Ας ξεκινήσουμε πώς πήρε το Οσκαρ από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ: το 1971 υποψήφιοι για Οσκαρ Σκηνοθεσίας ήταν ο Γουίλιαμ Φρίντκιν για την ταινία «Ο Ανθρωπος από τη Γαλλία» (ένα από τα παγκόσμια αριστουργήματα της 7ης Τέχνης), ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς για το «Η τελευταία παράσταση» (άλλη ταινιάρα) και ο Κιούμπρικ για Την ταινία (το «την» με κεφαλαία) «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι». Και κέρδισε ο Φρίντκιν… Θα καταλάβαινα πλήρως αν κάποιος γινόταν διάσημος από αυτό και μόνο! Αλλά ο Φρίντκιν έγινε γνωστός γιατί ήταν μοναδικά ταλαντούχος σκηνοθέτης, έκανε απίστευτες ζούρλιες ως άνθρωπος, ήταν τρομερό τυπάκι και κυρίως γιατί έζησε με όλα αυτά: το ταλέντο, τις ζούρλιες, τον τύπο του. Αρα, ελεύθερος πολύ. Και αυτό είναι επίτευγμα από μόνο του: και στη ζωή και στον θάνατο.
Ο «σκηνοθέτης του κακού», όπως τον αποκαλούσαν, δεν μένει πια εδώ… Ο Γουίλιαμ Φρίντκιν «έφυγε» από τη ζωή προχθές, Δευτέρα 7/8/2023, στα 88 του χρόνια, στο σπίτι του στο Λος Αντζελες. Δεν σκηνοθέτησε απλώς σπουδαίες και δημοφιλείς ταινίες («Εξορκιστής», «Το μεροκάματο του φόβου», «Jade», «Κατάχρηση εξουσίας», «Killer Joe» κ.ά.) αλλά άλλαξε πραγματικά την πορεία του κινηματογράφου, καθώς ήταν εξαιρετικά επιδραστική η ματιά του στους άλλους καλλιτέχνες: μια ματιά σκοτεινή, γκροτέσκα και βαθιά κοινωνικοπολιτική μαζί.
Κέρδισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας πολύ νέος, θεωρήθηκε ίσως το νεότερο τόσο τολμηρό και επιδραστικό ταλέντο της γενιάς του, ο ίδιος μπασκετμπολίστας ήθελε να γίνει, αλλά βλέπεις είδε στα 25 του τον «Πολίτη Κέιν», ήταν που λάτρευε και «τη βρομιά και την ταλαιπωρία» της διαδικασίας δημιουργίας μιας ταινίας, όπως είχε δηλώσει, οπότε τον κέρδισε το σινεμά. Δεν είχε στόχο να γίνει διάσημος. Η «βρομιά και η ταλαιπωρία» τον ωθούσε – η ίδια δηλαδή η καλλιτεχνική διαδικασία της δημιουργίας. Ηταν, με άλλα λόγια, πραγματικός καλλιτέχνης.
Ηταν και ζουρλάρας – να τα λέμε κι αυτά! Ανήκε και «έχτισε» από μικρός αυτή τη γενιά των σκηνοθετών του Χόλιγουντ που αμφισβήτησαν στεγανά, γκρέμισαν στερεότυπα (μέχρι και τοίχους στούντιο – κανονικά), που τόλμησαν να κάνουν πολιτικό σινεμά σε εντελώς άλλο, αντισυμβατικό επίπεδο (το οποίο προσομοιάζει με των συναδέλφων τους στη Σοβιετική Ενωση την ίδια εποχή, ως προς την πρόθεση, αν και με διαφορετικό τελείως τρόπο δοσμένο). Εκείνη την εποχή (δεκαετίες ’60-’70) το Χόλυγουντ βρίσκεται μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Χαρακτηριστικό είναι (έστω και σε συμβολικό επίπεδο) πως σαν πήγε το 1958 να εργαστεί με τον Χίτσκοκ ο Φρίντκιν, τον επέπληξε επειδή δεν φορούσε γραβάτα. Τότε μεγάλοι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες θέτουν ένα πολύ υψηλό κριτήριο αξιολόγησης της κινηματογραφικής τέχνης, το οποίο η βιομηχανική παραγωγή του Χόλιγουντ δεν μπορεί να αγκαλιάσει, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται ο κινηματογράφος του Τρίτου Κόσμου, ενώ ο ανατολικοευρωπαϊκός κινηματογράφος συνεχίζει να αποτελεί μια δημιουργική πρόκληση. Και έρχονται τυπάκια σαν τον Φρίντκιν, τον Κόπολα, ακόμα και τον Σπίλμπεργκ, ως νέοι τότε, και τα αλλάζουν όλα. Και αυτό επιλέγουν να το κάνουν με ταινίες βίας. Ακριβώς ως σχόλιο σε μια κοινωνία όπου η φιλοσοφία της βίας υποβόσκει και πηγάζει ήδη από το τραύμα της γέννησή της, οδηγώντας σε αδιέξοδο. Πώς το καταπολέμησαν αυτό καλλιτέχνες σαν τον Φρίντκιν; Μα με πολιτιστικά μέσα, τα οποία ενέχουν και αυτά εντός τους στοιχεία της βίας… Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε το επονομαζόμενο «Νέο Χολιγουντ» τότε.
Οσο για τον ίδιο τον Φρίντκιν, μπορεί να πέταξε στα σκουπίδια ένα έργο του Μπασκιά, να αρνήθηκε να γυρίσει βιντεοκλίπ του Prince, να κατάφερε ελάχιστοι να τον εμπιστεύονται από πολύ νωρίς κιόλας, αλλά ήταν πραγματικός καλλιτέχνης. Και ως τέτοιο, τον αποχαιρετούμε…
