Κάθε που τα φώτα της δημοσιότητας εστιάζουν σε μια κρίση, η διεθνής κοινότητα επιδεικνύει τη γενναιοδωρία της υποσχόμενη εκατομμύρια για ανθρωπιστικές υποθέσεις. Οταν οι προβολείς σβήνουν, τα υπεσχημένα ποσά συρρικνώνονται, όσα τελικά διατίθενται δεν επαρκούν για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και αφήνουν στη μέση προγράμματα που έχουν γεννήσει τεράστιες προσδοκίες στους ανθρώπους. Αυτό συμβαίνει στο Αφγανιστάν με τα σχολεία για κορίτσια.
Το Ινστιτούτο Σύγχρονων Σπουδών του Κανταχάρ, ένα σπάνιο ίδρυμα σε μια ακραία συντηρητική περιοχή, ένας χώρος που προσφέρει στα κορίτσια μόρφωση και προοπτική ενώ αποτελεί τη μόνη διέξοδο από τον εγκλεισμό τους στο σπίτι. Το πρόβλημα αυτής της όασης για τα κορίτσια του Κανταχάρ είναι ακριβώς αυτή η «αναιρεμένη φιλανθρωπία». Τα κονδύλια στερεύουν, ΗΠΑ και Βρετανία έχουν περικόψει τα ποσά ανθρωπιστικής βοήθειας και, όπως λέει ο διευθυντής του σχολείου, Εχσανουλάχ Εχσάν: «Η διεθνής κοινότητα ήταν ενθουσιώδης με το πρόγραμμα και τώρα το εγκαταλείπουν με συνοπτικές διαδικασίες. Κανείς από όσους μας εγκωμιάζουν δεν μας προσφέρει πια βοήθεια. Τα κορίτσια έμαθαν εδώ και μια δεκαετία να ζουν σε ένα κλίμα κάποιας (ελάχιστης έστω) ελευθερίας, και τώρα απειλούνται να επιστρέψουν στον μεσαίωνα».
Εκεί από όπου ξεκίνησε μια από τις πρώτες μαθήτριες του Ινστιτούτου, η Μπίμπι Ζχίλια. Οταν έφτασε δεν ήξερε λέξη αγγλικά, ούτε τι είναι υπολογιστής. Η 28χρονη σήμερα δουλεύει στην UNICEF και απευθύνει έκκληση στον κόσμο: «Το σχολείο με έμαθε αυτό που εσείς λέτε “ενδυνάμωση των γυναικών”, πράγματα που μοιάζουν αυτονόητα αλλά για μας είναι πολύτιμες ανακαλύψεις: πώς στέλνεις ένα μέιλ, πώς διαπραγματεύεσαι για καλύτερη αμοιβή, τι σημαίνουν τα γυναικεία δικαιώματα. Με τη δουλειά μου συντηρώ τη 14μελή οικογένειά μου. Θέλω οι έξι μικρότερες αδελφές μου, που πηγαίνουν στο Ινστιτούτο, να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με εμένα. Αυτή είναι μια έκκληση για βοήθεια».
