Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ποιος λογόκρινε τον «Παύλο Μελά»;

Διαφημιστικό του «Παύλου Μελά» στις εφημερίδες της εποχής («Ακρόπολις», 5/2/1974)

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ποιος λογόκρινε τον «Παύλο Μελά»;

  • A-
  • A+

Eνας αστικός μύθος ακροδεξιάς κοπής ξαναγράφει τον τελευταίο καιρό στο Διαδίκτυο την ιστορία της χούντας και της Μεταπολίτευσης, με άξονα μια κινηματογραφική ταινία.

Ο λόγος για τον «Παύλο Μελά» του Φίλιππα Φυλακτού, την υπερπαραγωγή του χουντικού Αρχηγείου Στρατού που, όπως πληροφορούμαστε ακόμη κι από πόρταλ υπεράνω πάσης υποψίας, «απαγορεύθηκε» μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας εν ονόματι της πολιτικής ορθότητας και της αποκατάστασης φιλικών σχέσεων με τους βόρειους γείτονές μας.

Αφορμή για την αναθέρμανση της σχετικής παραφιλολογίας έδωσε η τρέχουσα καμπάνια του συνταξιούχου ηθοποιού Λάκη Κομνηνού και μιας Βορειοελλαδίτισσας δικηγόρου να φωτίσουν τη νέα γενιά μέσω της συγκεκριμένης ταινίας, προκειμένου να διατηρηθεί εν ζωή το εθνικιστικό κλίμα της περασμένης διετίας.

Η πανηγυρική δωρεάν προβολή της ταινίας σε κινηματογράφους της Πτολεμαΐδας (13/10) και της Φλώρινας (7/11), με την επίσημη στήριξη της Εκκλησίας και των τοπικών αρχών, εμφανίστηκε από φιλικά ΜΜΕ σαν σπάσιμο της «λογοκρισίας» που το κράτος της μεταπολιτευτικής εθνικής ορθότητας είχε, τάχα μου, επιβάλει στην «πατριωτική» τέχνη.

«Απεφασίσθη η παραγωγή από το Αρχηγείον Στρατού (7ον Ε.Γ.) κινηματογραφικής ταινίας μεγάλου μήκους εθνικού περιεχομένου»
Φίλιππος Φυλακτός προς Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών (19/1/1972)

«O “Παύλος Μελάς” επιστρέφει 40 χρόνια μετά - Η απαγορευμένη ταινία», τιτλοφορεί σχετικό δημοσίευμά του το protothema.gr (10/10) διά χειρός Παναγιώτη Σαββίδη −του ίδιου συντάκτη που διαφήμιζε προ δεκαετίας τους χρυσαυγίτες σαν προστάτες των γιαγιάδων στα ΑΤΜ. Στο ίδιο μήκος κύματος θα κινηθούν και οι τίτλοι των επόμενων αναρτήσεων: «“Παύλος Μελάς”: Η απαγορευμένη ταινία επέστρεψε 45 χρόνια μετά» (13/10)· «“Παύλος Μελάς”, αύριο στη Φλώρινα η απαγορευμένη ταινία 45 χρόνια μετά» (7/11). Από κοντά το ΒΗΜΑ Online του Μαρινάκη: «Παύλος Μελάς: Ξαναπροβλήθηκε η απαγορευμένη ταινία για τη ζωή του» (13/10). Μιμούμενοι τους αθηναϊκούς ιστότοπους του «μεσαίου χώρου», για «απαγορευμένη ταινία» θα κάνουν λόγο και ουκ ολίγοι επαρχιακοί μιμητές τους.

Το μήνυμα είναι σαφές: η μεταπολιτευτική δημοκρατία υπήρξε εξίσου θεσμικά μισαλλόδοξη με τη χούντα −με θύμα της λογοκρισίας, τούτη τη φορά, όχι τους αριστερούς και λοιπούς δημοκράτες αλλά τους «πατριώτες». Στην πραγματικότητα, βέβαια, ουδείς διανοήθηκε μετά το 1974 ν’ απαγορεύσει (ή, έστω, να παρεμποδίσει) την προβολή της επίμαχης ταινίας.

Η σχετική παραφιλολογία δεν είναι παρά ένα χοντροκομμένο φιλοχουντικό ψέμα, που άλλοτε προβάλλεται ατεκμηρίωτα κι άλλοτε ερμηνεύεται διά της σχετικοποίησης σε βαθμό γελοιότητας: «Ο “Παύλος Μελάς” δεν προβλήθηκε μετά το 1974 σε καμία κινηματογραφική αίθουσα και σε κανένα ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό. Πριν φύγει από τη ζωή το 2007, ο Φυλακτός υποστήριξε σε συνεργάτες του πως μετά τη μεταπολίτευση υπήρξαν πολιτικές παρεμβάσεις λόγω της ενόχλησης της βουλγαρικής πρεσβείας στην Αθήνα», μας πληροφορεί λ.χ. το protothema.gr (7/11), για να περάσει αμέσως μετά στην απροκάλυπτη εξύμνηση της χουντικής εθνικής διαπαιδαγώγησης: «Ολοι οι μαθητές την περίοδο 1973-1974 είχαν παρακολουθήσει την ταινία, μαθαίνοντας έτσι την ιστορία. Οι μαθητές που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, δεν την παρακολούθησαν σε κανέναν κινηματογράφο και σε κανένα σχολείο, γιατί προφανώς είχαν πρόβλημα οι ηγεσίες, με το να διδαχθούν τα παιδιά την ιστορία της Μακεδονίας».

Αλλη ανάρτηση του ίδιου πόρταλ υποστηρίζει (10/10) ότι μετά το 1974 «η προβολή της ταινίας “απαγορεύτηκε” άτυπα [sic], αφού δεν άρμοζε στο “φλερτ” Καραμανλή-Ζίβκοφ». Διακριτικότερο, το διαδικτυακό «Βήμα» περιορίζεται στη σιβυλλική διαπίστωση (13/10) ότι «λόγω του συσχετισμού της με τη χούντα, η ταινία θεωρήθηκε ως “ταμπού” τα μετέπειτα χρόνια».

