Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Οταν η Ασφάλεια «ψήφιζε» Αριστερά

Τρίκυκλο του Ελληνικού Συναγερμού εν ώρα διασποράς προκηρύξεων, κατά τις εκλογές του 1952. Σκηνή από τον «Θίασο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Οταν η Ασφάλεια «ψήφιζε» Αριστερά

  • A-
  • A+

Oι εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, τρίτες κατά σειρά μέσα στην πρώτη μετεμφυλιακή τριετία (1950-1952), αποδείχθηκαν καθοριστικές για την πορεία της χώρας τις επόμενες δεκαετίες.

Η σαρωτική επικράτηση της σκληρής Δεξιάς του Ελληνικού Συναγερμού του στρατάρχη Παπάγου, με δεξί χέρι τον Σπύρο Μαρκεζίνη και κομματικά στελέχη προερχόμενα σε μεγάλο βαθμό από τον ΙΔΕΑ και τη δωσίλογη κατοχική εθνικοφροσύνη, έθεσε τις βάσεις για την οικοδόμηση αυτού που τις επόμενες δεκαετίες αποκλήθηκε «κράτος της Δεξιάς»: ενός ασφυκτικού πλέγματος επιτήρησης και καταστολής του «εσωτερικού εχθρού», τόσο στην καθαρή αριστερή όσο και στη λάιτ «συνοδοιποριακή» εκδοχή του· πλέγματος που επέζησε του δημοκρατικού ανοίγματος του 1963-1965 για να καταργηθεί τελικά εν μέρει μετά το 1974 κι ολοκληρωτικά μόλις τη δεκαετία του 1980.

«Να διαλυθεί ολότελα η απλοϊκή αυταπάτη ότι ο Πλαστήρας είναι πιο καλός από τον Παπάγο»
Διακήρυξη του Π.Γ. του ΚΚΕ (20/10/1952)

Η εκλογική νίκη του Παπάγου σηματοδότησε έτσι την αντιστροφή της λαϊκής εντολής των πρώτων μετεμφυλιακών εκλογών (5/3/1950)για συμφιλίωση και επούλωση των πληγών από την ένοπλη σύγκρουση που μόλις είχε τελειώσει.

Μισό μόλις χρόνο μετά τον Γράμμο και το Βίτσι, τα κόμματα της ευρύτερης Δεξιάς είχαν αποσπάσει μόλις 38,5% έναντι 51,5% των αντίστοιχων σχηματισμών του Κέντρου κι 9,7% της Αριστεράς.

Η βασική δε διάκριση μεταξύ Κέντρου και Δεξιάς αφορούσε την πολιτική διαχείριση της στρατιωτικής συντριβής του δεύτερου αντάρτικου: παραδοχή του εμφύλιου χαρακτήρα της πρόσφατης σύρραξης κι επανενσωμάτωση των ηττημένων στην πολιτικοκοινωνική ζωή (με αμνηστίες και λοιπά «μέτρα επιείκειας», επανεξέταση των δικαστικών αποφάσεων του 1946-1949, τερματισμό των εκτελέσεων και περιορισμό των όποιων κατασταλτικών μέτρων στον σκληρό πυρήνα του παράνομου ΚΚΕ) ή παγίωση αυτών των μέτρων και των συνακόλουθων θεσμικών αποκλεισμών ως μόνιμου πλέον χαρακτηριστικού ενός κράτους σε διαρκή πόλεμο με τον «εσωτερικό εχθρό»;

Το κλείσιμο της Μακρονήσου, απόρροια των εκεί εκλογικών αποτελεσμάτων που ξεσκέπασαν το ψέμα της υποτιθέμενης «εθνικής αναμόρφωσης» των κρατουμένων, υπήρξε η χαρακτηριστικότερη ίσως πτυχή αυτού του απρόσμενου -και τελικά βραχύβιου- δημοκρατικού ανοίγματος.

Εξίσου σημαντικοί για χιλιάδες αριστερούς αποδείχτηκαν οι νόμοι της ίδιας περιόδου για την αναθεώρηση των ποινών των στρατοδικείων (Ν.1829), την απόλυση των προφυλακισμένων (Ν.1830) και τη δυνατότητα απόλυσης καταδίκων (Ν.2058), σε συνδυασμό με την κανονιστική χαλάρωση της επίσημης πιστοποίησης των «κοινωνικών φρονημάτων» των πολιτών.

Χρειάστηκαν δυόμισι χρόνια αλλεπάλληλων πολιτικών κρίσεων και πραξικοπημάτων του βαθέος κράτους (από το στρατιωτικό προνουντσιαμέντο της 31/5/1951 μέχρι την «υπόθεση των ασυρμάτων» και την εκτέλεση του Μπελογιάννη) για ν’ αντιστραφεί το κλίμα και να φτάσουμε στη σαρωτική επικράτηση του Παπάγου με 49,2% των ψήφων (κι 82,3% των εδρών) στις εκλογές του 1952.

Σε μεγάλο βαθμό, υπεύθυνα γι’ αυτή την εξέλιξη υπήρξαν τα όρια του βασικού σχηματισμού της τότε Κεντροαριστεράς: της Εθνικής Προοδευτικής Ενώσεως Κέντρου (ΕΠΕΚ) του στρατηγού Πλαστήρα.

