Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Χρήστος Τεγόπουλος, εκδότης της κατοπινής επιτυχημένης «Ελευθεροτυπίας», όντας ώς τότε εκδότης βιβλίων, έκανε την πρώτη του ανεπιτυχή προσπάθεια να βγάλει εφημερίδα. Ηταν ο «Ελεύθερος Τύπος», ο οποίος είχε πρωτοεκδοθεί το 1916 από τον Ανδρέα Καβαφάκη. Κρατήθηκε από την οικογένειά του και μετά τη δολοφονία του (1922), ώς το 1927.
Ξαναβγήκε τον Δεκέμβριο του 1963 από τον Τεγόπουλο, με συνεκδότη τον Χρήστο Καβαφάκη (γιο του πρώτου εκδότη), για ν’ αντέξει μόλις ένα τρίμηνο. Στα ίδια γραφεία εγκαταστάθηκε αμέσως μετά η «Δημοκρατική Αλλαγή» (της Αριστεράς), που έκλεισε με τη χούντα. Ο «Ελεύθερος Τύπος» ξαναβγήκε το 1983 από τον Αρη Βουδούρη και συνεχίζει, με άλλους εκδότες, μέχρι τις μέρες μας.
Τα αναφέρω συνοπτικά, γιατί στον «Ελεύθερο Τύπο» του 1963 εμφανίστηκε ως δημοσιογράφος, με αποκαλυπτικά ρεπορτάζ, ο Γιώργος Μανιάτης, συνεργαζόμενος παράλληλα με το περιοδικό «Δρόμοι της ειρήνης», (όπου κι ένα εξαιρετικό κείμενο του για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη).
Ο Μανιάτης θα συνεχίσει, όντας περιζήτητος, στην «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα, για να «αποδράσει» κι από εκεί, εγκαταλείποντας έτσι και τη δημοσιογραφία. Συνηθισμένος άλλωστε από αποδράσεις, δεδομένου ότι ήδη είχε γίνει γνωστός από το βιωματικό βιβλίο του «Δραπέτευσα από τη Λεγεώνα των Ξένων», που είχε εκδοθεί το 1961.
Ο Γιώργος Μανιάτης, που έλαχε να γνωρίσω, έφυγε από τη ζωή πέρυσι, 18 Ιανουαρίου, στα 79 του, αφήνοντας σημαντικό έργο που δεν βρίσκεται στην αγορά – καθώς άλλωστε δεν το βοηθούσε κι ο ίδιος.
Ο λόγος που τον αναφέρω εδώ είναι επειδή πριν λίγες ημέρες (15-17 Φεβρουαρίου) του αφιέρωσε τη στήλη του ο Γιώργος Σταματόπουλος, με αφορμή το ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη «Για χωρίς λόγους – συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη», που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και θα προβληθεί και στην Αθήνα. Και ακόμα, επειδή επιχειρείται η έκδοση των Απάντων του Μανιάτη από τις εκδόσεις «Στιγμή» του Αιμίλιου Καλιακάτσου.
Αυτο-συνέντευξη
Πολυσχιδής και ανήσυχη πνευματική και καλλιτεχνική προσωπικότητα, ο Μανιάτης, όπως άλλωστε καταγράφεται και από τον ίδιο, σε τρίτο πρόσωπο, στο κεφάλαιο «Η Συν-έντευξη», στο βιβλίο του «Εξεργα» (Κέδρος, 1976). Ενα απόσπασμα:
«Γεννήθηκε στη Μεσσήνη πριν από 33 χρόνια. Εζησε στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Πήγε ελάχιστα στο σχολείο, από το οποίο άλλωστε δεν αποκόμισε τίποτα. Δεκαπέντε χρονώ υπηρετούσε σε σχολή υπαξιωματικών του Βασιλικού Ναυτικού. Στα δεκαοχτώ του ήταν ανθρακωρύχος στο Βέλγιο και τον ίδιο χρόνο λεγεωνάριος στη Αλγέρι (όπου διάβασε Proust). Ιδρυσε την Εταιρία των Φίλων της Αλγερίας και, από τους κόλπους της Λεγεώνας των Ξένων, έδρασε υπέρ των Αλγερινών σε μια εποχή που ο απελευθερωτικός πόλεμος στη χώρα αυτή περνούσε στην πιο αποφασιστική του φάση.
Τριάμισι χρόνια από την κατάταξή του λιποτάκτησε, διέσχισε την έρημο ώς τη Λιβύη και επέστρεψε στην Ελλάδα (Για τη δράση του και τη λιποταξία καταδικάστηκε ερήμην από γαλλικό στρατοδικείο σε δεκαπέντε χρόνια ειρκτή). Απόστρατος, κι ενώ – στα εικοσιδύο του [1961] – είχε κάνει συνολικά επτά χρόνια υπό τα όπλα, δημοσίευσε το πρώτο του έργο με την ένδειξη “Ημερολόγιο, Αλγερία 1957 – 1961”, που απετέλεσε αφορμή για επερώτηση στη Βουλή και αποσπάσματά του μεταφράστηκαν στη Γαλλία, Δ. Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. (Το βιβλίο αυτό, που τους τρεις μόνο μήνες που κυκλοφόρησε εν όλω σε βιβλίο πούλησε από χίλια αντίτυπα τον μήνα, έτυχε επίσης της ιδιαίτερης τιμής να διαβαστεί από ικανό αριθμό στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας).
Με το ρεμπέτικο
Στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δημοσιογράφος στην «Ελευθερία». Τον Απρίλιο του 1967 αυτοεξορίστηκε στο εξωτερικό. Τον Ιούλιο του 1972 αυτοεξορίστηκε στην Ελλάδα. Θεωρεί τον εαυτό του “απόστρατο”, “απεργό”, “συνταξιούχο”, και ουδέποτε εργάστηκε από τον Απρίλιο του ’67».
Σύμφωνα με τα λοιπά στοιχεία από την ιστοσελίδα της Βιβλιοnet, το 1973 ταξιδεύει στη Χιλή και γράφει για τις τελευταίες στιγμές του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Επιστρέφοντας κρύβεται μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Στη συνέχεια μαθαίνει τρίχορδο μπουζούκι, εμφανίζεται σε μπουάτ, οργανώνει μαθήματα μουσικής και μουσικές εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα γράφει μυθιστορήματα, δοκίμια, τραγούδια. Το 1984 ιδρύει, με φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών το «Ευρετήριο». Σταθμός στο έργο του η διάλεξη «Ρεμπέτικο και Αρχαίοι Ελληνες». Κάπως έτσι κύλησαν τα τελευταία χρόνια του. Κηδεύτηκε, σύμφωνα με επιθυμία του, με πολιτική κηδεία στο Νεκροταφείο Ζωγράφου.