Σοκαριστική, όντως, η σπουδή των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ να ξεπλύνουν τη χουντική προπαγάνδα, χρεώνοντας στη μεταπολιτευτική δημοκρατία (της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, για να μην ξεχνιόμαστε) την υποτιθέμενη απαγόρευση ενός «πατριωτικού» έργου που απλώς «συσχετίστηκε» με τη χούντα.

Οπως θα δούμε όμως στη συνέχεια, αν κάποιος λογόκρινε ποτέ την ταινία του κ. Φυλακτού (πολύ προτού αυτή βγει στον αέρα) στο όνομα διπλωματικών προτεραιοτήτων, αυτός δεν ήταν άλλος από το ίδιο το στρατοκρατικό καθεστώς της «εθνοσωτηρίου» που τη δημιούργησε.

Η εξαγγελία

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το ελληνικό κοινό (ακριβέστερα: μια μερίδα του) πρωτόμαθε για την ταινία από μια συνέντευξη του σκηνοθέτη της στο ημιεπίσημο όργανο της χούντας, τον «Ελεύθερο Κόσμο» (11/2/1972). Συνέντευξη που, μεταξύ άλλων, αποκάλυπτε και την πραγματική ταυτότητα των εμπνευστών και παραγωγών της:

«Εντός των ημερών αρχίζει το γύρισμα της ταινίας Παύλος Μελάς, αναφερομένης στον Μακεδονικόν αγώνα. Με την ευκαιρία αυτή, είχαμε μια κατατοπιστική συνομιλία με τον σκηνοθέτη της ταινίας κ. Φίλιππο Φυλακτό γύρω από το θέμα και τα αφορώντα την ταινία.

Η ιδέα, όπως μας είπεν ο σκηνοθέτης, ξεκίνησε από το 7ον Επιτελικόν Γραφείον του Αρχηγείου Στρατού, του οποίου προΐσταται ο ταξίαρχος κ. Αριστομένης Αντωνακέας. Ετσι για πρώτη φορά εδίδετο η ευκαιρία δημιουργίας ενός κινηματογραφικού χρονικού αναφερομένου στην ταραγμένη εποχή του 1900. Η επιθυμία του Αρχηγείου -που είναι ο παραγωγός του φιλμ- είναι να γίνη μια ταινία απολύτως τεκμηριωμένη επάνω στην ιστορική αλήθεια. Στο σενάριο δεν υπάρχει κανένα φανταστικό πρόσωπο ή γεγονός. Ολα τα επεισόδια είναι απολύτως αυθεντικά.

− Και ποιος έχει γράψει το σενάριο κ. Φυλακτέ;
− Ο πρώτος σεναρίστας του υπό κινηματογράφησιν έργου είναι ο Αντώνης Δαυίδ. Ως ιστορικός πραγματογνώμων ωρίσθη ο αξιωματικός κ. Γ. Επιτροπάκης. Κληθείς να σκηνοθετήσω το έργο και μελετώντας την εποχή και τον άνθρωπο χρειάσθηκε να αναπροσαρμόσω το σενάριο. [...] Το έργο αφ’ εαυτού είναι άκρως θεαματικό, αλλά το στοιχείο θέαμα δεν είναι ο κύριος στόχος της σκηνοθεσίας, αλλά ο προβληματισμός των ηρώων. Κάνω ανατομία προσώπων και εποχής».

Οσον αφορά το τεχνικό μέρος, ο σκηνοθέτης εξήγησε πως «η ταινία θα κρατήση περισσότερο από 4 μήνες. Η μισή θα γυρισθή στην Καστοριά, σε χώρους της δυτικής Μακεδονίας και στην Αθήνα. Διατίθενται σημαντικά μέσα για τις ανάγκες, όπως π.χ. μια γέφυρα στον Αλιάκμονα, που ήδη κατασκευάζεται και πρόκειται να καταστραφή. Η προβολή της ταινίας έχει από τώρα προγραμματισθή για τον προσεχή Οκτώβρη».

Τις πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν και συμπληρώνουν οι σχετικοί φάκελοι του αρχείου της τότε Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών, το «Τμήμα Ελέγχου Δημοσίων Θεαμάτων και Ακροαμάτων» της οποίας ήταν αρμόδιο για την προληπτική λογοκρισία των κινηματογραφικών έργων.

Το σενάριο του «Παύλου Μελά» υποβλήθηκε εκεί στις 19/1/1972 από τον κ. Φυλακτό, με την ιδιότητα του «σκηνοθέτη-συνεργάτη του 7ου Ε.Γ./Α.Σ.» −υπηρεσίας που είχε συσταθεί το 1966, καθ’ οδόν προς το πραξικόπημα, με αποστολή τη διεξαγωγή «ψυχολογικών επιχειρήσεων, προπαγάνδας και πολιτικής διαφωτίσεως» και πρώτο διοικητή τον Παπαδόπουλο (Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τ.Ε΄, Αθήνα 1986, σ.309).

Συνταγμένο σε ειδικό χαρτί με τον λογότυπο του Αρχηγείου (και της ταινίας!), το έγγραφο συνυπογράφεται από τον ίδιο «διευθυντή παραγωγής» που εμφανίζεται και στο ζενερίκ του τελικού προϊόντος (Δ. Δημητριάδης), ενημερώνει δε τους παραλήπτες πως «απεφασίσθη η παραγωγή από το Αρχηγείον Στρατού (7ον Ε.Γ.) κινηματογραφικής ταινίας μεγάλου μήκους εθνικού περιεχομένου» με το συγκεκριμένο θέμα.