Καθοριστικά συνέβαλαν επίσης η επιβολή (με δημόσια εντολή της αμερικανικής πρεσβείας) του πλειοψηφικού συστήματος και η προθυμία φιλόδοξων κεντρώων πολιτικών -όπως ο Εμμανουήλ Τσουδερός κι ο Γεώργιος Παπανδρέου- να συνεργαστούν εκλογικά με τον στρατάρχη, προσφέροντας στο δεξιότατο εγχείρημά του ένα πλασματικό «φιλελεύθερο» άλλοθι.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά βρέθηκε μπροστά σε δυσεπίλυτο δίλημμα: αυτόνομη κάθοδο σε όλη την Ελλάδα και καταγραφή δυνάμεων δίχως αντίστοιχη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ή υιοθέτηση μιας πιο ευέλικτης στάσης, με στήριξη της κεντρώας συμμαχίας ΕΠΕΚ-Φιλελευθέρων, ως επιλογή του μικρότερου κακού, προκειμένου ν’ αποκλειστεί η σαρωτική επικράτηση μιας επικίνδυνα ρεβανσιστικής Δεξιάς;

Οταν η αναζήτηση μεσοβέζικης λύσης κατέληξε σε αποτυχία (εν μέρει λόγω του αντίστοιχου φόβου της ΕΠΕΚ για απώλειες προς τα δεξιά της), η ΕΔΑ κατέληξε, ως γνωστόν, στον διμέτωπο αγώνα και στο σύνθημα «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» −για να το ανακαλέσει επί της ουσίας, επικαλούμενη το «άθροισμα των δημοκρατικών δυνάμεων», μόλις μετρήθηκαν οι ψήφοι.

Το ντοκουμέντο

Απόλυτα κατανοητή, επτά μήνες μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη, η επιλογή της ΕΔΑ υπήρξε εξίσου καλοδεχούμενη από τους μηχανισμούς του βαθέος αντικομμουνιστικού κράτους.

Το επιβεβαιώνουν τα ντοκουμέντα που δημοσιεύουμε σήμερα: οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις δύο χωροφυλάκων της Νέας Φιλαδέλφειας, συνταγμένες το μεσημέρι των εκλογών, για ένα σχετικά άγνωστο συμβάν της προηγούμενης νύχτας.

Λίγες ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, οι εν λόγω χωροφύλακες είχαν εντοπίσει και συλλάβει στελέχη της Αστυνομίας Πόλεων που κυκλοφορούσαν με τζιπ στις εργατικές συνοικίες της Β' Αθηνών, σκορπίζοντας πλαστά φέιγ-βολάν της ΕΔΑ με την επίσημη γραμμή του κόμματος!

Τα πρωτότυπα των καταθέσεων εντοπίστηκαν στο προσωπικό αρχείο του Αναστασίου Σιδέρη, υποδιοικητή τότε της Χωροφυλακής Ν. Ιωνίας, στο ΕΛΙΑ.

Το πλήρες κείμενο της πρώτης κατάθεσης έχει ως εξής:

«Εν Νέα Φιλαδελφεία σήμερον την 16ην Νοεμβρίου του έτους 1952 ημέραν της εβδομάδος Κυριακήν και ώραν 12.10 ενώπιον εμού του Ταγματάρχου της Χωροφυλακής Σιδέρη Αναστασίου Υποδιοικητού της Διοικήσεως Χωροφυλακής Ν. Ιωνίας επί παρουσία και του Ανθυπομοιράρχου Δρεμπέλα Αλεξάνδρου του Αστυνομικού Τμήματος Νέας Φιλαδελφείας προσληφθέντος ως δευτέρου ανακριτικού Υπαλλήλου και μη εχόντων ουδεμίαν συγγένειαν μετά του κατηγορουμένου ουδέ και συμφέρον εκ της εκβάσεως της προκειμένης υποθέσεως, κληθείς ενεφανίσθη ο Παναγιώτης Δρίτσας του Μερκουρίου, ετών 32, γεννηθείς εις Ναύπλιον και κατοικών εις Ν. Φιλαδέλφεια Αττικής, επαγγέλματος Χωροφύλαξ του Αστυνομικού Τμήματος Ν. Φιλαδελφείας, χριστιανός ορθόδοξος, ουδεμίαν έχων συγγένειαν μετά του κατηγορουμένους [sic] Καραχάλιου Ιωάν[νη], Τσούρου Σταμ[ατίου] και Τσιούλου Σωτήριου, ουδέ και συνδεόμενος διά συγγενείας, ουδέ έχων φιλίαν ή έχθραν και μη έχων συμφέρον εκ της εκβάσεως της προκειμένης υποθέσεως.

Ωρκίσθη επί του Ιερού Ευαγγελίου κατά τα άρθρα 218 και 219 του Κώδικος της Ποινικής Δικονομίας διά το πιθανώς ανέφικτον της επ’ ακροατηρίου εμφανίσεώς του, μεθ’ ο εξετάζεται ως έπεται:

Ερώτ. Γνωρίζεις αν κ.λπ. (τω εγένετο η δέουσα ερώτησις).

