ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιόζεφ Μπλοχ, πρώην διάσημος τερματοφύλακας, ξεχασμένος πλέον, περιπλανιέται σε μια ασφυκτική πόλη στα σύνορα της Αυστρίας, όπου αποκτά και μια άλλη ιδιότητα: του καταζητούμενου δολοφόνου… Είναι το κυρίαρχο πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Πέτερ Χάνκε «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» (εκδ. Gutenberg, μετάφραση Αλέξανδρος Ισαρης). Ενα διαβαστερό –και επίκαιρο, θα πρόσθετα– ανάγνωσμα, καθώς αυτές τις ημέρες βρίσκεται σε εξέλιξη το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα και το παζάρι των μεταγραφών.

Διατηρώ πλατωνική σχέση με το ποδόσφαιρο, εξ απαλών ονύχων, τότε που ήταν ερασιτεχνικό, οι ποδοσφαιριστές έπαιζαν σε «ξερό» γήπεδο, είχαν ελληνικά ονόματα και «αποστρατεύονταν» από την ίδια ομάδα. Και επαγγελματικά, διορισμένοι σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Αναφέρομαι κυρίως στη δεκαετία του ’50, όπου, παρά τις κάθε είδους απαγορεύσεις, τα πράγματα, και στα αθλήματα, ήταν λίγο-πολύ πολιτικοποιημένα – για να υπάρχει, προφανώς, και κάποιο πρόσθετο ενδιαφέρον για το κοινό.

Ετσι, ο Ολυμπιακός (για να περιοριστώ στους αποκαλούμενους «αιώνιους αντίπαλους»), το καμάρι της εργατικής τάξης του Πειραιά –βάλτε και κόκκινη λουρίδα στη σημαία του– ήταν με την Αριστερά. Ο Παναθηναϊκός της αστικής Αθήνας, με τη Δεξιά. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με κάποια άλλα, κυρίαρχα λαϊκά αθλήματα, της εποχής: στο μποξ, οι πρωταθλητές Λαμπίδης και Παπαδόπουλος – ο πρώτος με την Αριστερά, ο δεύτερος με τη Δεξιά. Οι πρωταθλητές του κατς Λαμπράκης και Καρπόζηλος – ο πρώτος, επίσης, με την Αριστερά, ο δεύτερος με τη Δεξιά…

Αθλημα-επάγγελμα

Αυτά (επιστρέφοντας στο ποδόσφαιρο), μέχρι που το άθλημα έγινε –παγκοσμίως– επαγγελματικό, με αποτέλεσμα η ισχυρότερη ομάδα να είναι αυτή που έχει τους πλουσιότερους ιδιοκτήτες-επιχειρηματίες και οι ποδοσφαιριστές, εύρωστη οικονομικά τάξη. Εκτιμώ ωστόσο αυτούς –και ανάμεσά τους πολλούς λόγιους– οι οποίοι απολαμβάνουν το άθλημα ως δεξιοτεχνία, μολονότι τον τελευταίο χρόνο οι περισσότεροι αγώνες δόθηκαν με κενά τα καθίσματα των φιλάθλων, που υποχρεώθηκαν να τους παρακολουθήσουν –κι αυτούς…– από την τηλεόραση.

Ως εκ τούτου, μου είναι δύσκολο να καταλάβω τον φίλαθλο που δέρνει και δέρνεται υπερασπιζόμενος την ομάδα του – ειδικότερα όταν αυτή χάνει. Εκεί πάντως που τα πράματα καλυτερεύουν, είναι όταν οι ομάδες είναι εθνικές, οπότε οι ποδοσφαιριστές είναι της ίδιας εθνικότητας. Οπως συνέβη το 2004, οπότε η Εθνική Ελλάδας αναδείχτηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης, νικώντας την κραταιά Εθνική Πορτογαλίας. Να θυμίσω, προσθέτοντας, ότι το 2004 ήταν και η χρονιά που «οι Ολυμπιακοί Αγώνες επέστρεψαν στο σπίτι τους», όπως διατυμπανίστηκε· μια χρονιά που ευτυχώς (ή δυστυχώς) βρισκόμασταν αλλού…

Ενα όνειρο

Είχε βέβαια προηγηθεί, το 1987, ο θρίαμβος της Εθνικής μας μπάσκετ – εκεί ταπεινώθηκε η Εθνική της τότε Σοβιετικής Ενωσης. Αλλά ας μην απλωθώ περισσότερο, καθ’ ότι άμοιρος του εν λόγω ρεπορτάζ. Αναφερόμενος πάντως στο ποδόσφαιρο και στη νίκη του 2004, έγραφα στην παρούσα σελίδα: «Καταδείχθηκε ότι η ομαδικότητα, η δουλειά κι ένας καλός προπονητής κάνουν θαύματα. Οτι, εν τέλει, δεν είμαστε ένας λαός του πεταματού, όπως μας θέλουν “φίλοι” και “σύμμαχοι”. Αν τώρα, μετά από αυτή την περιφανή νίκη, γινόταν το απίθανο να επιστρέψουν στα γήπεδα οι πραγματικοί φίλαθλοι, ποιος τη χάρη μας»… Το ίδιο θα μπορούσε να επαναληφθεί και τώρα.

