Το ελληνικό συγκρότημα «Kyklos» έδωσε στο Μέγαρο Μουσικής μια συναυλία εστιασμένη στη ρωσική μουσική (1/2/2017).
Στον απόηχο του έτους Ελλάδας-Ρωσίας (2016), που μόλις ολοκληρώθηκε, το πρόγραμμα περιελάμβανε έργα από τη ρωσική εθνική σχολή μέχρι τη σοβιετική περίοδο.
Τα ερμήνευσαν γνωστοί Ελληνες και ξένοι σολίστες (Ναστάσα, Σουσάμογλου, Λύκος, Κοκολάνη, Θωμόπουλος) αφήνοντας από κάπως άνισες έως άριστες εντυπώσεις.
Οργανωμένο χρονολογικά, το πρόγραμμα ξεκίνησε με δύο συνθέσεις ρομαντικής αισθητικής και συγκινησιακής φόρτισης, γραμμένες στα τέλη του 19ου αιώνα: το πασίγνωστο, δημοφιλές και χιλιοδιασκευασμένο «Νυχτερινό» από το «Κουαρτέτο αρ. 2» του Μποροντίν και το σύντομο «Ελεγειακό τρίο αρ. 1» του 19χρονου Ραχμάνινοφ.
Με εξαίρεση τη συμμετοχή του τσελίστα Βασίλη Λύκου που έπασχε σποραδικά από ορθοτονική ακρίβεια, οι εκτελέσεις ξετυλίχθηκαν ομαλά και στρωτά, αβίαστα συντονισμένες, με ωραία, ρευστή μελωδική φραστική, οριζόμενες κυρίως από το ασφαλές, αδιαπραγμάτευτα ηγετικό παίξιμο των βιολιστών Σέρτζιου Ναστάσα (Μποροντίν) και Αντώνη Σουσάμογλου (Ραχμάνινοφ).
Ακολούθησαν δύο έργα του 20ού αιώνα, ιδιαίτερων μουσικών και εξωμουσικών φορτίσεων, γραμμένα την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ανήμερα ορμητικό, κινητικό, ευφυές, γεμάτο αρρενωπή ενέργεια, ανελέητα απαιτητικό τεχνικά, χτισμένο επάνω στα ιδιόφωνα ρυθμικομελωδικά παραδοσιακά ακούσματα από τις δυτικές ασιατικές εσχατιές της αχανούς Σοβιετικής Ενωσης, το «Κουαρτέτο αρ. 2» του Προκόφιεφ δόθηκε με τη δέουσα αιχμηρότητα, τραχύτητα και ορμή, συναρπάζοντας το ακροατήριο.
Και πάλι, συναρπαστικές υπήρξαν με την εκφραστική τους αιχμηρότητα αλλά και τη λυρική τους ευαισθησία οι συμμετοχές των δύο βιολιστών Σουσάμογλου και Ναστάσα (υπέροχο το σόλο του στο «νυχτερινών» διαθέσεων Andante!).
Αριστούργημα της σοβιετικής εργογραφίας με κεντρική θέση στο διεθνές ρεπερτόριο μουσικής δωματίου, το «Κουιντέτο με πιάνο» του Σοστακόβιτς ολοκλήρωσε ταιριαστά τη συναυλία.
Οι πέντε μουσικοί ανέδειξαν άριστα τη μουσικ(ολογικ)ή πολυαναφορικότητα του έργου μέσα από μια ερμηνεία εκφραστικά στιβαρή, αυστηρή, ελεγχόμενης τραχύτητας και αιχμηρότητας αλλά και -όπου χρειαζόταν- με λυρικές ευαισθησίες.
Φερέγγυος συνοδοιπόρος σε αδιάλειπτη εγρήγορση, ο πιανίστας Στέφανος Θωμόπουλος πρόσφερε το προβλεπόμενο στέρεο, στιβαρό, ακριβές μηχανιστικό ρυθμικομελωδικό υπόβαθρο, συμμετέχοντας ενεργά και με ευγένεια έκφρασης στον μουσικό διάλογο των τεσσάρων εγχόρδων. Παντού εκτιμήσαμε ιδιαίτερα το μελωδικό, ορθοτονικά ασφαλές παίξιμο της βιόλας από την Ενκελα Κοκολάνη.
Να προσθέσουμε ακόμη ότι, καθώς -με μοναχική εξαίρεση τις δραστήριες «L’ anima»- από τη φθίνουσα εγχώρια μουσική ζωή λείπει ένα μόνιμο κουαρτέτο εγχόρδων, οι πολυδιάστατοι «Kyklos» έδειξαν ότι το κενό αυτό μπορεί κάλλιστα να καλυφθεί και από περιστασιακές συμπράξεις άξιων σολίστ!
Αγώνες δρόμου με πιάνο
Μια συναυλία με ιδιαίτερα ενδιαφέρον πρόγραμμα αλλά τυπικά άνιση έδωσε η ΚΟΑ υπό τον Γερμανό αρχιμουσικό Φρανκ Μπέερμαν στο Μέγαρο Μουσικής (3/2/2017).
Η βραδιά ξεκίνησε με το δημοφιλές, περιγραφικό συμφωνικό ποίημα «Τα πεύκα της Ρώμης», έργο του ιταλικού Μεσοπολέμου, με απόηχους από τους Ντεμπισί και Ρίχαρντ Στράους.
Η εκτέλεση υπήρξε γενικώς λαμπερή, φορτισμένη, ταιριαστά πομπώδης και εξωστρεφώς λυρική, με θαυμάσιες σημειακές συνεισφορές κυρίως από τα ξύλινα αλλά και από τα χάλκινα πνευστά.
Ταυτόχρονα, όμως, τα ολισθήματα των δεύτερων δεν ήσαν λίγα, ούτε πέρασαν απαρατήρητα…
Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για πιάνο» του Ραβέλ με σολίστ την Αλεξία Μουζά.
Ατυχώς, η καταφανώς ταλαντούχα 26χρονη Ελληνίδα πιανίστρια πρόσφερε μια περίεργα άνιση ερμηνεία.
Η άριστη τεχνική της, το ορμητικό, γεμάτο αδρεναλίνη ταμπεραμέντο της και η ευγενής εκφραστική της ευαισθησία -απολύτως ταιριαστή στην «blue» διάθεση του έργου!- άλλοτε συνέκλιναν αρμονικά σε παραγράφους υπέροχης μουσικότητας, άλλοτε όμως απέκλιναν έντονα, κυριολεκτικά συνθλίβοντας κάθε έννοια αναγνωσιμότητας της φραστικής μέσα από ένα παίξιμο ιλιγγιωδώς γρήγορο, που άφηνε την ξεθεωμένη ορχήστρα πίσω, καταργώντας κάθε έννοια διαλόγου.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ. 2, Τα τέσσερα ταμπεραμέντα» (1902) του Καρλ Νίλσεν, συνθέτη που το έργο του έχει προ πολλού ενταχθεί στο βασικό ρεπερτόριο των διεθνών ορχηστρών, όχι όμως και της ημέτερης ΚΟΑ.
Ηταν μια συναρπαστική, γεμάτη νεανικό σφρίγος και ενέργεια ανάγνωση -προφανέστατα ο αρχιμουσικός κατέχει και αγαπά το έργο!- που όμως έπασχε συνεχώς από ανεπαρκώς εστιασμένο ορχηστρικό ήχο, γεγονός που αποδιοργάνωνε τη λειτουργία της φραστικής και δημιουργούσε συνεχώς ένα κάπως θολό, συγκεχυμένο ακρόαμα.