Απαν. Εγώ και ο συνάδελφός μου Καλδής Στυλιανός ήμεθα περιπολίαν εις το ανατολικόν τμήμα του συνοικισμού Ν. Χαλκηδόνος Αττικής και από τας ώρας 21ης μέχρι 7ης πρωινής της άλλης ημέρας, χθες την νύκτα. Περιπολούντες εφθάσαμεν περί ώραν 23ην εις το εξοχικόν Κέντρον “Συντριβάνι”, ευρισκόμενον πλησίον της διαχωριστικής γραμμής Αθηνών και Νέας Χαλκηδόνος. Μετά πέντε λεπτά της ώρας περίπου είδαμεν να έρχεται από την κατεύθυνσιν των Αθηνών ένα τζιπ κλειστόν, οι επιβαίνοντες του οποίου εσκόρπιζαν μικρά φεϋβολάν, αφ’ ότου διήρχοντο την επί της διαχωριστικής γραμμής γέφυραν και ενώ επροχώρουν προς το εσωτερικόν του συνοικισμού Ν. Χαλκηδόνος, βαίνοντες επί της λεωφόρου Δεκελείας. Οταν το τζιπ έφθασε πλησίον μας και ακριβώς έναντι του Κέντρου “Συντριβάνι” εσταματήσαμεν αυτό διά να διαπιστώσωμεν το περιεχόμενον των φέιγ-βολάν και την ταυτότηταν των επιβαινόντων, σταθέντες εις το μέσον της οδού αμφότεροι. Μετά το σταμάτημα επλησιάσαμε αμφότεροι το τζιπ και εγώ ως επικεφαλής της περιπόλου εζήτησα από τους επιβαίνοντας του τζιπ οδηγόν και τρεις επιβάτας την ταυτότητάν των και συγχρόνως από ένα χάρτινον κυτίον, σχεδόν πλήρες φέιγ-βολάν, το οποίον εκράτει ο αριστερά εκ των δυο όπισθεν καθημένων, έλαβα ένα και εδιάβασα το περιεχόμενόν του, έχων [sic] ως εξής: “Μαύρο στους διασπαστές του Δημοκρατικού Αγώνα, Μαύρο στον εξομότη Πλαστήρα, Ατόφιο το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ, Σταμπάρετε τους προβοκάτορες του Ρέντη-Ζάκκα, Πλαστήρας-Παπάγος = πείνα - πόλεμος, ΕΔΑ = Ειρήνη - Δημοκρατία - Ανοικοδόμηση”. Εν τω μεταξύ, ο παραπλεύρως του σωφέρ καθήμενος μοι ενεχείρησε την ταυτότητά του, η οποία ήτο αστυνομική και ανήκε εις τον Αστυνόμον Α΄ Καραχάλιον Ιωάννην, ο ίδιος δε μοι είπεν ότι είναι αστυνόμος και εκ της συγκρίσεως αυτού και της φωτογραφίας επείσθην ότι είναι ιδική του. Εγώ σκεφθείς ότι πιθανόν η ταυτότης να ήτο πλαστή και οι επιβαίνοντες κομμουνισταί, διότι όλοι ήσαν με πολιτικήν περιβολήν, απεφάσισα να τους οδηγήσουμεν εις το Αστυνομικόν Τμήμα και να τους παρουσιάσωμεν εις τον Αστυνόμον μας και χωρίς να ζητήσω τας ταυτότητας των άλλων τους παρεκάλεσα να μας ακολουθήσουν. Αυτοί δεν έφερον καμίαν αντίρρησιν και επιβάντες εγώ και ο συνάδελφός μου του τζιπ ους ωδηγήσαμεν εις το Αστυνομικόν Τμήμα, όπου τους τρεις επιβάτας και το κυτίον με τα φέιγ-βολάν παραδώσαμεν εις τον Αστυνόμον μας Μοίραρχον Κατσαρόν και ευθύς αμέσως απήλθομεν διά να συνεχίσωμεν την περιπολίαν μας. Οταν εφθάσαμεν εις τον τόπον όπου ήσαν σκορπισμένα τα φέιγ-βολάν, έλαβα ένα εξ αυτών και διεπίστωσα ότι το περιεχόμενόν του ήταν όμοιον με των φέιγ-βολάν του κυτίου. Το τζιπ ήτο ιδιωτικόν αλλά μου διέφυγε να κρατήσω τον αριθμόν του και να ελέγξω την ταυτότητα του οδηγού αυτού.

Ερωτ. Εχεις άλλο τι να προσθέσης;

Απάντ. Οχι και γράμματα γνωρίζω.

Γίνεται μνεία ότι η παρούσα ήρξατο συντασσομένη την 12.10 ώραν της σήμερον και επερατώθη την 13ην ώραν της αυτής ημέρας και ότι ταύτα κατετέθησαν αυθορμήτως και δι’ ολίγων σχετικών ερωτήσεων του ανακρίναντος. Τω ανεγνώσθη και βεβαιωθείσα υπογράφεται παρά του εξετασθέντος και του ανακρίναντος και β' ανακριτικού υπαλλήλου».

Η δεύτερη κατάθεση συντάχθηκε αμέσως μετά την πρώτη, υπογράφεται από τον 22χρονο χωροφύλακα Στυλιανό Καλδή και το περιεχόμενό της επαναλαμβάνει λίγο-πολύ τα προηγούμενα. Διευκρινίζει ότι το επίμαχο τζιπ «συνεμορφώθη αμέσως με το σήμα σταματήματος» και πως «ο παραπλεύρως του οδηγού καθήμενος ενεχείρισεν εις τον συνάδελφόν μου Δρίτσαν την ταυτότητάν του, λέγων ταυτόχρονα ότι είναι Αστυνομικός Διευθυντής»· η σημαντικότερη προσθήκη αφορά ωστόσο τα στοιχεία του οχήματος, που ο νεαρός χωροφύλακας φρόντισε να καταγράψει: «Το τζιπ ήτο ιδιωτικόν και έφερε τον αριθμόν S1434».