Ως σεναριογράφοι αναγράφονται οι Δαυίδ και Φυλακτός, ενώ ο λοχαγός του πεζικού Γεώργιος Επιτροπάκης μνημονεύεται σαν «ιστορικός». Το υπουργείο Πολιτισμού είχε ήδη ενημερωθεί από τον ταξίαρχο Αντωνακέα (29/12/1971) με πανομοιότυπες διατυπώσεις και την απαίτηση να εκδοθεί ειδική διαταγή «διά την παροχήν πάσης δυνατής διευκολύνσεως εις τον υπεύθυνον επί της παραγωγής - σκηνοθέτην Φίλιππον Φυλακτόν και το υπ’ αυτόν συνεργείον».

Το σενάριο εγκρίθηκε φυσικά αυτολεξεί από την αρμόδια πενταμελή «επιτροπή ελέγχου» (26/1) και τον γενικό γραμματέα Τύπου και Πληροφοριών, Λουκά Παπαγγελή (31/1).

Από το ίδιο αρχείο μαθαίνουμε πως το αρχικό σενάριο του Δαυίδ, με υποψήφιο σκηνοθέτη κάποιον Τζαν Κριστιάν, είχε εγκριθεί από τις 4/11/1970. Τελικά το «αναπροσάρμοσε» δραστικά ο Φυλακτός −περιορίζοντας, όπως διαπιστώνουμε από μια πρώτη ματιά, τις αντιτουρκικές σκηνές της αρχικής βερσιόν προς όφελος των αντιβουλγαρικών.

Εθνική «Διαφώτισις»

Ο καταιγισμός ιστορικών ταινιών επί χούντας πρόκυψε μεν από την επιθυμία των στρατοκρατών να «διαπαιδαγωγήσουν» τον πληθυσμό με τη «σωστή» εκδοχή της ελληνικής Ιστορίας, διευκολύνθηκε όμως και από δομικότερες αλλαγές.

Μετά το 1967 η τηλεόραση αναδεικνύεται στο κατεξοχήν λαϊκό θέαμα, αποσπώντας από τον εγχώριο κινηματογράφο μεγάλη μερίδα του κοινού και τις συνακόλουθες εισπράξεις. Ως αποτέλεσμα, «η συνεργασία κινηματογραφιστών με το δικτατορικό καθεστώς λαμβάνει και μια άλλη όψη: αυτή της επιβίωσης ενός ολόκληρου επαγγελματικού κλάδου που στρέφεται προς το κράτος και συμμετέχει σε συμπαραγωγές με τον στρατό, ελπίζοντας ίσως ότι αυτές θα τονώσουν την παραγωγή και θα ανοίξουν τον ελληνικό κινηματογράφο προς τη διεθνή αγορά», μέσω της μίμησης των τότε χολιγουντιανών προτύπων (Θεοδωρίδης 2006, σ.198).

Από τους πρωτομάστορες του είδους, ο Τζέιμς Πάρις ήταν αρκετά εύγλωττος επ’ αυτού σε συνέντευξή του το 1970: «Εφ’ όσον δεν υπάρχει ελευθερία εκφράσεως στην τέχνη, τα “ιστορικά” είναι λύση απελπισίας για τον παραγωγό. Αφού δεν επιτρέπουν το σεξ, το ρίξαμε κι εμείς στο μπαμ μπουμ!» (Γιάννης Σολδάτος, «Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου», Αθήνα 1982, σ.147).

Αποκαλυπτική γι’ αυτή την εργαλειοποίηση του παρελθόντος είναι η κακογραμμένη εισαγωγή του αρχικού σεναρίου του Αντώνη Δαυίδ για τον «Παύλο Μελά» (Αρχείο ΓΓΤΠ, φ.44, σελ.3): «Η προσπάθεια», διαβάζουμε, «συγκλίνει σ’ ένα ασφαλές δίδαγμα. Οτι η Μακεδονία, σε αντίθεση με τη Βουλγαρική προπαγάνδα που ενισχύει και ο Ελληνικός κομμουνισμός -υπάρχουν και πρόσφατες αποδείξεις- ακόμα και σε μεγαλύτερη έκτασι από τη σημερινή, ήταν προαιώνια, είναι και θα είναι μόνον Ελληνική. [...] Το έργον είναι μεγαλειώδες, συναρπαστικό σε πλοκή και θα προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού, ακόμη και διεθνώς. Αλλά διαθέτει και το πρόσθετον στοιχείον, της Εθνικής διαφωτίσεως, κάτι στο οποίον συνήθως μειονεκτούμε από τους εχθρούς της Ελληνικής Μακεδονίας».

Ο λοχαγός Επιτροπάκης, που επέβλεψε την ταινία σαν «ιστορικός», ήταν ταυτόχρονα και ο βασικός συντάκτης της στρατιωτικής ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνα που καταρτίστηκε την ίδια εποχή (1972), για να εκδοθεί τελικά -κάπως διορθ ωμένη- στη Μεταπολίτευση (1979).

Οι δύο αρμοδιότητές του συνδέονταν άμεσα: στον κατάλογο περιεχομένων του Αρχείου Μακεδονικού Αγώνα της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ), που τυπώθηκε το 2007, μνημονεύεται ειδικός φάκελος (Φοριαμός Β, φ.2) με θέμα τόσο τις υπηρεσιακές κρίσεις για το χειρόγραφο του βιβλίου, όσο και την «παραγωγή κινηματογραφικής ταινίας Παύλος Μελάς και πάντα τα σχετικά με την Επιτροπήν Κρίσεως Σεναρίων». Οταν ζητήσαμε να τον μελετήσουμε, οι αρμόδιοι της ΔΙΣ μας απάντησαν πως η τύχη του αγνοείται.

Διπλωματικές περιπλοκές

Μπορεί η προβολή του «Παύλου Μελά» να είχε εξαγγελθεί μέσω «Ελεύθερου Κόσμου» για τον Οκτώβριο του 1972, προκειμένου να συμπέσει με την 68η επέτειο του θανάτου του ήρωά της, άλλες όμως ήταν οι βουλές (και οι προτεραιότητες) της χουντικής διπλωματίας.

