«Η απώλειά του έρχεται να προστεθεί σ’ εκείνες των πρόωρα χαμένων προικισμένων συνθετών, τους πηγαίους και, επιπλέον, σεμνούς δημιουργούς του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού τραγουδιού – του Μάνου Λοΐζου και του Απόστολου Καλδάρα», έγραφα στις 20 Μαρτίου 2005 για τον Σταύρο Κουγιουμτζή, που έφυγε από τη ζωή στις 12 Μαρτίου του ίδιου χρόνου (σαν προχθές, πριν από δέκα χρόνια), στα 73 του.
Eίναι από τους συνθέτες που τα τραγούδια τους και οι ερμηνευτές τους είναι περισσότερο γνωστά από τους ίδιους. Δεκάδες τα τραγούδια του που έγιναν επιτυχίες αντοχής. Μερικοί τίτλοι: «Να ’τανε το ’21», «Στα ψηλά τα παραθύρια», «Μ’ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο», «Ολα καλά, όλα ωραία», «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά», «Μη μου θυμώνεις, μάτια μου», «Τα χρόνια της υπομονής», «Που ’ναι τα χρόνια», «Το σακάκι μου κι αν στάζει», «Βασανάκι βασανάκι», «Δίχως την καρδούλα σου», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι». Αρκετά με στίχους δικούς του, αλλά και: Μ. Ελευθερίου, Κ. Βίρβου, Σ. Τσώτου, Λ. Παπαδόπουλου, Α. Δασκαλόπουλου κ.ά. Κι από ερμηνευτές: Γρ. Μπιθικώτσης, Γ. Νταλάρας, Χ. Αλεξίου, Γ. Καλατζής, Γ. Πουλόπουλος, Π. Παπαδοπούλου, Γ. Πάριος, Α. Καλογιάννης, Ελ. Αρβανιτάκη, Κ. Σμοκοβίτης, Αιμ. Κουγιουμτζή κ.ά.
Της συγκίνησης
«Νομίζω ότι η δουλειά ενός συνθέτη είναι να γράφει τραγούδια που να περνάνε στον κόσμο […]. Ο συνθέτης πετυχαίνει όταν καταφέρνει να συγκινήσει τον κόσμο καλλιτεχνικά. Πέτυχα εμπορικά, σημαίνει κάτι άλλο: να ξέρουν οι πάντες τ’ όνομά σου κι όταν ρωτήσεις κάποιον να δυσκολεύεται να βρει δυο τραγούδια σου», έλεγε σε συνέντευξή μας («Ελευθεροτυπία» – 16 Αυγούστου 1983), εν όψει δύο συναυλιών του στο θέατρο Λυκαβηττού.
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, σε προσφυγικό συνοικισμό κοντά στο Γεντί Κουλέ, τα πρώτα τραγούδια που άκουσε και αγάπησε ήταν αυτά που ’φέραν οι πρόσφυγες: «Θυμάμαι, παιδί, ότι ένιωθα θαυμασμό όταν άκουγα ένα καλό τραγούδι. Ακουγα Βαμβακάρη, Τσιτσάνη και, καθώς δεν είχα μουσικές γνώσεις, τα δεχόμουν αγνά, με την καρδιά. Νομίζω ότι η γνώση κυριαρχεί πάνω από τις άλλες ψυχικές καταστάσεις του ανθρώπου, επιδρά σαν δηλητήριο. Αυτή μου τη στάση την κράτησα και αργότερα, και θυμάμαι τη συγκίνηση που ένιωσα όταν άκουσα για πρώτη φορά τον “Eπιτάφιο” του Θεοδωράκη, με την ποίηση του Ρίτσου».
«Να ’τανε το ’21»
Στα 15 του μπήκε στο Κρατικό Ωδείο, για να βγει έπειτα από 7 χρόνια με γνώσεις αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας. Στο μεταξύ, άρχισε να δουλεύει σε κάποια κέντρα της Θεσσαλονίκης ως πιανίστας, για τον επιούσιο. Το πρώτο του τραγούδι, το «Περιστεράκι», με τη Ζωίτσα Κουρούκλη, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1960 και απέσπασε έπαινο. Ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας», που τ’ άκουσε, τον προέτρεψε να γράψει λαϊκά τραγούδια και ο Κουγιουμτζής ανταποκρίθηκε. Τα δυο πρώτα τραγούδια του έγιναν αμέσως επιτυχίες: «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά» με τον Μανώλη Κλωναρίδη και το «Μη μου θυμώνεις, μάτια μου» με τον Γιάννη Πουλόπουλο. Και τα δύο σε δικούς του στίχους.