Η διαχείριση της είδησης

Με το μεγαλύτερο μέρος του αθηναϊκού Τύπου να πανηγυρίζει έξαλλα για τον εκλογικό θρίαμβο του στρατάρχη, το συμβάν του «εδαΐτικου» τζιπ με τους ασφαλίτες πήρε πολύ μικρότερη έκταση απ’ ό,τι θα συνέβαινε κάτω από άλλες συνθήκες.

Οι περισσότερες από τις εφημερίδες που στήριξαν τον Παπάγο απέφυγαν οποιαδήποτε σχετική μνεία στο φύλλο της επομένης («Το Βήμα», «Τα Νέα», «Εθνος», «Εμπρός», «Απογευματινή», «Εστία» κ.ά.).

Το πληρέστερο ρεπορτάζ δημοσίευσαν -στην τελευταία σελίδα τους- η κεντρώα «Ελευθερία» και η δεξιά «Καθημερινή», με διαφορετικούς τίτλους, αλλά πανομοιότυπο περιεχόμενο. Προερχόμενα από την ίδια προφανώς επίσημη πηγή, τα στοιχεία του συμπληρώνουν τα κενά των μαρτυρικών καταθέσεων, αποδεικνύοντας πως η ιδιότυπη αυτή προβοκάτσια είχε διακλαδικό χαρακτήρα.

Οι δυο επώνυμοι συνεπιβάτες του αρχιασφαλίτη ήταν βαθμοφόροι της Χωροφυλακής (γεγονός που στις καταθέσεις των συναδέλφων τους αποσιωπάται), αποσπασμένοι μάλιστα στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών και Ερευνών του ΓΕΕΘΑ: «Το αυτοκίνητον ήτο κρατικόν, έφερε τα διακριτικά στοιχεία ΚΥΠΕ, ανήκε δε εις την κεντρικήν υπηρεσίαν πληροφοριών Ελλάδος. Οι επιβαίνοντες του αυτοκινήτου και διανέμοντες τας προκηρύξεις ήσαν οι Ι. Καραχάλιος, αστυνομικός διευθυντής β΄τάξεως, Σ. Τζούρος, ανθυπασπιστής της χωροφυλακής, και Σ. Τσούλτος, ενωμοτάρχης. Ο Καραχάλιος υπηρετεί εις την Γεν. Ασφάλειαν Αθηνών, οι δε δυο της χωροφυλακής ανήκουν εις την Γεν. Διεύθυνσιν Αλλοδαπών και ήσαν απεσπασμένοι εις την ΚΥΠΕ παρά τω Γενικώ Επιτελείω».

Με αρχική ονομασία «Διεύθυνσις Υπηρεσίας Πληροφοριών» (ΔΥΠΛ), η ΚΥΠΕ υπήρξε προσωπικό δημιούργημα του στρατάρχη Παπάγου εν έτει 1949· τον επόμενο χρόνο από τα γεγονότα που περιγράφουμε, θα αναβαθμιζόταν δε στην αυτοτελή -και πανίσχυρη- ΚΥΠ. Προς το παρόν, η ιδιότητα αυτή εξηγεί την (άκρως αντιεπαγγελματική) παράλειψη των χωροφυλάκων να κρατήσουν τόσο το επίμαχο τζιπ όσο και τα στοιχεία ταυτότητας του (κυπατζή, προφανώς) οδηγού του.

Υποσημειώνεται, τέλος, ότι σύμφωνα με την εφημερίδα «Προοδευτικός Φιλελεύθερος» (17/11/1952), εκτός από τη Νέα Χαλκηδόνα το ίδιο όχημα είχε σκορπίσει τα φέιγ-βολάν του και σε άλλες εργατικές γειτονιές (Περιστέρι, Ελευθερούπολη κ.λπ.).

Τα προηγούμενα ρεπορτάζ διευκρινίζουν πως ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός (και εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) Δημήτριος Κιουσόπουλος διέταξε αυθημερόν την εκ νέου σύλληψη κι ανάκριση των τριών βαθμοφόρων· αυτοί δε, «ως εγνώσθη», υποστήριξαν στην ανάκριση ότι με τη διανομή των πλαστών προκηρύξεων «προσέφεραν εθνικήν υπηρεσίαν».

Για την αμηχανία που προκάλεσε το απρόσμενο συμβάν στη βαθιά εθνικοφροσύνη αποκαλυπτικό είναι το σχόλιο του «Βήματος» της 18/11: «Να δεχθώμεν ότι οι δυο αυτοί αξιωματικοί και ο Ενωμοτάρχης, οι οποίοι σημειωτέον υπηρετούν σε άκρως εμπιστευτική υπηρεσία του Γενικού Επιτελείου, ήσαν κρυφοί πράκτορες του Κομμουνισμού είναι αδύνατον. Το πιθανώτερον είναι ότι υπέπεσαν εις το βαρύ των παράπτωμα εξ άλλων ίσως λόγων. Αλλ’ ο υπερβάλλων ζήλος όχι μόνον δεν ελαφρύνει την θέσιν των, αλλ’ αντιθέτως την επιβαρύνει. Διότι, ανεξαρτήτως του ότι παρέβησαν το καθήκον των, επλαστογράφησαν με την πράξιν των και την θέλησιν του Στρατάρχου Παπάγου, ο οποίος ουδέποτε εχρησιμοποίησε παρομοίας μεθόδους εις την δημοσίαν του ζωήν, και ουδέποτε θα επέτρεπεν εις τρίτους να τας χρησιμοποιούν επ’ ονόματί του».

