«Η πόλη και η πόλη» – μια ταινία, μα τι ταινία; Κανείς δεν ξέρει ακόμα ακριβώς. Μόνο οι συντελεστές της. Ακριβώς γιατί η νέα ταινία «Η πόλη και η πόλη» των Χρήστου Πασσαλή και Σύλλα Τζουμέρκα θα κάνει πρεμιέρα στη φετινή 72η Μπερλινάλε, που ξεκίνησε μόλις χθες (10-20/2). Ωστόσο, πριν γίνει κανονική ταινία, παρουσιάστηκε ως κινηματογραφική εγκατάσταση στο Κέντρο Πολιτισμού-Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, πέρυσι τον Ιούλιο.
Η πόλη και η πόλη
Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα απλό εγχείρημα. Μόνο η θεματική του είναι ακόμη πληγή χαίνουσα, τόσο για τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της, όσο και για την ίδια τη Θεσσαλονίκη, για ολόκληρη τη χώρα, αλλά και την παγκόσμια Ιστορία: η ταινία διατρέχει επτά «θεσσαλονικιώτικες» δεκαετίες, με κεντρικό άξονα την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Με απλά λόγια, από πού να ξεκινήσεις, πού να τελειώσεις, τι να πρωτοαναδείξεις… Το γεγονός δε πως η συγκεκριμένη ταινία με τη συγκεκριμένη θεματική θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο φετινό Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου φέρει και αυτό τον ιδιαίτερο συμβολισμό του.

Οι Σύλλας Τζουμέρκας και Χρήστος Πασσαλής γεννήθηκαν την ίδια χρονιά (1978), στην ίδια πόλη (Θεσσαλονίκη). Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, αποφάσισαν από κοινού να καταπιαστούν με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης τους. Μια κοινότητα που μετράει ήδη ενεργή παρουσία από τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή, τονώθηκε πληθυσμιακά μετά τη μαζική εκδίωξη των Εβραίων από την Ισπανία το 1942, σε αυτούς προστέθηκαν εξόριστοι από τη Σικελία, την Πορτογαλία κ.α., με αποτέλεσμα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης (Σεφεραδίτες ως επί το πλείστον) να αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα της πόλης, έχοντας κάνει τη συμπρωτεύουσα ένα από τα μεγαλύτερα εβραϊκά κέντρα της Ευρώπης.
Τι έγινε στη συνέχεια; Γιατί οι νεότεροι γνωρίζουν ελάχιστα γι’ αυτήν την πολυπληθή και εξαιρετικά σημαντική για τη Θεσσαλονίκη κοινότητα; Πού είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ή οι απόγονοί τους; Τρεις πυρκαγιές και ένα ολοκαύτωμα αρκούν για να δώσουν κάποιες πρώτες απαντήσεις: Οι πυρκαγιές του 1875 και του 1890 έπληξαν την εβραϊκή κοινότητα, με καθοριστικότερη αυτή του 1917, η οποία κατέκαψε τα σπίτια τους, άφησε άστεγους πάνω από 50.000 Εβραίους κατοίκους, κατέστρεψε διοικητικά και άλλα κτίρια. Για να φτάσουμε στο 1941, όταν οι ναζί έθεσαν σε εφαρμογή αντιεβραϊκά μέτρα: δημόσιες ταπεινώσεις, υποχρέωση να φορούν το κίτρινο άστρο, διαμονή σε συγκεκριμένα γκέτο. Αργότερα, με τη συμβολή Ελλήνων δωσίλογων (δεν ήταν λίγοι όσοι ήθελαν να εκμεταλλευτούν τις περιουσίες των Εβραίων της πόλης) αλλά και κάποιων υψηλά ιστάμενα Εβραίων (σύμφωνα με την πανεπιστημιακό Βαρόν Βασάρ), η συντριπτική πλειονότητα της κοινότητας μπήκε στα τρένα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποιοι από τους Εβραίους της πόλης εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ, που τότε δημιουργούνταν, αλλά το 96% της κοινότητας εστάλη στα στρατόπεδα (ποσοστό υψηλότερο και από του Βερολίνου, σύμφωνα με την Εβραία ιστορικό Ρένα Μόλχο).
Μα και όσοι ελάχιστοι εν τέλει επέστρεψαν ζωντανοί από τα κολαστήρια, βρήκαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους δημευμένα. Η πόλη (με την ανοχή, αν όχι τη συμμετοχή των περισσότερων μη Εβραίων κατοίκων της και των θεσμών φυσικά) εκμεταλλεύτηκε ακόμα και τις ταφόπλακες από το κατεστραμμένο εβραϊκό νεκροταφείο, για τη δημιουργία πεζοδρομίων, δημόσιων χώρων, ακόμα και κατοικιών. Ενα ακόμη δράμα εξελίχθηκε για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, με τους περισσότερους από αυτούς να κάνουν πολλά χρόνια να μιλήσουν για τα όσα συνέβησαν. Ακόμη, όμως, και σήμερα οι μαρτυρίες είναι μετρημένες και ελάχιστοι από τους επισκέπτες της συμπρωτεύουσας θα καταλάβουν πόσο μεγάλη και σημαντική ήταν η εβραϊκή κοινότητα για την πορεία και την Ιστορία της ίδιας της πόλης.
Ισως γι’ αυτό και οι δημιουργοί της ταινίας να κάνουν λόγο για την «πόλη και την πόλη» – για δύο πόλεις δηλαδή, την εξής μία: τη Θεσσαλονίκη τού τότε, δοσμένη όμως στο σύγχρονο τοπίο τού σήμερα. «Και στην εγκατάσταση και στην ταινία συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο δύο πόλεις. Η μία είναι η Θεσσαλονίκη όπως είναι τώρα και η άλλη είναι μια Θεσσαλονίκη ονειρική, η οποία είναι φτιαγμένη από τα υλικά της ταινίας εποχής, από το 1930 μέχρι το 1980, που είναι στην ουσία τα παιδικά μας χρόνια με τον Χρήστο στη Θεσσαλονίκη» είχε δηλώσει πέρυσι ο Σύλλας Τζουμέρκας. Για τους δύο δημιουργούς η πόλη αυτή είναι «γεμάτη αντιφάσεις και αντινομίες εξαιρετικά έντονες. Είναι μια πόλη πολυεπίπεδη – ιστορικά, μα και σε κάθε άλλη πτυχή της». Μια πόλη με «βάρος», σε όλα τα πολυεπίπεδα επίπεδά της.
Τα 70 χρόνια της ιστορίας αυτής αντιστοιχούν σε έξι κεφάλαια, έναν πρόλογο και έναν επίλογο όσον αφορά την ταινία. Που δεν είναι ακριβώς μυθοπλασία, αλλά κάτι ανάμεσα σε fiction, ντοκιμαντέρ και ταινία-δοκίμιο. Τη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Homemade Films με τη συνεργασία του Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης υπογράφει η Μαρία Δρανδάκη και την επιμέλεια ο Ορέστης Ανδρεαδάκης. Επίσης, η ταινία έχει υποστηριχτεί από αρκετούς φορείς και ιδρύματα: Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, Claims Conference – the Conference of Jewish Material Claims Against Germany, Rosa Luxemburg Stiftung – Office in Greece, ΕΚΟΜΕ, Kέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, MOMus, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, αλλά και το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει).
Δεν έχουμε δει ακόμα την ταινία. Ωστόσο, ακόμη κι αν πετύχει ν’ ανοίξει ένας διάλογος για όλα τα παραπάνω, θα είναι μια κάποια νίκη.
