Ο Ρότζερ Μουρ (Λονδίνο 14 Οκτωβρίου 1927 – Ελβετία 23 Μαΐου 2017), διάσημος, αναγνωρισμένος Βρετανός ηθοποιός με προσωπικό ύφος που αγαπήθηκε αρχικά από το διεθνές τηλεοπτικό κοινό ως Σάιμον Τέμπλαρ στον «Αγιο» και στη συνέχεια ως πράκτορας Τζέιμς Μποντ, και μάλιστα από τους δημοφιλέστερους σε εφτά κινηματογραφικές ταινίες, έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών.
Ο καλοντυμένος, γοητευτικός ηθοποιός με το φλεγματικό χιούμορ, ένας από τη διάσημη παρέα των 60ς με τους Μάικλ Κέιν, Ρίτσαρντ Χάρις, Ραλφ Ρίτσαρτσον, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Σον Κόνερι, ο καλύτερα αμειβόμενος πρωταγωνιστής στον κόσμο με 1.000.000 λίρες για την τηλεοπτική σειρά «Οι Αντίζηλοι» με τον Τόνι Κέρτις τη δεκαετία του ’70, πέθανε στην Ελβετία, όπως ανακοίνωσε η οικογένειά του, έπειτα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο.
Είχε εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο για φορολογικούς λόγους από το 1978 και ζούσε ανάμεσα στο Μονακό, την Ελβετία, τη νότια Γαλλία.
Είχε διατελέσει Πρεσβευτής Καλής Θελήσεως της UNICEF, είχε το αστέρι του στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλιγουντ, ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας από το Πανεπιστήμιο του Χερτφορντσάιρ και τιμήθηκε με πολλά διεθνή βραβεία, διακρίσεις, εθνικά παράσημα για την καριέρα του.
Μοναχοπαίδι του αστυνομικού Τζορτζ Αλφρεντ και της Λίλι Μουρ, η οποία είχε γεννηθεί στην Καλκούτα που τελούσε υπό βρετανική κατοχή, ο νεαρός Ρότζερ έζησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σε ηλικία 18 ετών πήγε στρατιώτης, ενώ πριν από τον στρατό (1944-1945) πρόλαβε να σπουδάσει για ένα εξάμηνο στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης, με τα δίδακτρα πληρωμένα από τον σκηνοθέτη Μπράιαν Ντέσμοντ Χερστ.
Τη δεκαετία του ’50 εκμεταλλεύεται τα εξωτερικά προσόντα του και εργάζεται ως μοντέλο ενώ παίζει σποραδικά σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.
Κατορθώνει να υπογράψει επταετές συμβόλαιο με το στούντιο της MGM και το πέρασμά του στη μικρή οθόνη, στις ρομαντικές περιπέτειες εποχής του «Ιβανόη» (1958 -1959) και τα αμερικανικά γουέστερν «Οι Αλασκανοί» (1959–1960) και «Μάβερικ» (1960–1961), τον κάνει γνωστό.
Ωστόσο, η παγκόσμια αναγνώριση έρχεται με τον «Αγιο» (1962–1969), τηλεοπτική σειρά βασισμένη στα μυθιστορήματα του Λέσλι Τσάρτερις που προβάλλεται σε πολλές χώρες.
Ο Ρότζερ Μουρ μαζί με το όνομά του καθιερώνει το κομψό, γοητευτικό στιλ του, το οποίο θα μεταφέρει στη συνέχεια στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ που θα εκτοξεύσει την καριέρα του.
Ομως το γερό συμβόλαιο που έχει με την εταιρεία παραγωγής της τηλεοπτικής σειράς δεν του επιτρέπει να πάρει τον ρόλο του Τζέιμς Μποντ, που του προτάθηκε στο «Dr. No», πριν τελικά τον ενσαρκώσει ο Σον Κόνερι.
Στρέφεται πάλι στην τηλεόραση και η άλλη μεγάλη επιτυχία είναι «Οι Αντίζηλοι» (1971-1972) με συμπρωταγωνιστή τον Τόνι Κέρτις που γνωρίζει τεράστια επιτυχία στην Ευρώπη και την Αυστραλία.
Τον Αύγουστο του 1972 του προτείνουν και πάλι τον ρόλο του 007 και αυτή τη φορά ο Μουρ δέχτηκε, παρότι, όπως έγραφε στην αυτοβιογραφία του, το 2008, του ζήτησαν να κόψει τα μαλλιά του και να χάσει βάρος, κάτι που δεν του άρεσε καθόλου.
Τελικά παίζει στο «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν» (1973) και αποδεικνύεται άξιος διάδοχος του Κόνερι.
Δίνει στον θρυλικό πράκτορα την πατίνα από το προσωπικό του στιλ, φιλτράρει τον ρόλο και τον κρατάει για ακόμα έξι ταινίες σε διάστημα 12 ετών, ώς το «Επιχείρηση Κινούμενος στόχος» (1985), κάτι που τον καθιστά τον μακροβιότερο ηθοποιό που υποδύθηκε τον Τζέιμς Μποντ σ’ όλη τη σειρά των διάσημων ταινιών.
Θα ανακοινώσει την απόσυρσή του από τον ρόλο το 1985, ενώ είναι 58 ετών, ο μεγαλύτερος σε ηλικία ηθοποιός που υποδύθηκε τον Μποντ.
Θα παραδώσει τη σκυτάλη στον Τίμοθι Ντάλτον και θα αποχωρήσει στην ουσία από τον κινηματογράφο έως και το 1990, οπότε θα επανεμφανιστεί σε μικρούς ρόλους χωρίς μεγάλη σημασία.
Μελανό σημείο της καριέρας του, που επικρίθηκε, ήταν οι τρεις ταινίες που γύρισε στη Νότια Αφρική υπό το καθεστώς του απαρτχάιντ τη δεκαετία του 1970 («Gold», «Shout at the Devil», «Επιχείρηση Αγριες χήνες»).
Ο Ρότζερ Μουρ πολιτικά ανήκε στο Συντηρητικό Κόμμα, είχε κάνει 4 γάμους και είχε αποκτήσει τρία παιδιά.
Υποστήριξε τον Ντέιβιντ Κάμερον, ωστόσο το περασμένο καλοκαίρι αρνήθηκε να πάρει μέρος στην καμπάνια υπέρ της Τερέζα Μέι.
Το σκεπτικό του ήταν ότι μια τέτοια πολιτική κίνηση δεν θα ταίριαζε με την ιδιότητα του πρεσβευτή της UNICEF.