Πλησιάζοντας προς το τέλος του κειμένου, θα επαναλάβω ένα σχετικό, προσωπικό βίωμα: Πιτσιρικάς έπαιζα κι εγώ μπάλα στο χωριό (κυρίως για να είμαι περισσότερο αποδεκτός από τα φιλαράκια μου). Τι μπάλα δηλαδή – ένα πάνινο τόπι, παραγεμισμένο με κουρέλια, και ως εκ τούτου βαρύ, καθώς δεν προσφερόταν παρά μόνο για κλοτσιές, που τις περισσότερες δέχονταν τα καλαμοπόδαρα των παικτών. Το πραγματικό τόπι ήταν ασύμφορο – αφενός για το ισχνό βαλάντιό μας, αφετέρου επειδή με μια γερή κλοτσιά χανόταν στα κατσάβραχα, και άντε να το βρεις.

Οντας –τάχα– Αθηναίος, πήγα, πιτσιρικάς ακόμη, για διακοπές στο χωριό, τα φιλαράκια πίστεψαν ότι, δεν μπορεί, θα ήμουν σαΐνι στο ποδόσφαιρο. Οπου σκοτώθηκαν ποια ομάδα να με πάρει. Πολύ περισσότερο όταν άκουσαν με ποια ομάδα είμαι.

«Ολυμπιακάρα, ε;»

– Ε, καλά…

Κυνηγός στο πρώτο ημιχρόνιο, είδα κι έπαθα να πιάσω το πάνινο τόπι.

«Τι έπαθες, ρε;»

-Δεν είμαι και τόσο σε φόρμα σήμερα…

Με βάζουν στο δεύτερο ημιχρόνιο στο (πιο άνετο, υπέθεσα) πόστο του τερματοφύλακα – τρώω τέσσερα γκολ. Συνολικά δεχτήκαμε έξι και βάλαμε δύο.

«Τίποτα, ρε, δεν έμαθες στην Αθήνα!»

Στο πλαίσιο

Με το να μην είμαι νέος και ανεμβολίαστος, χάνω την κυβερνητική προσφορά των 150 ευρώ, ώστε να δελεαστώ και να προχωρήσω στον εμβολιασμό – το μοναδικό, όπως διατυμπανίζεται, όπλο κατά της πανδημίας, που όντως θερίζει. Με την κυβέρνηση να εμφανίζεται ότι ρίχνει όλο το βάρος της στην εν λόγω, περνώντας παράλληλα, όσο πιο μουλωχτά, όσα θα νιώσουμε καλύτερα όταν αποδυναμωθεί ο κορονοϊός – αν δεν τα νιώθουμε ήδη.

Εν τω μεταξύ, με την άνοδο της θερμοκρασίας και τη χαλάρωση των μέτρων, τα πλήθη ξεχύθηκαν στις ακτές, να ξεφύγουν από την κλεισούρα. Αλλά πόσοι από τα δέκα τόσα εκατομμύρια αυτού του τόπου έχουν την ευχέρεια; Πόσοι έχουν τα απαιτούμενα και τη διάθεση;

Κι αυτή η δυσκινησία… «Δεν έρχεστε μια βόλτα από το σπίτι;» «Δεν έρχεστε εσείς καλύτερα;» Εκεί που πριν από λίγο καιρό πήγαιναν και έρχονταν πριν προλάβουν να το πουν. Κι αυτές οι τηλεφωνικές κουβέντες: «Και τι δεν έχω…» «Εγώ να δεις…». Και δεν μιλάμε μόνο για ηλικιωμένους.

Το κοριτσάκι, ωστόσο, της δολοφονημένης από τον σύζυγο και πατέρα, περνάει τελικά στους γονείς του τραγικού θύματος. Οπότε θα ηρεμήσουν και τα ΜΜΕ, που συντηρούνται με το άλλοθι «αυτά θέλει ο κόσμος». (Και όντως, αυτά μπορεί να θέλει – όχι όμως μόνο για το συγκεκριμένο κοριτσάκι, αλλά για όλα τα απροστάτευτα παιδιά).

Βρέθηκαν, επιτέλους, οι κλεμμένοι πίνακες, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου που φέρει την υπογραφή του Πικάσο. («Η κορούλα μου, πάντως, ζωγραφίζει καλύτερα…» «Μπορεί, αλλά δεν είναι Πικάσο»).

ΚΑΙ… Εμβολιοφύλακες.