Οπως μας πληροφορεί το εμπεριστατωμένο βιβλίο του πανεπιστημιακού Σωτήρη Βαλντέν για τις σχέσεις της δικτατορίας με τους βόρειους γείτονές μας, την εξαγγελία του γυρίσματος της ταινίας του Αρχηγείου Στρατού ακολούθησαν διαβήματα της βουλγαρικής πρεσβείας και παρέμβαση του υπ.Εξ., με τελικό επιδιαιτητή (και λογοκριτή του περιεχομένου της) τον δικτάτορα Παπαδόπουλο:

«Κατά την άνοιξη του 1972, την αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου Εξωτερικών απασχολεί επανειλημμένα το γύρισμα ταινίας με τον τίτλο “Παύλος Μελάς” που επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί από τον Στρατό. Το υπουργείο έκρινε ότι το σενάριο της ταινίας περιείχε υπερβολικά πολλές σκηνές φρίκης με πρωταγωνιστές Βουλγάρους και Τούρκους, πράγμα που, με δεδομένη την επίσημη χρηματοδότηση, κινδύνευε να προκαλέσει προβλήματα στις διμερείς σχέσεις.

Το ζήτημα έφθασε πολύ ψηλά. Ετσι, στο τέλος Μαΐου το υπουργείο Εξωτερικών πληροφορεί το Αρχηγείο Στρατού, με άκρως απόρρητο έγγραφό του, ότι η ταινία αποφασίσθηκε τελικά να γυρισθεί, αλλά, “συμφώνως προς τας δοθείσας κατά την από 5-4-1972 σύσκεψιν επί του Μακεδονικού σχετικάς οδηγίας της ΑΕ του Πρωθυπουργού, η ταινία πρέπει 1ον να μην πηγάζη από κρατικήν υπηρεσίαν και 2ον το γύρισμα να γίνη με επισταμένην επεξεργασίαν του σεναρίου”. Τελικά η ταινία γυρίστηκε, αλλά φαίνεται ότι δεν προβλήθηκε σ’ όλη τη διάρκεια του καθεστώτος Παπαδόπουλου. Αντίθετα, προβλήθηκε στο κοινό κατά την περίοδο Ιωαννίδη, προκαλώντας τη διαμαρτυρία της βουλγαρικής πλευράς» (Βαλντέν 2009, σ.595).

Η πρεμούρα του δικτάτορα να μην ενοχλήσει τη Σόφια πήγαζε από την επιλογή της χούντας για «ανοίγματα» προς το σοβιετικό μπλοκ μετά την εκδίωξή της από το Συμβούλιο της Ευρώπης (δίχως αυτό ν’ αναιρεί, φυσικά, την πλήρη ευθυγράμμισή της με τις ΗΠΑ).

Ειδικά με τη Βουλγαρία, οι σχέσεις των δύο χωρών βελτιώθηκαν θεαματικά: επίσκεψη στην Αθήνα των υπουργών Εξωτερικών Ιβάν Μπάσεφ (8-9/5/1970) και Πέταρ Μλαντένοφ (30/5-1/6/1973), συμφωνίες εμπορικής και πολιτιστικής συνεργασίας, άνοιγμα προξενείων στη Θεσσαλονίκη και τη Φιλιππούπολη. Προσέγγιση που είχε και μιαν ανομολόγητη ιδεολογική διάσταση: στα απομνημονεύματά του, ο τότε επικεφαλής του υπ.Εξ., Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, εκφράζει λ.χ. έναν ανυπόκριτο θαυμασμό για το ιδιότυπα εθνικιστικό καθεστώς του Ζίβκοφ, όπου «ο πολίτης εργάζεται. Δεν πολιτικολογεί» («Διπλωματικό τρίπτυχο», Αθήνα 1979, σ.262).

Για το διάβημα της βουλγαρικής πρεσβείας, πληροφορίες αντλούμε κι από τα δημοσιευμένα απομνημονεύματα του τότε πρέσβη, Λιούμπομιρ Ποπόφ. Ενώ στις αρχές του 1974 ετοιμαζόταν ν’ αποχαιρετίσει την Αθήνα για την Ουάσινγκτον, γράφει, «στην Ελλάδα ξεκίνησε η προβολή της αντιβουλγαρικής ταινίας “Παύλος Μελάς”. Η ταινία ήταν για έναν Ελληνα αξιωματικό, σταλμένο παράνομα από το ελεύθερο ελληνικό κράτος στη Μακεδονία, που ήταν κάτω από τουρκική διοίκηση. Εκεί αυτός οργάνωσε ελληνικές ένοπλες ομάδες, οι οποίες διεξήγαγαν πάλη με τους Τούρκους αλλά και με τις βουλγαρικές ανταρτοομάδες. Ο κακός της ταινίας ήταν ο Βούλγαρος οπλαρχηγός. Οι Βούλγαροι παριστάνονταν σαν άγρια θηρία, φονιάδες, συμπεριλαμβανομένων και διδασκαλισσών. Στη Θεσσαλονίκη είδα πώς οδηγούσαν τα παιδιά στους κινηματογράφους για να τη δουν. Καταφανώς ενσπειρόταν ξανά η ιδέα “του από βορράν εχθρού”. Η ταινία είχε γυριστεί ήδη από την εποχή του Παπαδόπουλου, τότε όμως δεν είχε επιτραπεί η προβολή της».