Παρά τις μεγαλόστομες διαβεβαιώσεις, ο εναγώνιος διαχωρισμός του νέου πρωθυπουργού από την υπόθεση προϊδέαζε βέβαια περισσότερο για κουκούλωμα, παρά για οποιαδήποτε απόδοση δικαιοσύνης.

Οπερ και εγένετο. Μολονότι αγνοούμε την τυπική εξέλιξη του δικαστικού μέρους της υπόθεσης, γεγονός είναι πως αυτή σε τίποτα δεν παρακώλυσε τη σταθερή άνοδο του επικεφαλής ασφαλίτη σε όλο και ψηλότερα πόστα. Στο ίδιο μετερίζι από τα χρόνια του Μεταξά (1937), θα τον δούμε επί ΕΡΕ (1957) προϊστάμενο της Υπηρεσίας Πληροφοριών κι υποδιοικητή της Γενικής Ασφάλειας, τη διοίκηση της οποίας θ’ αναλάβει μεταξύ 1960 και 1964. Αποστρατεύτηκε επί Γεωργίου Παπανδρέου, για να επανέλθει μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ως αρχηγός πλέον της Πυροσβεστικής (6/6/1967)· αξίωμα που διατήρησε μέχρι την οριστική αποστρατεία του, λόγω ηλικίας, την 31/12/1970.

Σε κάθε περίπτωση, η σκιά εκείνης της παλιάς ιστορίας του 1952 δεν έπαψε να τον συνοδεύει. Οταν, απόστρατος πλέον, χάλασε το 1965 τον κόσμο για την ατιμωρησία των φοιτητών που ξεσκέπασαν και «κατακράτησαν» ασφαλίτη στο Β΄ Πανσπουδαστικό συνέδριο, η φιλοκυβερνητική «Ελευθερία» θα σχολιάσει συνθηματικά (16/5) πως «η κοινή γνώμη ενθυμείται τον κ. Καραχάλιον όχι μόνον ως Διοικητήν Ασφαλείας, αλλά και ως διανομέα κομμουνιστικών προκηρύξεων».

Ακόμη κι ο ίδιος δεν δίστασε πάντως κάποια στιγμή να επικαλεστεί αυτό το παρελθόν, αναζητώντας μια ύστατη δικαίωση σε δύσκολους καιρούς. Ως μάρτυρας υπεράσπισης των βασανιστών της χουντικής Ασφάλειας στην περιβόητη δίκη της Χαλκίδας (19/11/1975), δεν περιορίστηκε μόνο στα καλά λόγια για τους κατηγορούμενους «μαθητάς του» και «αριστείς του σώματος», αλλά επιδόθηκε σε συνολική αναδρομική προάσπιση των κατορθωμάτων της υπηρεσίας, από τα χρόνια του Μεταξά μέχρι και τη χούντα. Τα φέιγ-βολάν του 1952 είχαν κι αυτά τη θέση τους στην όλη ρετροσπεκτίβα, έστω και με τη συνήθη σε τέτοιες περιπτώσεις εξιδανίκευση: «Φερόμουν στους κομμουνιστάς με τον καλύτερο τρόπο. Εκανα ωραίο πόλεμο εναντίον τους. Μοίραζα ακόμη και προκηρύξεις με κομμουνιστικό περιεχόμενο» («Μακεδονία» 20/11/1975). Φυσικά, απέφυγε να διευκρινίσει κάτω από ποιες ακριβώς περιστάσεις είχε συμβεί αυτό το τελευταίο.

Εκδοχές μιας εκπροσώπησης

Με χτυπητή εξαίρεση την αρκετά εκτενή βιβλιογραφία για την υπόθεση Μπελογιάννη, το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 χαρακτηρίζεται στη χώρα μας από ένα έκδηλο ιστοριογραφικό κενό.

Εξαιρετικά καλοδεχούμενη είναι ως εκ τούτου η πρόσφατη μονογραφία της Κατερίνας Δέδε για τον παραγνωρισμένο, παρθενικό φορέα της Κεντροαριστεράς («Ο σύντομος πολιτικός βίος της ΕΠΕΚ. Η ανάδυση του Κέντρου στη μετεμφυλιακή Ελλάδα», Αθήνα 2016, εκδ. Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών).

Το βιβλίο ξεκινά παρακολουθώντας τη διαδρομή του ίδιου του Πλαστήρα, από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (σύντομη πρωθυπουργική θητεία το 1945, εκπαραθύρωση από τη φιλοβασιλική Ακροδεξιά, σταδιακή παρασκηνιακή διεκδίκηση ειρηνευτικού ρόλου στη διάρκεια του Εμφυλίου), μέχρι την οριστικοποίηση της ρήξης του με το Κόμμα Φιλελευθέρων το 1949 και τη σύμπηξη της ΕΠΕΚ, ως προεκλογικού αρχικά συνασπισμού, στις αρχές του 1950.