Ηδη είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, οπότε γνωρίζεται με τη «Μίνως» και τον Γιώργο Νταλάρα, κι από εδώ ανοίγεται ουσιαστικά ο δρόμος του, που σημαδεύεται το 1970 μ’ ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ της εποχής: «Να ’τανε το ’21», ένα τραγούδι (σε στίχους Σώτιας Τσώτου) που, λόγω χούντας, προσέλαβε πολιτικές διαστάσεις. Ο ίδιος, ωστόσο, σε ραδιοφωνική συνέντευξή του στην Ολγα Νταϊφά (Χριστούγεννα του 1986), έδωσε τη δική του ερμηνεία: «Οχι δεν ήτανε [πολιτικό]. Και εδώ είναι η παρεξήγηση που είχε γίνει μ’ αυτό το τραγούδι. Οι μισοί πιστεύανε ότι ήταν αντιστασιακό τραγούδι και οι άλλοι μισοί πιστεύανε ότι ήταν του Παττακού. Ούτε το ένα ήταν ούτε το άλλο. Απλώς ήταν αυτό που έλεγε το τραγούδι».
Αλλά βέβαια τα σπουδαία έργα αποκτούν συχνά προεκτάσεις ερήμην των δημιουργών τους.
Στο πλαίσιο
Το ερώτημα σε ποιον ανήκει η περίφημη «Ζωή εν τάφω», που πρωτοδημοσιεύτηκε, με την υπογραφή του Στράτη Μυριβήλη το 1923-1924 (σε συνέχειες στην εβδομαδιαία εφημερίδα της Μυτιλήνης «Καμπάνα»), έθεσε από την επιφυλλίδα του στο «Βήμα» ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Και αυτό, επειδή ο ίδιος ο Μυριβήλης την αποδίδει στα γραφτά ενός λοχία, θύματος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ονόματι Αντώνη Κωστούλα.
Ομως, θα πρόσθετα, και άλλα φημισμένα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας αποδίδονται από τους συγγραφείς που τα υπογράφουν σε άλλους, όπως: Τα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου, με τα βιώματα ενός Μικρασιάτη αγρότη, του Μανώλη Αξιώτη: «Ηρθε και με βρήκε και μου έδωσε ένα τεφτέρι με τις αναμνήσεις του». Η «Ιστορία ενός αιχμάλωτου» του Στρατή Δούκα: «Η ιστορία τούτη είναι απόχτημα μιας βραδιάς που πέρασα σ’ ένα χωριό αιχμαλώτων»– το όνομα του αφηγητή: Νικόλας Κοζάκογλου. Το «Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού: «Τα περιστατικά που ακολουθούν είναι ένα κομμάτι από τη ζωή του. Μερικά τα έχει γράψει ο ίδιος, άλλα μου τα διηγήθηκε». Εύλογο το ερώτημα: Ποια θα ήταν η δόξα των εν λόγω συγγραφέων χωρίς τα αναφερόμενα «δάνεια»;
Υποθέτω αν ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις (21 χρόνια φέτος από την εκδημία του), θα απολάμβανε «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» του σε μπαλέτο, όπως το απόλαυσαν οι θεατές της παράστασης –παραγγελία της Λυρικής Σκηνής στη χορογράφο Αγγελική Στελλάτου. Εν τω μεταξύ, sold out η οπερέτα «Θέλω να δω τον Πάπα!» του Σακελλαρίδη, ενώ ελπίζεται ότι θα επαναληφθεί η κατά Γιώργο Κουμεντάκη οπερετική εκδοχή της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη, για όσους δεν χώρεσαν στις τέσσερις παραστάσεις του Νοεμβρίου.
ΚΑΙ… Money, money, money…
