ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διάσημος για τις σημαδιακές ταινίες «Η τελευταία παράσταση» (The Last Picture Show, 1971), «Μια τρελή-τρελή καταδίωξη» (What’s Up, Doc?, 1972) και «Χάρτινο Φεγγάρι» (Paper Moon, 1973), ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, που πέθανε στις 6 Ιανουαρίου του 2022, δεν ήταν μόνο ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Η γνώση του για τον παγκόσμιο και αμερικάνικο κινηματογράφο ήταν απαράμιλλη. Μάλιστα δούλεψε πολλά χρόνια ως κριτικός.

Πήρε συνεντεύξεις από πολλούς σπουδαίους δημιουργούς ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ορσον Γουέλς. Με τον τελευταίο κράτησε στενή φιλία και έγραψε το βιβλίο This is Orson Welles (1992). Ως μελετητής του κινηματογράφου, ασχολήθηκε επίσης με το ντοκιμαντέρ ως είδος καταγραφής έργου σπουδαίων δημιουργών όπως ο Τζον Φορντ (Directed by John Ford, 1971), ο Τομ Πέτι (Runnin’ Down a Dream, 2006) και ο Μπάστερ Κίτον (The Great Buster, 2018).

Στα χρόνια της ακμής του έγινε επίσης γνωστός για τους παθιασμένους έρωτες του, πρώτα με την Σίμπιλ Σέπαρντ, η οποία πρωταγωνίστησε στην «Τελευταία παράσταση», και μετά με το μοντέλο του Playboy και ηθοποιό Ντόροθι Στράτεν, η οποία δολοφονήθηκε από τον πρώην σύζυγό της. Το τραγικό τέλος της Στράτεν είχε αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή και την καριέρα του Μπογκντάνοβιτς, ο οποίος αποσύρθηκε από το κέντρο του προσκήνιου που ώς τότε κατείχε.

Ωστόσο, μέχρι τον θάνατό του στις 6 Ιανουαρίου, ήταν ενεργός και αφοσιωμένος στην Εβδομη τέχνη, δημιουργώντας αλλά και συμβάλλοντας όπως μπορούσε σε αφιερώματα, συζητήσεις, φεστιβάλ και προβολές. Εν τέλει, ο Μπογκντάνοβιτς άφησε μια μοναδική κληρονομιά στον αμερικάνικο κινηματογράφο. Μια κληρονομιά που έγκειται όχι μόνο στις διαχρονικές δημιουργίες του αλλά και στη διάδοση μιας εξαιρετικής γνώσης και προοπτικής που για πολλά χρόνια γεφύρωνε τη μία εποχή της τέχνης με την άλλη.

Η παρακάτω συνέντευξη πραγματοποιήθηκες λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, με αφορμή τα 50 χρόνια από την πρεμιέρα της «Τελευταίας παράστασης».

• Ο τίτλος «Η τελευταία παράσταση» έχει μεταφορική έννοια. Τώρα, στην αυγή της εποχής του στρίμινγκ, δεν φαίνεται πια απίθανη η ιδέα ότι το σινεμά –όπως το ξέρουμε– μπορεί να εκλείψει. Πόσο σημαντική θεωρείτε τη διατήρηση της μεγάλης οθόνης;

Πολύ σημαντική. Αν δεν δεις μια ταινία στη μεγάλη οθόνη μαζί με το κοινό χάνεις ένα μεγάλο μέρος της πραγματικής ψυχαγωγίας, αν όχι ολόκληρη. Ειδικά για την κωμωδία, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να σε περιτριγυρίζουν θεατές. Η ταινία μου άνοιξε στο Radio City Music Hall της Νέας Υόρκης, η οποία είναι η μεγαλύτερη αίθουσα στη χώρα, 6.500 θέσεων. Ηταν σαν να έτρεμε ο χώρος από τα γέλια, κάτι το απίστευτο! Οταν πήρα τον Κάρι Γκραντ να τον καλέσω, μου είπε (τον μιμείται), «α, ναι, όλες μου οι ταινίες έχουν προβληθεί στο Radio City Music Hall. Στάσου στο βάθος και άκου 6.500 ανθρώπους να γελάνε με κάτι που έφτιαξες εσύ… Θα σου κάνει καλό» (γέλια). Κι έτσι έγινε, δεν είχα ποτέ ξανά μια τέτοια εμπειρία.

• Η ταινία ξαναβγαίνει αποκατεστημένη, σε νέα κόπια, στις αίθουσες έπειτα από 50 χρόνια. Πιστεύετε ότι μπορεί να διασκεδάσει το νέο κοινό;

Νομίζω ότι είναι μια ταινία που λειτουργεί ακόμα, ύστερα από 50 χρόνια, κι αυτό είναι καλό πράγμα. Δεν νομίζω ότι έχει ξεπεραστεί. Πραγματεύεται θέματα που είναι ακόμα σημαντικά, που θα είναι πάντα σημαντικά, αφού και το βιβλίο του Λάρι ΜακΜέρτρι ήταν διαχρονικό και πραγματευόταν αληθινές καταστάσεις.

• Πώς θα νιώθατε για ένα ριμέικ;

Δεν θα μου άρεσε καθόλου να γίνει ριμέικ της «Τελευταίας παράστασης». Δεν έκανα κακή δουλειά, δεν υπάρχει λόγος να ξαναγίνει.

• Θα το λέγατε αυτό για όλα τα ριμέικ;

Οχι, τα ριμέικ έχουν τη θέση τους όταν κάποιος (δημιουργός) ξέρει ότι μπορεί να ξαναφτιάξει με καλύτερο τρόπο μια κακή ταινία. Αλλά αν η ταινία λειτουργεί, μην την αγγίζεις, άσε την.

• Γιατί αποφασίσατε να τη γυρίσετε σε ασπρόμαυρο φιλμ;

Ζήτησα τη συμβουλή του Ορσον Γουέλς σχετικά με το πώς θα μπορούσα να πετύχω το (μεγάλο) βάθος πεδίου που είχε ο ίδιος εφαρμόσει στο «Πολίτης Κέιν». Μου είπε «Δεν θα το καταφέρεις ποτέ με έγχρωμο φιλμ». Του απάντησα ότι εκείνη την εποχή (1970) το έγχρωμο φιλμ είχε αναπτυχθεί, ήταν πιο ευαίσθητο, αλλά ο Γουέλς το επανέλαβε πως δεν υπήρχε περίπτωση να πετύχω αυτό που ήθελα με χρώμα: «Κάν’ το ασπρόμαυρο!».

Του είπα πως θα το ήθελα αλλά πως δεν ήμουν σίγουρος ότι θα με άφηναν. «Το ζήτησες;» «Οχι». «Πες τους ότι το ασπρόμαυρο φιλμ είναι ο φίλος των ηθοποιών». «Γιατί το λες;». «Γιατί κάθε ερμηνεία παρουσιάζεται καλύτερα ασπρόμαυρη!» Και πράγματι, συνεννοήθηκα με τον παραγωγό μου, τον Μπερτ Σνάιντερ, και μου έδωσαν το ok. Αργότερα όταν ρώτησα τον Σνάιντερ πώς και μου το επέτρεψε τόσο εύκολα, μου είπε ότι το θεώρησε μια καλή καινοτομία μια και δεν γυρίζονταν παρά ελάχιστες ασπρόμαυρες ταινίες τότε.

• Ο Ορσον Γουέλς ήταν φίλος σας και μέντοράς σας. Πώς άρχισε η φιλία σας;

Γύρω στο 1959 ή 1960 έγραψα μια σύνοψη για την ταινία του Ορσον Γουέλς «Οθέλλος», την οποία εξύμνησα ως την καλύτερη σεξπιρική ταινία που είχε γίνει έως τότε, πράγμα που δεν συμμεριζόταν η κοινή γνώμη. Υστερα από λίγο με πλησίασε ο Ρίτσαρντ Γκρίφιθ, ο επιμελητής της ταινιοθήκης του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Μου είπε ότι ετοίμαζαν μια ρετροσπεκτίβα των ταινιών του Ορσον Γουέλς και μου πρότεινε να την επιμεληθώ και να γράψω για τις ταινίες. Τον ρώτησα: «Ντικ, συνήθως την κάνεις εσύ αυτήν τη δουλειά, γιατί μου το ζητάς τώρα;».

Μου απάντησε πως δεν του πολυάρεσαν τα έργα του Ορσον Γουέλς (γέλια) αλλά ότι άρεσαν στα μέλη της ταινιοθήκης και ότι προτιμούσε κάποιος που εκτιμάει τον Γουέλς να ασχοληθεί. Ετσι ξαφνικά βρέθηκα να κάνω αναλύσεις των ταινιών του Γουέλς για το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Οταν δημοσιεύτηκε ο κατάλογος του αφιερώματος, έστειλα μερικά αντίτυπα στον Ορσον Γουέλς, ο οποίος βρισκόταν κάπου στην Ευρώπη για το γύρισμα της «Δίκης». Δεν μου απάντησε για εφτά χρόνια.

Οταν του ξανάστειλα τον κατάλογο όμως στο Λος Αντζελες, όπου έμενα πια και εγώ, με πήρε στο τηλέφωνο: «Γεια σας, μπορώ να μιλήσω με τον Πίτερ Μπογκντάνοβιτς;». Αναγνώρισα την φωνή του, αλλά έκανα τον χαζό: «Ποιος τον ζητεί;». «Ο Ορσον Γουέλς.» «Α, γεια σας.» «Γεια σου», είπε, «δεν έχεις ιδέα πόσο καιρό θέλω να σε γνωρίσω!». «Κλέψατε τα λόγια μου!» του είπα, «αλλά εσείς γιατί να θέλετε να με γνωρίσετε;». «Γιατί έχεις δημοσιεύσει τα πιο αληθινά πράγματα για μένα…». Εκανε μια παύση και συμπλήρωσε «στα αγγλικά». «Είμαι στο ξενοδοχείο Beverly Hills», συνέχισε, «θα ήθελες να συναντηθούμε για ένα ποτό στο μπαρ του ξενοδοχείου αύριο;». «Φυσικά!»… Ετσι άρχισε η φιλία μας.

• Είστε ένας από τους πιο επιτυχημένους σκηνοθέτες του αμερικάνικου κινηματογράφου και θεάτρου, έχετε εντρυφήσει ως ηθοποιός, ιστορικός, συγγραφέας και κριτικός του κινηματογράφου. Από όλες τις επιτυχίες σας ποια σας ευχαριστεί περισσότερο, ποια θυμόσαστε σαν ικανοποιητική εμπειρία;

Το γύρισμα της «Τελευταίας παράστασης» ήταν έντονη εμπειρία – όλοι μας πήγαμε στο Τέξας σαν ένα πρόσωπο και γυρίσαμε σαν άλλο. Επρόκειτο για μια περίπλοκη παραγωγή. Εγιναν πολλά, ο έρωτάς μου για την Σίμπιλ (Σέπαρντ) εκτινάχτηκε… Πέρασα καλά στο γύρισμα του «Μια τρελή-τρελή καταδίωξη», η Μπάρμπρα Στρέιζαντ ήταν διασκεδαστική… Νομίζω όμως πως η αγαπημένη μου ταινία ήταν το They All Laughed με τον Μπεν Γκαζάρα, την Οντρεϊ Χέπμπορν και την Ντόροθι Στράτεν. Η παραγωγή έγινε στην πόλη μου, τη Νέα Υόρκη, και φυσικά ήμουν τρελός για την Ντόροθι, αγάπησα την Οντρεϊ Χέπμπορν, ο Μπεν Γκαζάρα ήταν ήδη παλιός μου φίλος…

• Εχετε γνωρίσει σπουδαίους δημιουργούς. Υπάρχει κάποιος από τη νέα γενιά που έχει κερδίσει το ενδιαφέρον σας;

Πολλοί, άντρες και γυναίκες, ο Γουές Αντερσον, ο Νόα Μπάουμπαχ, η Γκρέτα Γκέργουιγκ και άλλοι.

• Ο πατέρας σας ήταν επιτυχημένος ζωγράφος σερβικής καταγωγής. Τι επιρροή είχε στην ανατροφή σας;

Ο πατέρας μου ήταν καταπληκτικός ζωγράφος. Πέθανε σε ηλικία 70 χρόνων. Η επιρροή του σε μένα ήταν σπουδαία, αλλά δεν είχε να κάνει με λόγια, δεν πολυμιλούσε. Τα έργα του μιλούσαν εκ μέρους του. Ηταν επίσης σπουδαίος πιανίστας, αλλά δεν έπαιζε ποτέ για ξένους, είχε τρακ. Επαιζε μόνο για την οικογένεια. Με έμαθε πολλά. Δούλευε στο σπίτι μας στη Νέα Υόρκη, οπότε μεγάλωσα ανάμεσα σε χρώματα και συνθέσεις.

• Αναπολείτε το παρελθόν συχνά όταν βρίσκεστε με φίλους;

Το παρελθόν είναι πάντα μαζί μας. Ακόμα και αν δεν είναι το πρώτο πράγμα στον νου σου, δεν γίνεται να το ξεφορτωθείς δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ξέρω ποιο από τα δυο.

• Πιστεύετε ότι η γνώση παλιότερων έργων είναι απαραίτητη για την νέα γενιά των δημιουργών;

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς είναι δυνατόν να δημιουργούν χωρίς να έχουν δει μερικές από τις σπουδαίες ταινίες του παρελθόντος, ακόμα και του βωβού κινηματογράφου. Προσωπικά κέρδισα πολλά μελετώντας τις παλιές ταινίες και συζητώντας με παλιότερους σκηνοθέτες. Πιστεύω ότι υπάρχει συνέχεια στον κινηματογράφο και ότι αν ο δημιουργός δεν την αντιλαμβάνεται το αποτέλεσμα της δουλειάς του ίσως να μην είναι το ίδιο καλό.