Μελετά κατόπιν τις ιδρυτικές συνιστώσες και την οργανωτική συγκρότησή της ως ενιαίου κόμματος (επισημαίνοντας τον έρποντα ανταγωνισμό μεταξύ των παραδοσιακών δομών γύρω από τους βουλευτές και των 1.000 τοπικών συμβουλίων που επιχειρήθηκε να εκφράσουν την οργανωμένη βάση), καθώς και την εξέλιξη του πολιτικού προσωπικού της στις τρεις μεγάλες εκλογικές αναμετρήσεις της τριετίας 1950-1952.

Ιδιαίτερα χρήσιμο γι’ αυτό το τελευταίο αποδεικνύεται το εκτενές παράρτημα (σ.287-312) με τα λεπτομερή βιογραφικά όλων των βουλευτών της, που αποτυπώνει πλήρως τον πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα του κόμματος, και τον κατάλογο των δημοτικών συνδυασμών που η ΕΠΕΚ υποστήριξε στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 1951.

Ακολουθούν ειδικά κεφάλαια για καθεμιά απ’ αυτές τις αναμετρήσεις, διαφωτιστικά για τους σταδιακούς μετασχηματισμούς ενός κόμματος εξουσίας που προσπάθησε ταυτόχρονα να εκφράσει μια μεγάλη μερίδα των ηττημένων της προηγούμενης περιόδου: «Το βάπτισμα του πυρός» (1950), «Η βραχύβια ακμή» (1951) και «Η παρακμή» (1952).

Δυο σημεία αξίζει να προσεχθούν εδώ, λόγω συνάφειας με το θέμα μας. Το πρώτο είναι ο έντονα «αντιφασιστικός» χαρακτήρας της προεκλογικής καμπάνιας του 1951, μετά την κάθοδο στην πολιτική του στρατάρχη Παπάγου. Ο τελευταίος σκιαγραφείται από τον Τύπο και την ηγεσία της ΕΠΕΚ ως «εκπρόσωπος του φασισμού» προερχόμενος «από την δικτατορικήν, την φασιστικήν Δεξιάν της χιτλερομουσολινικής 4ης Αυγούστου», επικεφαλής ενός κόμματος συγκροτημένου από «τα υπολείμματα μιας επαράτου Δικτατορίας και τα πλέον καθυστερημένα στοιχεία του πολιτικού μας κόσμου» και συνδεόμενου με «τους πλέον στυγνούς εκπροσώπους της οικονομικής ολιγαρχίας» (σ.196).

Με τα μέτρα ειρηνεύσεως στο ενεργητικό της, η ΕΠΕΚ θ’ απευθυνθεί έτσι κατά κύριο λόγο στον ΕΑΜικό κόσμο που διαφοροποιήθηκε από το ΚΚΕ στη διάρκεια του Εμφυλίου, «την ανώνυμη ηρωική μάζα της Εθνικής Αντιστάσεως», καλώντας τον να επιλέξει ανάμεσα στη ρεαλιστική προοπτική μιας περαιτέρω «χαλαρώσεως της δράσεως του αστυνομικού κράτους» και την επικράτηση της πιο επιθετικής πτέρυγας του αστικού κόσμου: «Τώρα πρέπει να δοθή η μάχη κατά του φασισμού. Κάθε άλλη σκέψις είναι αντιλαϊκή, είναι προδοτική» (σ.195).

Το δεύτερο σημείο αφορά τη δημόσια συζήτηση εντός της ΕΠΕΚ, καθ’ οδόν προς τις εκλογές του 1952, για τον χαρακτήρα του ΕΑΜ (σ.213-8). Με τη μάζα των μη κομμουνιστών αγωνιστών του τελευταίου ν’ απαρτίζει εκ των πραγμάτων τον κύριο όγκο του ακροατηρίου που θα έκρινε την επερχόμενη αναμέτρηση, δύο αποκλίνουσες απόψεις θα διατυπωθούν επ’ αυτού από διαφορετικές πτέρυγες του κόμματος.

Η μία, από την εφημερίδα «Προοδευτική Αλλαγή» του (πρώην ΕΑΜίτη) Νίκου Παπαπολίτη, διεκδικεί αυτό τον κόσμο ως τέτοιο, στο όνομα του κοινού αγωνιστικού παρελθόντος της οργάνωσης: το ΕΑΜ, διακηρύσσει, υπήρξε «το μεγαλύτερο ελληνικό λαϊκό δημιούργημα, μέσα στο οποίον ο Λαός μας έβαλε ολόκληρο το είναι του, κι όχι δημιούργημα ενός κόμματος, όπως θέλησαν να μας πουν εκείνοι που έμειναν μακρυά από την Εθνική Αντίστασι, για να το υποτιμήσουν, να το υποβιβάσουν, να το συκοφαντήσουν».

Διατυπωμένη διά χειρός του ίδιου του Πλαστήρα από τις στήλες της «Ελευθερίας» του (αντιΕΑΜίτη) Κόκκα, η δεύτερη γραμμή αγκαλιάζει αντίθετα τον ίδιο κόσμο όχι ως αγωνιστές που δικαιούνται ιστορική δικαίωση, αλλά ως ηττημένους που χρειάζονται συγχώρεση και προστασία: το ΕΑΜ, διαβάζουμε, όχι μόνο «δεν ήταν η μόνη έκφρασις της αντιστάσεως εις την Ελλάδα» αλλά και «ταχέως απετέλεσε τον δούρειον ίππον του ΚΚΕ», γεγονός που το έθεσε «εκεί όπου αυτοτοποθετήθη το ΚΚΕ: έξω των ορίων του έθνους. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι κάθε Ελλην που διετέλεσε εαμίτης είναι εκ του γεγονότος τούτου απόβλητος».

Μετά την εκλογική συντριβή της 16ης Νοεμβρίου, η απόκλιση αυτή (που δεν αφορούσε μόνο το παρελθόν, αλλά -μέσω αυτού- το παρόν και το μέλλον) θα πάρει τη μορφή φυγόκεντρων τάσεων, με επίδικο αντικείμενο την αποτίμηση της ήττας και τη χάραξη της μελλοντικής στρατηγικής: σταδιακή αφομοίωση στο δεξιόστροφο κόμμα του Βενιζέλου ή στροφή προς τα αριστερά, προκειμένου να εκφραστούν τα ριζοσπαστικοποιημένα λαϊκά στρώματα που είχαν δώσει στην ΕΠΕΚ την προηγούμενη δυναμική της;

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μελετά αυτή τη διαδικασία «κατάρρευσης» (1953), που σημαδεύτηκε από διαγραφές κι αποσκιρτήσεις για να επισφραγιστεί τελικά από τον θάνατο του Πλαστήρα (26/7/1953).

Μολονότι ως σφραγίδα εξακολούθησε να περιφέρεται στην πολιτική κονίστρα ώς το 1961, η πρώτη έκφραση της Κεντροαριστεράς πέθανε μαζί με το βραχύβιο δημοκρατικό άνοιγμα που είχε δώσει νόημα στην ύπαρξή της.

Προβοκατορολογίας το ανάγνωσμα

Την επομένη των εκλογών του 1952, δυο εφημερίδες ανέδειξαν πρωτοσέλιδα το επεισόδιο της Νέας Χαλκηδόνας: η «Προοδευτική Αλλαγή», ημερήσιο φύλλο προσκείμενο στην αριστερή πτέρυγα της ΕΠΕΚ, και η «Αυγή».

Η πρώτη ενοφθάλμισε την είδηση στο κύριο άρθρο της, που έριχνε την ευθύνη για την επικράτηση του Παπάγου στον διμέτωπο αγώνα της ΕΔΑ:

«Προχθές το βράδυ συνελήφθησαν επ’ αυτοφώρω ο αστυνομικός διευθυντής Ιω. Καραχάλιος ανήκων εις ειδικήν εμπιστευτικήν υπηρεσίαν αντικομμουνιστικής δράσεως, ένας ανθυπασπιστής της χωροφυλακής και ένας ενωματάρχης με πολιτικήν περιβολήν καθ’ ην στιγμήν διένειμαν εις την Νέαν Φιλαδέλφειαν πλαστάς προκηρύξεις που συνιστούσαν εις τους αριστερούς να μαυρίσουν τον Πλαστήραν και να ψηφίσουν ατόφιο το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ. Και οι μεν συλληφθέντες ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΩΣ όχι μόνον δεν είναι οπαδοί της ΕΔΑ, αλλά και αποτελούν στελέχη του Παπαγισμού. [...] Ο Φασισμός και ο εξ επαγγέλματος Αντικομμουνισμός άδραξαν την ευκαιρίαν που τους παρείχε η εντολή του Ν. Ζαχαριάδη να καταπολεμηθή ο Πλαστήρας και την έκαμαν προκήρυξιν της ΕΔΑ για να παρασύρουν οπαδούς της να ψηφίσουν το διασπαστικόν ψηφοδέλτιόν της που δεν είχε καμμίαν ελπίδα επιτυχίας». Την επομένη, πρωτοσέλιδο σχόλιο επικεντρώνεται στην πραγματική βάση της προβοκάτσιας: αφού το περιεχόμενο των ασφαλίτικων προκηρύξεων «ούτως ή άλλως εκφράζει το πνεύμα και τας απόψεις των ηγετών της ΕΔΑ και του δημοσιογραφικού οργάνου της», διαβάζουμε, «θα ημπορούσαν κάλλιστα να κυκλοφορήσουν αι προκηρύξεις αύται από παιδιά της ιδίας της ΕΔΑ, δίχως να υποπτεύεται κανείς ότι εξετυπώθησαν από τον Συναγερμόν».

Τα ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα έσπευσε να βγάλει η «Αυγή»: οι τρεις συλληφθέντες της ΚΥΠΕ, ισχυρίζεται το όργανο της ΕΔΑ, «έδρασαν ως μέλη του ΙΔΕΑ με σκοπό να σκορπίσουν σύγχυση στους δημοκρατικούς ψηφοφόρους, επιδιώκοντες μετατόπισή τους στο Κέντρο και άλλους ανομολογήτους σκοπούς»!

Για όσους αναγνώστες δυσκολεύονταν να κατανοήσουν για ποιο λόγο ο ΙΔΕΑ (του στρατάρχη) επιδίωκε να στείλει τους αριστερούς ψηφοφόρους στον αντίπαλό του, το φύλλο της επομένης ανέλαβε να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο λιανά, ανεβάζοντας την τερατολογία σε δυσθεώρητα ύψη.

