβερ, συχνά με τον γιακά κάποιου λευκού πουκάμισου, που θύμιζε καθολικό ιερωμένο. Και ως έναν άνθρωπο που σπάνια γελούσε και αστειευόταν, χωρίς ωστόσο να του λείπει το χιούμορ.

«Η μοναξιά του έχει στήσει την πιο ύπουλη παγίδα. Είναι πλέον η εποχή που αποστρέφεται κάθε επαφή. Ωστόσο παντρεύεται μια τρυφερή γυναίκα – σύντροφο και αποκτά μια κόρη. Δεν κρατάει για πολύ ο γάμος και στο εξής ζει με τις συνθήκες τις δικές του, όπως τις όρισε ο ίδιος», επισημαίνει στο προαναφερόμενο κείμενο ο Μαυρουδής.

Από καλλιτεχνική οικογένεια –ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου ο πατέρας Νίκος Ζωγράφος, της Λυρικής Σκηνής η μητέρα Αλίκη Ζωγράφου– ένας γάμος που, φαίνεται, δεν πήγε καλά. Ο ίδιος ωστόσο σπούδασε στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, δοκιμάστηκε στη σκηνή, αλλά, μολονότι είχε αξιόλογες επιδόσεις, δεν στάθηκε. Στο τραγούδι χωρούσε καλύτερα. Ξεκίνησε από μια μπουάτ της Μυκόνου, για να περάσει στις μπουάτ της Πλάκας – απ’ όλες: 16 τον αριθμό. Μερικές από τις πιο γνωστές: «Συμπόσιο», «Εσπερίδες», «Τετράδιο», «Τιπούκειτος», «Απανεμιά» – αντάμα με άλλους καλλιτέχνες του «Νέου Κύματος».

Πλούσια η διαδρομή του σε ερμηνείες τραγουδιών των περισσότερων συνθετών – όχι μόνο του «Νέου Κύματος». Μερικά από αυτά, που σημαδεύτηκαν με τη φωνή του: «Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος» (μουσική Χατζιδάκι – στίχοι Γκάτσου), «Γράμματα από τη Γερμανία» (Θεοδωράκη – Λάδη»), «Μπολιβάρ» (Μαμαγκάκη – Εγγονόπουλου), «Πού να χωρέσει τ’ όνειρο» (Λεοντή – Παπανικολάου), «Ακρη δεν έχει ο ουρανός» (Μαυρουδή – Κακουλίδη), «Πέρα από τη θάλασσα» (Μαρκόπουλου – Θαλασσινού), «Τ’ όνειρό μου πέθανε» (Σπανού – Λαπαθιώτη), «Μικρό παιδί» (Κόκοτου – Βεργόπουλου), «Γεια σας τριαντάφυλλα» (Τερζή – Παλαμά), «Δως μου τα χέρια σου» (Πλέσσα – Δασκαλόπουλου).

«Πρωτοπόρος στο είδος του, συνέβαλε στην εδραίωση των μπουάτ της Πλάκας ως χώρων γνήσιας λαϊκής μουσικής ψυχαγωγίας. Ως χώρων συνάντησης των νέων της εποχής, με αφορμή το τραγούδι, την ποίηση και τον έρωτα για την τέχνη γενικά», γράφει ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής στο βιβλίο του Μπαγέρη.

Προσωπικά, πέρα από τον καλλιτέχνη, διατηρώ κάποιες εικόνες από τον άνθρωπο Ζωγράφο. Και σ’ αυτές ένα βράδυ που, καθισμένοι σ’ ένα μπαρ, μιλούσε για έναν προβληματικό έρωτα που ζούσε εκείνο τον καιρό – τον οποίο ωστόσο αντιμετώπιζε με καρτερικότητα, αλλά και με γλυκόπικρο χιούμορ.

Στο πλαίσιο

Ενα νέο βιβλίο από την Ντόρα Γιαννακοπούλου. Οχι μυθιστόρημα, όπως τα προηγούμενα, αλλά βιογραφικό, αυτοβιογραφικό: «Μια ζωή σαν πρόβα» (εκδ. «Καστανιώτη»). Γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, αλλά είναι σαφές ότι πρόκειται για την ίδια. Μια ζωή με πολλές ταλαιπωρίες και οικογενειακά τραύματα, που ωστόσο δεν την εμπόδισαν (αντίθετα, θα ’λεγα, την πεισμάτωσαν) να γίνει αυτό που ήθελε, αυτό που ξέρουμε: καλλιτέχνις αξιώσεων και συγγραφέας πολυδιαβασμένων μυθιστορημάτων.

Ταλαντούχα, ανήσυχη, δουλευταρού. Συμβαίνει να γνωρίζω την Ντόρα από τότε περίπου που ξεκίνησε. Από τις μπουάτ της Πλάκας (μεταξύ άλλων και με τον παραπλεύρως μνημονευόμενο Γιώργο Ζωγράφο), από το θέατρο και τα διαχρονικά τραγούδια από το «Ενας όμηρος» του Μπρένταν Μπίαν. Κι έλαχε να τη συναντήσω στη διάρκεια της χούντας στο εξωτερικό, στις αντιδικτατορικές συναυλίες της με τα τραγούδια του Θεοδωράκη.

Σύζυγός της ο Μηνάς Χρηστίδης – ηθοποιός (τον θυμάμαι, ενδεικτικά, σπαρταριστό στον ρόλο του αστυνόμου στη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου, από τον Κουν στο «Θέατρο Τέχνης»), κριτικός θεάτρου (επί 15 χρόνια και στην «Ελευθεροτυπία»), αλλά και της τηλεόρασης (ο πρώτος διδάξας), συν πολιτικός σχολιαστής – ξεχωριστός σε όλα. Ο Χρηστίδης έφυγε, ως γνωστόν, πριν από δύο εβδομάδες, από τη ζωή, με την Ντόρα να του συμπαραστέκεται στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, προβλήματα που ταλανίζουν και την ίδια. Γιος τους ο –και συγγραφέας με σημαντικές επιδόσεις– Λένος Χρηστίδης. Γόνιμη οικογένεια.

ΚΑΙ… Σε ποιους, άραγε, λείπουμε όταν λείπουμε;