Προτού αναχωρήσει, ο Ποπόφ παρενέβη στο ελληνικό υπ.Εξ., εισπράττοντας μια γκάμα από αμήχανες διπλωματικές απαντήσεις: «Παντού με διαβεβαίωναν πως οι καλές σχέσεις θα διατηρηθούν, δεν ήταν όμως έτσι [....]. Ο υπουργός Κωνσταντίνος Ράλλης μου είπε πως θα σταματήσουν την ταινία, αλλά να μην ενημερώσω ακόμη τη Σόφια και να περιμένω λιγάκι. Ο [γενικός γραμματέας Αγγελος] Βλάχος συγχύστηκε πολύ −είπε πως αιφνιδιάστηκε. Ισχυρίστηκε πως ήταν αποφασισμένο να μην αλλάξουν την πολιτική τους απέναντί μας. Ο [επικεφαλής της Α΄ πολιτικής διεύθυνσης, Δημήτριος-Γεώργιος] Παπαϊωάννου είπε πως είδε την ταινία −δεν υπήρχε λέξη για Βουλγάρους, αλλά για “κομιτατζήδες”. Αλλαγή στην πολιτική τους δεν υπήρχε. Κατά τον αποχωρισμό μας μου χάρισε το βιβλίο “Εθνικισμός και κομμουνισμός στη Μακεδονία” −ενδιαφέρουσα μελέτη (από ελληνικής εθνικιστικής σκοπιάς) του ιστορικού του Υπουργείου τους των Εξωτερικών, Ευάγγελου Κωφού, γεννημένου στα Βοδενά» (Любомир Попов, «Един посланик разказва», Σόφια 2009, σ.236-7).

Το φτυάρι της κριτικής

Η γενεαλογία αυτή εξηγεί την τελική μορφή της ταινίας −και τις οφθαλμοφανείς αναλογίες που επιχειρούνται έμμεσα ανάμεσα στον Μακεδονικό Αγώνα και το εθνοσωτήριο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, με κοινό τόπο την απόφαση κάποιων πατριωτών αξιωματικών να σώσουν την Ελλάδα από τον αντεθνικό κοινοβουλευτικό βούρκο. Από κει και πέρα, η ταινία ξεχειλίζει από αναρίθμητα πραγματολογικά λάθη, ακόμη και σε σχέση με την κυρίαρχη εθνικιστική αφήγηση.

Το πλήρες διαζύγιο με τα γεγονότα και οι εξωπραγματικοί διάλογοι, που θυμίζουν φτηνούς πανηγυρικούς σχολικών επετείων της εποχής, τη διαφοροποιούν σαφώς από σοβαρότερα ομοειδή έργα της ίδιας περιόδου (όπως ο «Παπαφλέσσας» του Ερρίκου Ανδρέου), που βλέπονται μέχρι σήμερα.

Οπως διαπιστώνουμε από τον Τύπο της εποχής, η προβολή της στην πρωτεύουσα κράτησε εννιά εβδομάδες (4/2-7/4/1974), στη Θεσσαλονίκη έξι (10/2-23/3)· εξίσου παρατεταμένη υπήρξε και στην επαρχία. Ο μεγάλος αριθμός των εισιτηρίων που έκοψε (432.989 μόνο στην πρωτεύουσα) την έφερε στην πρώτη θέση έναντι των ντόπιων ανταγωνιστών της κι από τους σημερινούς θαυμαστές της προβάλλεται σαν απόδειξη όχι μόνο δημοφιλίας, αλλά και εγγενούς αξίας.

Η επιτυχία αυτή δεν ισοδυναμούσε όμως με ιδιαίτερο άθλο, αν λάβουμε υπόψη ότι μεγάλο μέρος του κοινού αποτέλεσαν οι μαθητές των σχολείων (ανάμεσά τους και ο γράφων, μαθητής τότε της Δ΄ Δημοτικού), που οδηγήθηκαν συντεταγμένα στις κινηματογραφικές αίθουσες -σε ειδικές μεσημεριανές προβολές- με το δεκάδραχμο του εισιτηρίου ανά χείρας.

Παρά την προληπτική λογοκρισία και την απροκάλυπτη κρατική τρομοκρατία των ημερών, οι κριτικοί του κινηματογράφοι δεν υπήρξαν πάντως και τόσο υμνητικοί απέναντι στο δημιούργημα του Αρχηγείου. Οι διατυπώσεις τους ήταν αναγκαστικά προσεκτικές και υποχρεωτική η εξύμνηση του σκοπού της. Οι περισσότεροι όμως την έθαψαν διακριτικά όσον αφορά το καλλιτεχνικό μέρος, με μόνη εξαίρεση τη διεύθυνση φωτογραφίας του Σταμάτη Τρύπου.

Ακόμη και στον ημιεπίσημο «Ελεύθερο Κόσμο» (5/2), ο κριτικός κινηματογράφου Φρίξος Ηλιάδης κάνει αυτοσυγκρατημένα λόγο για «ιστορική τοιχογραφία» και «ιστορικό “κολοσσό”» (εντός εισαγωγικών) που «επιχειρεί» ένας «προικισμένος σκηνοθέτης, με φιλόδοξες ανησυχίες»· αποφαίνεται δε ότι «τα ιστορικά πρόσωπα ενσαρκώνονται λίγο-πολύ πειστικά».

Στα «Νέα» (5/2), ο Γ. Πηλιχός ξεκινά με την εκτίμηση πως, «αν σκεφθή κανείς πόσο δύσκολη είναι η προσέγγιση της Ιστορίας απ’ τον κινηματογράφο, τότε θα βρη και συμπαθητικές πλευρές σ’ αυτή την προσπάθεια ανασύνθεσης των ιστορικών γεγονότων», για να καταλήξει στη διαπίστωση πως «οι καλές προθέσεις του σκηνοθέτη είναι εμφανείς, μα δυστυχώς η πραγμάτωσή τους δεν φθάνει πάντα στο επίπεδο που απαιτεί η περίπτωση».

Στην παρουσίαση των ταινιών της εβδομάδας από το «Βήμα» (6/2) η ταινία του Φυλακτού είναι πάλι η μόνη για την οποία δεν υπάρχει ούτε λέξη, για λόγους που μόνο να υποθέσουμε μπορούμε.