Μετατοπίζοντας, κατ’ αρχάς, το επίμαχο συμβάν από τη νυχτερινή μεθόριο Αθήνας - Ν. Χαλκηδόνας «στα εκλογικά τμήματα», όπου ο αστυνομικός διευθυντής (υποτίθεται ότι) «περιεφέρετο και εμοίραζε δήθεν προκηρύξεις της ...ΕΔΑ»: «Ποιον και τι υπηρετούσε ο κ. Καραχάλιος; Βέβαια όχι την ΕΔΑ. Γιατί τότε θα έφθανε κανείς στο συμπέρασμα ότι η ΕΔΑ κατέκτησε την εμπιστοσύνη και αυτών των διωκτών του αριστερισμού [sic]. Πράγμα που ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ δεν είναι σωστό. [...] Και ο μεν Συναγερμός θα είχε ίσως λόγους να μοιράζει ΚΡΥΦΑ πλαστά έντυπα της ΕΔΑ, πράγμα που έκανε κιόλα. Αποκλείεται όμως να κατέφευγε σε πασίγνωστα πρόσωπα σαν τον κ. Καραχάλιο. Αυτό είναι αυτονόητο. Δεν μένει λοιπόν παρά το “Κέντρο”. Το “Κέντρο” που δε δίστασε σε καμμιά μηχανοραφία προκειμένουν να πείσει το Λαό για τη συνεργασία Συναγερμού-ΕΔΑ. [...] Ας καμαρώσουν οι απλοί πολίτες, οι οπαδοί του Κέντρου την πολιτική ηθική των ηγετών τους».

Διαφορετικού τύπου πρακτορολογία υιοθετεί στα απομνημονεύματά του ο αξιωματικός της Χωροφυλακής που προσυπέγραψε τις καταθέσεις των δυο συναδέλφων του ως β΄ ανακριτικός υπάλληλος.

Το ερμηνευτικό σχήμα επικαθορίζεται εδώ από την εσωτερική αντιζηλία των σωμάτων ασφαλείας, με αποσιώπηση της εμπλοκής ημετέρων και αχαλίνωτη συνωμοσιολογία γύρω από την «τριγωνική σύνδεση απόπατου [=Αστυνομίας Πόλεων], στρατιωτικής ηγεσίας και αμερικάνικης υπηρεσίας» με σκοπό όχι μόνο τη «σκηνοθετημένη φθορά του Πλαστήρα» αλλά και την υπονόμευση της... Χωροφυλακής (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ.46).

Σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο, ο απόηχος του 1952 θα σημαδέψει, τέλος, την υποδοχή της κατάθεσης του Καραχάλιου στη μεταπολιτευτική δίκη της Χαλκίδας.

Εκκινώντας από την εκ μέρους του παραδοχή της διανομής «κομμουνιστικών προκηρύξεων» σε κάποιο απροσδιόριστο παρελθόν, ορισμένοι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής θα σπεύσουν να του φορτώσουν ρητορικά πάσαν νόσον και πάσαν συνωμοσίαν −με πρώτα και καλύτερα τα φλεγόμενα οδοφράγματα των Ιουλιανών του 1965.

«Διαπίστωση» που μπορεί να μην είχε και πολλή σχέση με τα λεγόμενα ή τα πεπραγμένα του πάλαι ποτέ αφεντικού της Ασφάλειας, ανταποκρινόταν όμως και με το παραπάνω στις «αριστεροχουντικές» ψυχώσεις του 1975.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Χαλαρή ψήφος, στρατηγικές επιλογές
Οι ευρωεκλογές του 1984 μεταξύ «αλλαγής» και «απαλλαγής»: Θεωρητικά οι κάλπες αφορούσαν την επιλογή εκπροσώπων για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στην πράξη, εξελίχθηκαν σε αποτίμηση της θητείας της πρώτης...
Χαλαρή ψήφος, στρατηγικές επιλογές
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η αυγή του ελληνικού λαϊκισμού
Ενα φάντασμα πλανιέται την τελευταία δεκαετία πάνω από την Ελλάδα: το φάντασμα του λαϊκισμού. Από την εποχή που μπήκαμε στα μνημόνια και φούντωσαν οι αντιδράσεις για την υποβολή μιας ολόκληρης κοινωνίας στο...
Η αυγή του ελληνικού λαϊκισμού
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο φόνος πριν από την απόπειρα
Μπράβοι, πιστόλια και αίμα στην προεκλογική Κοκκινιά του 1932. Φανατικοί βενιζελικοί πυροβολούν εναντίον του συγκεντρωμένου πλήθους. Νεκροί πέφτουν δύο άνθρωποι, ενώ τραυματίζονται τουλάχιστον άλλοι τέσσερις....
Ο φόνος πριν από την απόπειρα
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Γράμμος-Βίτσι-Σαϊγκόν
Ο πόλεμος του Βιετνάμ εξακολουθεί ν’ αντιμετωπίζεται σε Ανατολή και Δύση ως η εποποιία ενός ασιατικού Δαβίδ ενάντια στον πανίσχυρο βορειοαμερικανό Γολιάθ. Πώς όμως αντιμετώπιζε η ελληνική Δεξιά τον αγώνα των...
Γράμμος-Βίτσι-Σαϊγκόν
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Διαδρομές της «εθνικής αφύπνισης»
Μέσα από τη διασταύρωση ντοκουμέντων επιβεβαιώνεται η συνέχεια ανάμεσα στη δωσίλογη αντιΕΑΜική προπαγάνδα της Κατοχής, τον προπαγανδιστικό μηχανισμό της ΕΡΕ και της χούντας αλλά και την πρόσφατη ανάκληση των...
Διαδρομές της «εθνικής αφύπνισης»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας