Τώρα θα ’θελα να έβγαινε η ταινία μου με τους πρόσφυγες στις αίθουσες. Και, μάλιστα, η βερσιόν που πήγε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Νόμιζα ότι η αντίδραση που συνάντησε το “Man at Sea” οφειλόταν στις σεναριακές του ατέλειες. Τώρα συνειδητοποιώ ότι το θέμα του ήταν που δεν αντέχαμε. Τον εγκλωβισμό των πιτσιρικάδων μεταναστών πάνω στο δεξαμενόπλοιο και τον εμφύλιο που ξεσπά με το πλήρωμα. Την αίσθηση της σκουριασμένης Ευρώπης, που δίνει το ίδιο το πλοίο. Αυτά, δηλαδή, που ζούμε τώρα.
Ούτε κι εγώ το πιστεύω ότι έχουμε κλείσει τους λογαριασμούς μας, σαν θεατές αλλά και σαν κοινωνία, με την προηγούμενη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη. Υπάρχει, όμως, στις αίθουσες η νέα του δουλειά, το «Ξύπνημα της άνοιξης», που και πάλι ανοίγει θέματα δύσκολα. Αλλά και αποκαλύπτει λίγο παραπάνω τον ίδιο τον αγαπημένο σκηνοθέτη.
Ποιος έχει πει ότι τα βιβλία και οι ταινίες που διαλέγουμε είναι κατά βάθος η επιστροφή μας στον δημιουργό τους, ότι μ’ αυτόν θέλουμε να κάνουμε παρέα στο πέρασμα του χρόνου, χωρίς να χάνουμε ούτε ένα βήμα από την εξέλιξή του; Κι αυτή τη φορά ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, ας πουν κάποιοι ότι το ξέρει καλά το θέμα και το έχει ξαναδείξει, είναι διαφορετικός. Κινηματογραφικά, αλλά και φιλοσοφικά. Βαριά η λέξη; Τότε, πολιτικά.
Στο »Ξύπνημα της άνοιξης» πέντε νέα παιδιά, τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι, φτιάχνουν μια συμμορία και αρχίζουν τις ληστείες, το εμπόριο ναρκωτικών. Αποκτούν όπλα. Ξεφεύγουν. Η ταινία ξεκινά με τη σύλληψή τους. Καταλαβαίνεις ότι κάτι τρομερό έχουν κάνει. Οι νεαροί Ρωσοπόντιοι της περίφημης πια ταινίας του «Από την άκρη της πόλης» (1998), με τις μικροκλοπές και τα ψωνιστήρια τους, θα ’λεγες ότι είναι οι πολύ πολύ μακρινοί πρόγονοι της σημερινής συμμορίας. Πώς θα έκανε, όμως, τη σύγκριση ο ίδιος ο Γιάνναρης;
«Λέγανε τότε πόσο σκληρό ήταν το “Από την άκρη της πόλης”. Κι όμως, κοιτάω πίσω με νοσταλγία. Στη σκοτεινιά της νέας μου ταινίας εγγράφεται η σκοτεινή πορεία που διένυσε η χώρα τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια. Τα παιδιά στην “Ακρη της πόλης” παίζανε. Εδώ δεν παίζουν.
»Στην “Ακρη της πόλης” ήρωες ήταν οι “απέξω”, που ήθελαν να διεισδύσουν στο κέντρο. Στο “Ξύπνημα” είναι μέινστριμ παιδιά, που θέλουν να εκτιναχθούν έξω, να δραπετεύσουν. Οι πρώτοι δεν είχαν τίποτα και ήθελαν να αποκτήσουν τον κόσμο. Οι δεύτεροι ώς ένα σημείο έχουν τα πάντα και τα χάνουν μέσα από τα χέρια τους. Δύο διαφορετικές πορείες».
• Τι σας τράβηξε σ’ αυτή την ακραία ιστορία μετά την καθολικότητα του «Man at Sea»;
Η τέχνη μπορεί να μιλάει για ακραίες περιπτώσεις. Η ταινία βασίζεται αμυδρά σε μια πραγματική συμμορία νεαρών – διάβασα και τη δικογραφία, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο από αστυνομική πλευρά, και το σενάριο «έφυγε». Πήγε κάπου αλλού. Προσπάθησα να πιάσω το φαινόμενο της βίας, να το καταλάβω, ακόμα και την ηδονή του.
«Είναι ωραία η βία», λέει ένας από τους πρωταγωνιστές. Αυτό είναι το ατυχές στη ζωή. Είναι ωραίο αυτό που μπορεί να σε καταστρέψει. Δεν χρειάζεται, όμως, να είσαι genius για να καταλάβεις πού οδηγεί ένα όπλο. Πώς λένε, «Johnny, you know what a gun is. Don’t pick it up».
• Υπάρχει πάντως μια περίεργη ανοχή απέναντι στη βία και την οπλοκατοχή στην κοινωνία μας, ακόμα και επενδυμένη με «αριστερή» ιδεολογία.
Κι εκεί νομίζω ότι βρίσκεται πολιτικά η ουσία της ταινίας μου. Αλλοι, όπως στις ΗΠΑ, προσπαθούν να μαζέψουν την οπλοκατοχή που τους διαλύει, κι εμείς εδώ έχουμε μια ανοχή, κάτι η παράδοσή μας (κλέφτες και αρματολοί), κάτι το Αντάρτικο, κάτι τα πρόσφατα ένοπλα κινήματα.
Ακόμα, όμως, και η δικαιολογημένη αντίδραση στη βαρβαρότητα μπορεί να καταντήσει κι αυτή βαρβαρότητα. Πολλοί θα πουν ότι είναι το αναπόφευκτο τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για την ανθρώπινη πρόοδο. Η βία ως καβάτζα της προόδου; Εντελώς ξεπερασμένη άποψη, έχει πια αποδειχθεί πόσο ατελέσφορη μακροπρόθεσμα είναι η βία.
• Κι αν κάποιοι σκεφτούν ότι με τα χρόνια γίνατε πιο συντηρητικός;
Δεν μπορώ να παίζω τον ρόλο του μέντορα-επαναστάτη για πάντα. Υπάρχουν κι άλλοι ρόλοι στη ζωή. Αλλωστε, καμιά ταινία μου δεν τελείωνε με χαρούμενο τρόπο. Κανένας από τους ήρωές μου, ούτε στο «Από την άκρη της πόλης» ούτε στον «Ομηρο», δεν επιβίωσε. Στο τέλος ή πήγαιναν φυλακή ή σκοτώνονταν. Αγαπώ πάντα τους ήρωές μου, αλλά δεν είμαι και η Αγία Τερέζα. Είμαι σε απόσταση, κοιτάω, αλλά και κρίνω.
• Να μην αποκαλύψουμε τι ακριβώς κάνουν τα παιδιά στην ταινία. Μπορώ, όμως, να σας ρωτήσω για την ηρωίδα σας, αυτό το ένα και μοναδικό κορίτσι στη συμμορία. Δεν μας είχατε συνηθίσει σε γυναίκες πρωταγωνίστριες, εκτός βέβαια από τον «Δεκαπενταύγουστο».
Η Ιωάννα είναι μια καταπληκτική αντι-ηρωίδα. Δεν την προτείνω, βέβαια, για παράδειγμα στη νεολαία, αλλά τι τραγική, ανθρώπινη φιγούρα. Είναι μια γυναίκα που μπορεί να το πάει ώς τα άκρα, εκεί που τα αγόρια δεν τολμούν – ακόμα και στη δολοφονία κατά λάθος εμπλέκονται, δεν είναι γεννημένοι φονιάδες.
Αυτή, όμως, με την ερωτική της μανία για τον αρχηγό της ομάδας, με την επιθυμία, τη ζήλια και τον εγωκεντρισμό της στο φουλ, αποδεικνύεται το μοιραίο πρόσωπο της συμμορίας. Και με τι απάθεια αντιμετωπίζει στην ανάκριση την αστυνομικό όταν της λέει τη φράση «ξεκληρίσατε μια ολόκληρη οικογένεια». Κάνω κοντινό στο πρόσωπό της και είναι το απόλυτο κενό. Πάντως νομίζω ότι αρέσει περισσότερο στις γυναίκες το «Ξύπνημα» γιατί ανατρέπεται ο μύθος της ανδρικής παρέας και συμμορίας.
• Η νεαρή Δάφνη Πατακιά, που την ερμηνεύει, ήδη ξεχώρισε, μακάρι να κάνει καριέρα. Τι είδατε πάνω της και τη διαλέξατε;
Την πίστεψα πολύ από την πρώτη στιγμή που την είδα. Δεν ήταν απλώς ένα όμορφο κορίτσι. Είχε ένα πολύ ωραίο, μικρό κεφαλάκι και τα μαλλιά, που έπεφταν, της έδιναν μια ασύλληπτη αθωότητα. Και συνάμα είχε και κάτι το πολύ περίεργο στο βλέμμα. Ιδανική περίπτωση ηθοποιού για να δουλέψεις μαζί της. Εχει και μια απίθανη αφοσίωση στη δουλειά, σχεδόν φανατισμό.
• Το «Ξύπνημα της άνοιξης» είναι και κινηματογραφικά διαφορετικό από τις άλλες ταινίες σας. Πιο αυστηρή, αργή, παγωμένη. Είναι κι αυτά τα stills, οι φωτογραφίες των ηρώων με τις οποίες διακόπτετε συνεχώς τη ροή.
Νομίζω ότι η μέχρι τώρα πορεία μου δεν μου επιτρέπει να ξαναπερπατώ σε διαδρομές και μονοπάτια που ξέρω. Ηθελα να δοκιμάσω μια γραφή πιο ώριμη, κατά κάποιους, πιο αποστασιοποιημένη, κατ’ άλλους -πείτε την όπως θέλετε. Απουσιάζει πάντως συνειδητά ο έντονος νατουραλισμός και επικρατεί η απόσταση, το πάγωμα του χρόνου. Αφήνω την κάμερα μπροστά στα παιδιά, χωρίς πολλά cuts και τέτοια.
Με κάνει αρκετά υπερήφανο ότι έχω κατακτήσει τις σιωπές, ότι εμπιστεύομαι τις παύσεις, που μπορεί να ’ναι και πιο σημαντικές από τον διάλογο. Να σε τι χρησιμεύουν, ώς ένα σημείο, και τα stills, που πετάνε τον θεατή έξω από την αφήγηση. Του δίνουν περιθώριο να σκεφτεί, εκτός, βέβαια, του ότι είναι και μια αναφορά στα ναρκισσιστικά selfies και στα σόσιαλ μίντια που είμαστε όλοι κολλημένοι. Μου αρέσουν και εικαστικά, δίνουν κι ένα πιο νουάρ ύφος στην ταινία.
• Ο χρόνος δεν περνάει μόνο πάνω από τον καλλιτέχνη Γιάνναρη. Πόσο έχετε αλλάξει ως άνθρωπος;
Πιστεύω ότι θα μπορούσα να έχω κάνει φρικαλέα πράγματα αν είχα εξουσία και μπορούσα να κάνω αυτά που πίστευα στα 15, 16, 17, 18 και 20 χρόνια μου. Ευτυχώς που δεν τα έκανα. Υπήρχε κάτι το αφόρητο στον χαρακτήρα και την κοσμοθεωρία μου. Δεν υπήρχε ο άλλος. Δεν είναι φοβιστικό αυτό;
Τώρα πια είμαι πολύ πιο προσεκτικός στις αντιδράσεις μου – συναισθηματικές, κοινωνικές ή πολιτικές. Δηλαδή, προσπαθώ να μην κρίνω αμέσως. Να περιμένω. Ελέγχω και κοντρολάρω την άμεση συναισθηματική μου αντίδραση, που μπορεί να ’ναι και βίαιη.
«Στον λαιμό μού κάθονται αυτοί του Βίζεγκραντ»
• Είστε από τους λίγους δημιουργούς και μάλιστα αριστερούς που έκαναν έντονη κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ. Είχατε χρησιμοποιήσει πολύ σκληρή γλώσσα και για τη διαπραγματευτική του στρατηγική στην Ευρώπη και για το δημοψήφισμα (το «όχι» που έγινε «ναι»). Πώς βλέπετε τώρα τα πράγματα;
Τώρα πια δεν το λέω μόνο εγώ ότι όλα αυτά ήταν μια κοροϊδία, το λέει όλη η κοινωνία. Από τη μια γελάω, γιατί όπως στρώσαμε θα κοιμηθούμε, από την άλλη φοβάμαι. Φοβάμαι ότι μας περιμένει ένα ατέλειωτο τέλμα, όλοι μας να φυτοζωούμε στα όρια του ανεκτού και να μην υπάρχει καμιά πιθανότητα για αλλαγές και άλματα προς τα μπροστά.
Το θέμα είναι καθαρά οικονομικό. Αλλά το μπάχαλο είναι γενικότερο. Δεν είναι μόνο οι ιδιορρυθμίες της χώρας μας, αλλά και το ευρωπαϊκό πλαίσιο, που δεν είναι σήμερα ό,τι το πιο ενθαρρυντικό.
• Αναφέρεστε, βέβαια, στην προσφυγική κρίση.
Ακριβώς. Μπορεί να διαφωνώ σε πολλά με την κυβέρνηση, αλλά στο μεταναστευτικό θέμα έχει μια πιο αξιόλογη γραμμή από άλλους. Αυτοί οι σιχαμένοι του Βίζεγκραντ στον λαιμό μού κάθονται. Εχουν ιδιοτέλεια, παράνοια και απίστευτα φοβικά συναισθήματα απέναντι στον άλλο, στον διαφορετικό. Προφανώς επειδή οι περισσότεροι πρόσφυγες είναι μουσουλμάνοι. Αν ήταν χριστιανοί, Σέρβοι ή Κροάτες δεν θα υπήρχε τόση αναστάτωση στην Ευρώπη.
• Με σχεδόν δεδομένους πια τους «φράχτες» στην Ευρώπη δεν φοβάστε ότι θα γίνουμε «αποθήκη ψυχών»;
Θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν ότι υπάρχει εύκολη λύση για το προσφυγικό και την ξέρω. Πάνω-κάτω αν εξαρτιόταν από μένα, θα έκανα ό,τι και η Μέρκελ, Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι διαφορετικό.
• Αλλαξε η στάση σας απέναντι στην Ευρώπη λόγω της απαράδεκτης πολιτικής ορισμένων κρατών στο προσφυγικό;
Οσο τραγική κι αν είναι η κατάσταση, δεν τα ’χω με την Ευρώπη, πιστεύω ότι είναι η μόνη διέξοδος που έχουμε ως χώρα. Αλλωστε περνάει κι αυτή μια περίοδο που οι παλιές της βεβαιότητες καταπίπτουν. Τίποτα πια δεν είναι αυτονόητο. Ούτε καν η κυριαρχία του Διαφωτισμού και του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας. Υπάρχουν ρεύματα που την αμφισβητούν.
• Μετά, πάντως, τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι σαν να επιβεβαίωσε σύσσωμη η Ευρώπη την πίστη της σ’ αυτές τις αξίες.
Μας περιμένει ένας μακρύς και αιματηρός δρόμος. Κάτι σαν ένας νέος ψυχρός πόλεμος. Αυτά τα παιδιά, που φέρνουν την τζιχάντ στην Ευρώπη ή φεύγουν από την Ευρώπη για τη Συρία, κάποτε τα παρομοίαζαν με όσους πήγαιναν να βοηθήσουν τους αριστερούς στον ισπανικό εμφύλιο.
Για μένα η παρομοίωση που τους ταιριάζει είναι τα Einsatzgruppen, τα «Τάγματα Θανάτου», οι νέοι που φόρτωναν οι ναζί σε φορτηγά και τους έπαιρναν μαζί τους στην Ανατολική Ευρώπη, να δολοφονούν εν ψυχρώ τον ντόπιο πληθυσμό. Μαύρη αντίδραση με μανδύα θρησκευτικό είναι οι τζιχαντιστές. Με έναν τρόπο νομίζω ότι και η Ιωάννα της ταινίας μου τούς μοιάζει. Αυτήν, ναι, θα μπορούσα να τη φανταστώ να πηγαίνει μπροστά, ζωσμένη εκρηκτικά, και τα αγόρια να την ακολουθούν. Η αφελής επαναστατικότητά της και η λύσσα της για ζωή μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι θανατηφόρο.
• Και κάτι τελευταίο, μια και ζήσατε τόσα χρόνια στην Αγγλία. Τι λέτε ότι θα ψηφίσουν στο δημοψήφισμα για την παραμονή τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση;
Δεν πιστεύω ότι θα φύγουν από την Ε.Ε. Ούτε μία στο εκατομμύριο. Είναι πολύ πραγματιστές, θα ψηφίσουν «ναι», δηλαδή όχι στο Brexit, αυτό θα ψήφιζα κι εγώ. Αν βγει πάντως το «όχι» στην Ε.Ε., θα ζήσουμε πολύ ενδιαφέρουσες μέρες. Η Ευρώπη δεν θα αφήσει το Σίτι σε χλωρό κλαδί, προς μεγάλη χαρά πολλών σε Παρίσι και Φρανκφούρτη.
«Η θεία μου και ο Τρότσκι»
Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης έχει ήδη έτοιμο ένα νέο σενάριο, στο οποίο, όπως και στο «Ξύπνημα της άνοιξης», συνεργάστηκε με τη Μαρία Πάουελ. Το θέμα του ξαφνιάζει, αλλά και ανοίγει την όρεξη.
Βασίζεται, μας λέει, στη ζωή της εξ αγχιστείας θείας του. «Είχε παντρευτεί τον ξάδελφο του παππού μου, στην Αμερική». Ηταν μια Εβραία τροτσκίστρια από το Μανχάταν, που ερωτεύτηκε το 1938 στο Παρίσι έναν μυστηριώδη Βέλγο Ζακ και -για να μην τα πολυλογούμε- αυτός εκμεταλλεύτηκε τη θέση της δίπλα στον Τρότσκι, στο Μεξικό, και τον δολοφόνησε! Ναι, είναι η ιστορία της Σίλβια Αγκέλοφ και του Ραμόν Μερκαντέρ.
«Ερωτας, προδοσία, Ιστορία, επανάσταση, μεγάλα θέματα», λέει ο σκηνοθέτης. «Κι ένας καταπληκτικός ρόλος για γυναίκα ηθοποιό». Ευχόμαστε ολόψυχα στην παραγωγή τον πιο εύκολο, σύντομο και… πλούσιο δρόμο.