Την αυστηρότερη μεταχείριση της επιφύλαξε η άκρως εθνικόφρων «Εστία» (5/2), απαλλαγμένη καθώς ήταν από την ανάγκη επιβεβαίωσης των φρονημάτων της. Η ταινία, διαβάζουμε, «φέρει τον τίτλον με το ένδοξον όνομα “Παύλος Μελάς”» και «αποτελεί μίαν εντυπωσιακήν -τριώρου διαρκείας- ιστορικήν αναπαράστασιν»· οι δημιουργοί της, ωστόσο, «αδικούν την ένδοξον αυτήν σελίδα της νεοτέρας Ελληνικής Ιστορίας με τον κραυγαλέον και εν πολλοίς “φθηνόν” διάλογον».

Εμεινε έτσι μόνο το φιλοχουντικό δίδυμο του συγκροτήματος Μπότση να πανηγυρίζει για το προϊόν, με όρους κυρίως ιδεολογικούς: «Επιτέλους ένα έργο που δεν εξευτελίζει την ελληνική ιστορία [...], η μοναδική μέχρι σήμερα προσπάθεια να αποδοθή μια μεγάλη, πολεμική σελίδα της ελληνικής ιστορίας χωρίς ανακρίβειες» (Ροζίτα Σώκου, «Απογευματινή» 5/2)· «Επιτέλους μια μεγάλη ελληνική ταινία, μια ταινία ιστορική, με την διάστασι και την ανάσα του έπους [...] Παρά μερικές μικρές αντιρρήσεις (δεν τις διατυπώνω τώρα), ο Φίλιππας Φυλακτός γύρισε μια ταινία που αξίζει να την δη κάθε Ελληνας» (Ειρήνη Καλκάνη, «Ακρόπολις» 5/2).

Λιγότερο ενθουσιώδης, μια (ανυπόγραφη) κριτική στο ίδιο φύλλο της «Απογευματινής» υποστηρίζει, τέλος, με αρκετή δόση αμφισημίας πως «η ταινία μπορεί να έχη ανεπάρκειες (ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει παράδοσι -μόνο κακά προηγούμενα- στον ιστορικό τομέα) αλλά ποτέ δεν ντρέπεσαι γι’ αυτήν. Οι ηθοποιοί σε καμιά στιγμή δεν γελοιοποιούν τα πρόσωπα που υποδύονται, όλοι κάνουν ό,τι μπορούν για να μοιάσουν στα πρότυπά τους. [...] Μιλούν πάντα σε καθαρεύουσα −όχι πάντα με την εκλεπτυσμένη ή τοπική προφορά ή την διάλεκτο που θα έπρεπε, αλλά κι αυτό καλύτερα έτσι, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να πέσουν στην -επιθεωρησιακή- μίμησι».

Η «σιωπή» της Μεταπολίτευσης

Οπως είπαμε ήδη, μετά τη Μεταπολίτευση η ταινία ουδέποτε «απαγορεύθηκε». Το γεγονός της προπαγανδιστικής προβολής της από τη χούντα ήταν αρκετό για ν’ αντιμετωπιστεί με περιφρονητική αδιαφορία, από μια κοινωνία διψασμένη να διαβάσει και να δει ό,τι οι στρατοκράτες της απαγόρευαν διά ροπάλου τα προηγούμενα χρόνια. Το ίδιο το Μακεδονικό, η σλαβοφοβία και το φόβητρο του «από βορράν κινδύνου» είχαν άλλωστε πλήρως απονομιμοποιηθεί στη συλλογική συνείδηση μετά το φιάσκο των εθνοσωτήρων στην Κύπρο.

Η ολοσχερής αυτή μετατόπιση του ενδιαφέροντος του κοινού θα προκαλέσει τελικά τη λύσσα των χουντικών «σταγονιδίων»: το 1978 δύο κινηματογράφοι που πρόβαλλαν σοβιετικές ταινίες έγιναν στόχος τυφλών βομβιστικών επιθέσεων της Aκροδεξιάς, με 33 τραυματίες μεταξύ των θεατών.

Από το περιχαρακωμένο κοινό της παραδοσιακής εθνικοφροσύνης, ο «Παύλος Μελάς» θα καταστεί ξανά προσβάσιμος τη δεκαετία του 1980, με την κυκλοφορία του σε βιντεοκασέτα VHS από την «ELPIS FILM» του Κυπριακού Ελληνορθόδοξου Ιδρύματος «Απόστολος Βαρνάβας».

Το 2007 η νεολαία του ΛΑ.Ο.Σ. των Καρατζαφέρη-Αδώνιδος-Βορίδη και Σία θα την αναρτήσει στο Διαδίκτυο, σαν ιδεώδες «έργο που κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή» και «οδηγεί σε πραγματική ψυχική μεταρσίωση και εθνική μέθη».

Το αποφασιστικό βήμα σημειώθηκε ωστόσο στις 18/10/2010, επί μνημονίου, με τη διανομή της σε DVD από το ακροδεξιό περιοδικό «Patria» του μέχρι πρότινος χρυσαυγίτη Ζαφειρόπουλου, που συνέπλεε εκείνο τον καιρό με το ΛΑ.Ο.Σ. Το εξώφυλλο του DVD μάς πληροφορεί (παραπλανητικά) πως «η μοναδική ταινία για τον Μακεδονικό Αγώνα κυκλοφορεί ξανά μετά 36 χρόνια», σχετικό δε άρθρο λάνσαρε για πρώτη φορά το θεώρημα περί δήθεν απαγόρευσής της από «το αποεθνικοποιημένο εν πολλοίς μεταπολιτευτικό κατεστημένο» (Πέτρος Μυλωνάς, «Παύλος Μελάς. Ο απαγορευμένος κινηματογράφος», Patria, τχ.-24, 10-11/2010, σ.46-7).

Ορισμένοι λάτρεις της ταινίας καταγγέλλουν πάλι σαν «λογοκρισία» το πετσόκομμά της από τους διανομείς. Οντως, ενώ οι κινηματογραφικές προβολές του 1974 διαρκούσαν (μαζί με τις διαφημίσεις και τα διαλείμματα) ακριβώς ένα τρίωρο, η συνηθέστερη εκδοχή που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο είναι μόλις 118 λεπτά, τo DVD της ΕLPIS FILM και του Patria φτάνει τα 125, ενώ μια τρίτη διαδικτυακή βερσιόν (με τη στάμπα «KOALA») κρατά 144· η κόπια, τέλος, που προβλήθηκε στην Πτολεμαΐδα και τη Φλώρινα διαρκεί 195 λεπτά −κάπου μισή ώρα, δηλαδή, παραπάνω από την αρχική!

Για το ψαλίδισμα αυτό δεν ευθύνεται όμως ο ανύπαρκτος λογοκριτής της Μεταπολίτευσης, αλλά το δαιμόνιο των επιχειρηματιών που εμπορεύθηκαν το χουντικό τερατούργημα. Τι φταίει η δύστυχη η δημοκρατία μας, αν το καμάρι του κ. Φυλακτού (και του Αρχηγείου) κρίθηκε αντιεμπορικά μακρόσυρτο ακόμη κι από τους ελληνοχριστιανούς ομόφρονές τους;

Ο θρίαμβος του μύθου

Η επόμενη τομή σημειώθηκε επί Σαμαρά, όταν η εφημερίδα «Δημοκρατία» μοίρασε δύο τουλάχιστον φορές τον «Παύλο Μελά» σε DVD (6/10/2012 και 13/10/13), με την παραπλανητική διαφήμιση περί δήθεν απαγόρευσης: «Μη χάσετε αύριο την απαγορευμένη ταινία για τον ήρωα και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα. Μια συγκλονιστική περιπέτεια ιστορικής αλήθειας, που λογοκρίθηκε επί δεκαετίες».

Οταν από τις στήλες της «Εφ.Συν.» ξεσκεπάσαμε την απάτη (14/10/2013), η καλή εφημερίδα έσπευσε να βαφτίσει το ψάρι κρέας: «παίζοντας με το γράμμα των λέξεων και αγνοώντας επιμελώς την ουσία της πολιτικής κατάστασης της χώρας μας», υποστήριξε σε «απαντητικό» σχόλιό της, «ο συντάκτης της “Εφημερίδας των Συντακτών” αμφισβητεί την ουσιαστική απαγόρευση της ταινίας τη μεταπολιτευτική περίοδο», όταν «η ταινία “Παύλος Μελάς” ήταν όντως απαγορευμένη από το φαύλο κονκλάβιο του κομμουνιστικού ιερατείου».

Επί Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ μας κυβερνούσε, προφανώς, το ΚΚΕ...

Η πρόσφατη εθνικιστική κινητοποίηση κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών αναθέρμανε, όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο τη σχετική παραφιλολογία όσο και το εμπορικό ενδιαφέρον για ένα προϊόν που δένει απόλυτα, από άποψη ύφους κι εθνοθρησκευτικών νοημάτων, με το δημοφιλές χιτ «μην παραχαράσσετε την ιστορία». Στο πολιτικό ενδιαφέρον έρχεται να προστεθεί και η νοσταλγία της γενιάς των 55+ για ό,τι θυμίζει τα παιδικά ή εφηβικά της χρόνια.

Διακηρύσσοντας λ.χ. κατά τον επίσημο χαιρετισμό του πως περιμένει «με ανυπομονησία» την προβολή, ο δήμαρχος της Πτολεμαΐδας δεν παρέλειψε να επικαλεστεί τις προσωπικές του αναμνήσεις: «Εγώ θυμάμαι, μικρό παιδάκι με πήγαν οι δάσκαλοί μου και την είδα στον τότε κινηματογράφο “Κατερίνα” από το σχολείο πρώτη φορά».

Εξίσου εύγλωττα και τα διαδικτυακά σχόλια διαφόρων μεσηλίκων, όπως εκείνη η κυρία που αναπολεί με συγκίνηση «την εποχή που μικρά παιδάκια, όταν η Ελλάδα ήταν ελεύθερη χώρα [sic], μας πήγαιναν με το σχολείο σε κινηματογράφους και βλέπαμε ταινίες!»

Κατά την προβολή της στη Φλώρινα (7/11), οι διακινητές της ταινίας ανακοίνωσαν πάλι πως οι «δράσεις» τους «από δω και πέρα θ’ αφορούν το προσφυγικό-μεταναστευτικό-λαθρομεταναστευτικό, το οποίο καίει».

Το πυκνό χειροκρότημα που υποδέχτηκε αυτή την προαναγγελία επιβεβαίωσε, για μιαν ακόμη φορά, τα συμπαγή πολιτικοϊδεολογικά χαρακτηριστικά του εγχειρήματος. Για τους ελληνόψυχούς μας, εθνικός εχθρός που πρέπει να παταχθεί δεν είναι άλλωστε πλέον οι κομιτατζήδες των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά οι ανέστιες οικογένειες των προσφύγων της διπλανής πόρτας.

Μέρες Μεταπολίτευσης.  Η χούντα στο σκαμνί και ο Φίλιππας Φυλακτός αναπροσαρμόζει τη θεματολογία του για ν’ ανταποκριθεί στο πνεύμα των νέων καιρών: προαναγγέλλει το γύρισμα καινούργιας ιστορικής ταινίας, με θέμα το αντιδικτατορικό κίνημα του Ναυτικού και σεναριογράφο γνωστό καραμανλικό δημοσιογράφο.

Ο «Παύλος Μελάς», ως προηγούμενη άσκηση στην εθνική προπαγάνδα, μνημονεύεται όσο διακριτικά απαιτούν οι συνθήκες της εποχής. Η διαφημιστική καταχώριση ισχυρίζεται πως «το γύρισμα άρχισε», η τελική όμως τύχη του έργου αγνοείται.

Σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες φιλμογραφίες, ο κ. Φυλακτός μεταδικτατορικά γύρισε μονάχα μία κινηματογραφική ταινία, ονόματι «Κομμάντος και μανούλια» (1982). Το 1974-1978 και το 1992-1993 ασχολήθηκε με τηλεοπτικά σίριαλ και στο μεσοδιάστημα γύρισε 14 τουλάχιστον βιντεοταινίες με τίτλους όπως «Η σεξουάλα» (1986), «Ο ιππότης της σφαλιάρας» (1986), «Το μανούλι, ο καψούρης και ο αναρχικός» (1986), «Ο ερωτιάρης γάτος» (1988), «Ιπτάμενα μανούλια» (1989) κ.ο.κ.

Υστατο πόνημά του αποτέλεσε το 1997 μια παραγωγή του ΓΕΣ για τα ναρκωτικά («Ο νικητής»), η διαδικτυακή ανάρτηση της οποίας έγινε δεκτή με καταιγισμό ξεκαρδιστικών ειρωνικών σχολίων.


📕 Διαβάστε
 
▶ Γρηγόρης Θεοδωρίδης, «Ο κινηματογράφος ως “ιστοριογραφία για την αντιμετώπιση των εχθρών του Εθνους”: οι ταινίες για τη “σλαβοκομμουνιστική επιβουλή” κατά την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974)», σε Φωτεινή Τομαή (επιμ.), Αναπαραστάσεις του πολέμου. Η μαρτυρία της κινηματογραφικής εικόνας (Αθήνα 2006, εκδ. Παπαζήση, σ.191-231). Εξαιρετικά διεισδυτική κι εμπεριστατωμένη ανάλυση για την ευρύτερη παραγωγή, επιφανές τμήμα της οποίας αποτέλεσε ο «Παύλος Μελάς» του Φ. Φυλακτού.
 
▶ Τάσος Κωστόπουλος, «Ο εμφύλιος Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908): εκδοχές του κρατικού μονοπωλίου της συλλογικής μνήμης» (περ. Τα Ιστορικά, 45 [2006], σ.393-432). Οι περιπέτειες της ιστοριογραφικής και μνημονικής διαχείρισης του Μακεδονικού Αγώνα, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τις μέρες μας. Συνοπτική αναφορά στις λιγοστές κινηματογραφικές ταινίες που έθιξαν το ζήτημα, τόσο στη διάρκεια της χούντας όσο και στα κατοπινά χρόνια.
 
▶ Σωτήρης Βαλντέν, Παράταιροι εταίροι. Ελληνική δικτατορία, κομμουνιστικά καθεστώτα και Βαλκάνια, 1967-1974 (Αθήνα 2009, εκδ. Πόλις). Εξονυχιστικά τεκμηριωμένη επισκόπηση των σχέσεων της χούντας με τα καθεστώτα τού «από βορράν κινδύνου», με ουκ ολίγες εκπλήξεις. Ειδική αναφορά στις διπλωματικές τριβές του 1972-1974 γύρω από τον «Παύλο Μελά».
 
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
Η 6η Απριλίου είναι μια αδικημένη ημερομηνία του εθνικού εορτολογίου. το ξέσπασμα του ελληνογερμανικού πολέμου συνδέεται αναπόδραστα με τραυματικές μνήμες. Τιμώντας με τον τρόπο μας αυτή την παραγκωνισμένη...
Από τις Θερμοπύλες στο Στάλινγκραντ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Περιπέτειες μιας «άτακτης Γαλλιδούλας»
Aπρίλιος του 1975. Λίγους μήνες μόνο μετά την τομή της Μεταπολίτευσης η ταινία «Εμμανουέλα» αποτέλεσε ένα πραγματικά παράδοξο θέμα συζήτησης για την ελληνική κοινωνία, προκαλώντας συζητήσεις για το «άσεμνο...
Περιπέτειες μιας «άτακτης Γαλλιδούλας»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Εθνικόφρων με σημαίες ευκαιρίας
Βίος και πολιτεία ενός Μακεδόνα δωσίλογου ● Στις 4 Σεπτεμβρίου 1959 ένας από τους εμβληματικότερους δωσιλόγους της Κατοχής, ο Φλωρινιώτης Μενέλαος Γέλες ή Γκέλεφ, είχε επιστρέψει στη χώρα από τη γειτονική...
Εθνικόφρων με σημαίες ευκαιρίας
Πρέσπα, 17 Ιουνίου 2018
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Πώς η Μακεδονία μας έγινε ελληνική
Ο ιστορικός του μέλλοντος που θα μελετήσει τις εξελίξεις της τελευταίας διετίας γύρω από το Μακεδονικό, μάλλον θα δυσκολευτεί να εξηγήσει την εκτροπή του λόγου της επίσημης Δεξιάς σε κατευθύνσεις αδιανόητες...
Πώς η Μακεδονία μας έγινε ελληνική
Το περιοδικό «Μακεντόντσε» (Μακεδονόπουλο), που εξέδιδε ο μηχανισμός του ΚΚΕ «για τα μακεδονόπαιδα στις φιλόξενες χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών»
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Κοινοβουλευτική δήλωση μετανοίας
Αν κάτι σημάδεψε βαριά την τριήμερη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για τη Συμφωνία των Πρεσπών, αυτό ήταν η θλιβερή συμμόρφωση του ΚΚΕ με τον σκληρό πυρήνα των επιχειρημάτων της εθνικιστικής δεξιάς περί...
Κοινοβουλευτική δήλωση μετανοίας
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Βίαιοι, βρόμικοι, αναρχικοί
Αν λάβουμε τοις μετρητοίς τους πανηγυρικούς της σημερινής επετείου, πραγματικό χάος χωρίζει τη δικαιωμένη αντιδικτατορική εξέγερση του 1973 από τα βίαια μαζικά ξεσπάσματα της τελευταίας δεκαετίας − είτε...
Βίαιοι, βρόμικοι, αναρχικοί

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας